Ήταν ξημερώματα της 5ης Ιανουαρίου του 1972 όταν ο Βασίλης Λυμπέρης διέπραξε ένα έγκλημα που συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Η αποτρόπαια πράξη του τον έκανε να μείνει στην ιστορία ως ο τελευταίος άνθρωπος που εκτελέστηκε στην Ελλάδα.

Ο 27χρονος τότε Βασίλης Λυμπέρης είχε πυρπολήσει το σπίτι της οικογένειας του με αποτέλεσμα να καούν ζωντανοί:

  • Η εν διαστάσει σύζυγός του Βασιλική Λυμπέρη, 24 ετών
  • Η πεθερά του Αντιγόνη Μάρκου, 54 ετών
  • Η κόρη του Παναγιώτα Λυμπέρη, 2,5 ετών
  • Ο γιος του Γιώργος Λυμπέρης, ενός έτους

Αιτία για την πράξη του στάθηκε η φιλονικία που είχε με την πεθερά του για την περιουσία της. Σκοπός του Λυμπέρη ήταν να σκοτώσει την οικογένεια του, να πάρει την περιουσία και να ζήσει με μια 18χρονη...

Ο Βασίλης Λυμπέρης είχε συνεργούς στο έγκλημα:

  • Τον 18χρονο Παύλο Αγγελόπουλο (μπήκε μαζί με τον Λυμπέρη στο σπίτι και έβαλε φωτιά)
  • Τον 25χρονο Θεόδωρο Καπρέτσο (είχε μείνει έξω από το σπίτι – Χαρακτηρίστηκε ως τσιλιαδόρος)
  • Τον 20χρονο Αθανάσιο Σταμάτη (δεν συμμετείχε στο έγκλημα αλλά πέταξε σε κάδο απορριμμάτων τα ρούχα των δραστών για να τα εξαφανίσει)

Η γνωριμία των δύο νέων, οι καβγάδες και η «γυναίκα που δεν μου άξιζε»

Ήταν αρχές Μαΐου του 1967 όταν ο Βασίλης Λυμπέρης επισκεπτόταν το Λαϊκό Νοσοκομείο για να δει τον πατέρα του που νοσηλευόταν μετά από έμφραγμα που είχε υποστεί. Στον ίδιο θάλαμο νοσηλευόταν και ο πατέρας της Βασιλικής Μάρκου. Έτσι ο Βασίλης και η Βασιλική γνωρίστηκαν. Στην αρχή έκαναν παρέα και αργότερα η σχέση τους μετατράπηκε σε ερωτική με τους συγγενείς της Βασιλικής να λένε πως «αγάπησε τον νεαρό με πάθος».

Στις 19 Αυγούστου 1967 οι δύο νέοι αρραβωνιάστηκαν και τέσσερις μήνες μετά, στις 17 Δεκεμβρίου παντρεύτηκαν. Τότε ξεκίνησαν οι εντάσεις ανάμεσα στο ζευγάρι και οι φιλονικίες έγιναν καθημερινό φαινόμενο.

Το ζευγάρι απέκτησε το πρώτο του παιδί στις 26 Ιουνίου 1969. Οι σχέσεις στην οικογένεια όχι μόνο δεν ηρέμησαν αλλά εντάθηκαν με τον Βασίλη να τσακώνεται καθημερινά με την πεθερά του.

Τότε είχε κυκλοφορήσει πως ο Λυμπέρης κακομεταχειριζόταν την Βασιλική. Γείτονες ισχυρίζονταν πως δεν τον ενδιέφερε η οικογένεια και τα παιδιά του και συχνά καβγάδιζε έντονα με την πεθερά του εξαιτίας των χρημάτων που της ζητούσε. Σκοπός του Λυμπέρη ήταν η διασκέδαση και η καλοπέραση αλλά η πεθερά του χάλαγε τα σχέδια.

Ένα χρόνο μετά ήρθε στον κόσμο ο μικρός Γιώργος και ο Βασίλης Λυμπέρης αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικογένεια του επειδή η σύζυγος του ήταν ανοικοκύρευτη, δεν ταίριαζαν και γιατί ο ίδιος δεν άξιζε μια τέτοια γυναίκα. Έτσι, ο Λυμπέρης άφησε τη συζυγική στέγη στη Μεταμόρφωση Χαλανδίου για να εγκατασταθεί στην πλατεία Βάθη.


Ο Βασίλης Λυμπέρης

Οι καβγάδες με τη σύζυγο και την πεθερά του δεν σταμάτησαν παρά το γεγονός ότι μετακόμισε και ο Λυμπέρης αποφάσισε να κάψει την πεθερά αλλά και την οικογένεια του. Η ιδέα "ζυμωνόταν" στο μυαλό του από καιρό, γεγονός που αποκάλυψε στο δικαστήριο ο συνεργός του Παύλος Αγγελόπουλος.

Ο Βασίλης Λυμπέρης κατάφερε να πείσει τον Παύλο Αγγελόπουλο να κάψουν το σπίτι της οικογένειας λέγοντάς του πως δεν θα βρίσκεται κανείς μέσα.

Οι δυο τους είχαν επισκεφτεί την μονοκατοικία στο τέρμα της 18ης Οκτωβρίου στη Μεταμόρφωση Χαλανδίου αλλά για κάποιο λόγο που ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε δεν έβαλαν φωτιά. Οι εκδοχές είναι δύο: σύμφωνα με την πρώτη ο Λυμπέρης αποφάσισε να φύγουν επειδή δεν είχαν αρκετή βενζίνη, ενώ η δεύτερη ήταν πως διαπίστωσαν ότι τα παιδιά ήταν στο σπίτι.

Ο Λυμπέρης προσέγγισε και τον Θεόδωρο Καπρέτσο για να συμμετάσχει στο έγκλημα και για αμοιβή θα του αγόραζε ένα αυτοκίνητο από τα χρήματα που θα έπαιρνε μετά το θάνατο της πεθεράς του. 

«Προσέξτε καλά. Όποιος μιλήσει στην αστυνομία θα τον καθαρίσω» 

Ώρα 2:10 το πρωί της Τετάρτης 5 Ιανουαρίου 1972. Ο Βασίλης Λυμπέρης μπήκε στο αυτοκίνητο του μαζί με τον Παύλο Αγγελόπουλο, τον Θεόδωρο Καπρέτσο και τους προειδοποίησε λέγοντας τους «προσέξτε καλά. Όποιος μιλήσει στην αστυνομία θα τον καθαρίσω».

Οι τρεις τους πήγαν σε πρατήριο υγρών καυσίμων στη Λεωφόρο Κηφισίας και αγόρασαν μεγάλη ποσότητα βενζίνης την οποία χώρισαν σε τρία μπιτόνια και κουβάδες.

Στη συνέχεια άφησαν τον Καπρέτσο σε κοντινή απόσταση και ο Λυμπέρης μαζί με τον Αγγελόπουλο μπήκαν στο σπίτι όπου κοιμόταν η οικογένεια, κρατώντας από ένα μπιτόνι ο καθένας βενζίνη.  Όμως ο Αγγελόπουλος φαίνεται πως το μετάνιωσε και θέλησε να φύγει. Τότε ο Λυμπέρης του είπε «αν κάνεις βήμα θα σε καθαρίσω».

Ξεκίνησε ο Αγγελόπουλος 

Ο 18χρονος ξεκίνησε πρώτος το αποτρόπαιο έγκλημα πετώντας βενζίνη στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η γιαγιά με το αγοράκι. Ο Λυμπέρης έκανε το ίδιο στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η κόρη και η σύζυγος του.

Ο Αγγελόπουλος έβγαλε από την τσέπη του τα σπίρτα και επιχείρησε να βάλει φωτιά. Όμως το πρώτο του έσπασε στο χέρι. Άναψε και δεύτερο με αποτέλεσμα να ακολουθήσει κόλαση φωτιάς.

Η Βασιλική Λυμπέρη πετάχτηκε από το κρεβάτι της και επιχείρησε να πάρει την Πυροσβεστική αλλά της επιτέθηκε με μίσος ο σύζυγός της, Βασίλης Λυμπέρης, τραβώντας την με μανία και σπρώχνοντας την στις φλόγες για να καεί ζωντανή. Ενώ η Βασιλική ήταν σωριασμένη στο πάτωμα, ο Λυμπέρης πίεσε με δύναμη το στήθος της. 

Ακούγοντας τις κραυγές ο Αγγελόπουλος δεν άντεξε... Έτρεξε γρήγορα στην είσοδο του σπιτιού, πήρε το τρίτο μπιτόνι και επιχείρησε να το αδειάσει πάνω στον Λυμπέρη, ο οποίος όμως γλύτωσε επειδή μπήκε πίσω από μια πόρτα. Ενώ τα θύματα ψυχορραγούσαν, ο Λυμπέρης που είχε υποστεί εγκαύματα, μαζί με τους συνεργούς του, έφυγαν για την πλατεία Βάθη. 

Στις 5:00 το πρωί ο κουνιάδος της Βασιλικής πέρασε από το σπίτι και διαπίστωσε πως έβγαιναν καπνοί. Επιχείρησε να μπει αλλά η πόρτα δεν άνοιγε επειδή από πίσω βρισκόταν η Βασιλική που ψυχορραγούσε. Τελικά τα κατάφερε και αντίκρισε τη φρίκη: το σπίτι καμένο, τα παιδιά και τη γιαγιά τους νεκρά. Η Βασιλική ήταν ζωντανή. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου και άφησε την τελευταία της πνοή μετά από λίγες ώρες. 

Η Βασιλική ξεψύχησε το βράδυ της ίδιας μέρας. Μέσα σε λίγες ώρες κατάφερε να ψελλίσει: «ήρθε ο καταραμένος τη νύχτα, μας ράντισε με βενζίνη και μας έκαψε. Εμένα με έσπρωχνε στη φωτιά για να καώ και με πάταγε στην κοιλιά και στο στήθος». Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι η Βασιλική λίγο πριν ξεψυχήσει και ενώ μιλούσε για τα όσα δραματικά συνέβησαν παρακαλούσε λέγοντας «μην του κάνετε κακό». 

Η καταδίκη 

Ο Λυμπέρης συνελήφθη μετά από το τηλεφώνημα της θείας της Βασιλικής στη Χωροφυλακή. Αρχικά έκλαιγε και έλεγε πως δεν ήξερε τι συνέβη. Οι χωροφύλακες του είπαν να βγάλει τα ρούχα του και διαπίστωσαν πως έφερε εγκαύματα. Όμως και πάλι αρνούνταν ότι προήλθαν από φωτιά. Στη συνέχεια κλήθηκαν ως μάρτυρες ο Αγγελόπουλος και ο Καπρέτσος οι οποίο αρνήθηκαν τα πάντα. Οι χωροφύλακες έφεραν ενώπιον του Λυμπέρη τη θεία της Βασιλικής που είχε μιλήσει μαζί της στο νοσοκομείο και τότε ο εγκληματίας κατέρρευσε....

Η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε την Παρασκευή 5 Μαΐου 1972. Καταλυτικό ρόλο στην καταδίκη του Λυμπέρη έπαιξε η κατάθεση του γιατρού της Βασιλικής καθώς ήταν ο άνθρωπος που του εκμυστηρεύτηκε τι ακριβώς συνέβη, λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή:


Από αριστερά: Λυμπέρης, Καπρέτσος, Σταμάτης, Αγγελόπουλος 

«Μας έκαψε ο άντρας μου. Εκεί που κοιμόμουν, άκουσα έναν δυνατό κρότο και ξύπνησα. Σηκώθηκα αμέσως και αντίκρισα το σπίτι τυλιγμένο στις φλόγες. Πλησίασα στο τηλέφωνο να πάρω την αστυνομία και την πυροσβεστική και τότε είδα μπροστά μου τον άνδρα μου. Τη στιγμή που πήγα να πιάσω το τηλέφωνο ο άντρας μου με άρπαξε και με πέταξε στη φωτιά. Με πατούσε στο στήθος για να μην μπορώ να σηκωθώ και ενώ με πατούσε έλεγε "τώρα θα τα πληρώσεις όλα"».

Κατά την κατάθεση του ο Βασίλης Λυμπέρης ισχυρίστηκε πως δεν μπορούσε να βγει από το μυαλό του η ιδέα της φωτιάς: «Ο σατανάς μου έλεγε: είναι μόνη η πεθερά σου. Πήγαινε. Δεν θα σε δει», είπε σε μια προσπάθεια να ελαφρύνει τη θέση του. Στο τέλος της απολογίας του είπε: «Ζητώ ενώπιον Θεού και ανθρώπων συγχώρεση για ό,τι έγινε. Σας το ξαναλέω: δεν πήγα να κάψω τα παιδιά μου. Δεν είμαι κακούργος». 


Ο Αγγελόπουλος

Οι συγκατηγορούμενοί του ισχυρίστηκαν πως τους παρέσυρε ο Λυμπέρης. 

Το δικαστήριο αποσύρθηκε σε διάσκεψη και μετά από μία ώρα εξέδωσε την απόφαση του:

  • Βασίλης Λυμπέρης: Τετράκις εις θάνατον 
  • Παύλος Αγγελόπουλος: Τετράκις εις θάνατον (δεν εκτελέστηκε επειδή του δόθηκε χάρη καθώς δεν είχε κλείσει τα 18 όταν έγινε το έγκλημα. Εξέτισε κάθειρξη 20 ετών)
  • Θεόδωρος Καπρέτσος: Ισόβια 
  • Αθανάσιος Σταμάτης: Φυλάκιση τριών ετών

Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι ο Παύλος Αγγελόπουλος ήταν ο άνθρωπος για τον οποίο σταμάτησαν οι εκτελέσεις στην Ελλάδα. Η κινητοποίηση πολλών πολιτικών κρατουμένων που βρίσκονταν εκείνη την εποχή στις φυλακές και συναναστράφηκαν με τον ανήλικο τότε Αγγελόπουλο, στάθηκε αρκετή για να κινηθούν οι διαδικασίες και να καταργηθεί η θανατική ποινή.

Η τελευταία βολή στην Ελλάδα 

Ώρα 5:50 το πρωί της Παρασκευής 25 Αυγούστου 1972 στην ορεινή θέση «Δύο Αοράκια» στο Ηράκλειο Κρήτης. 12μελές εκτελεστικό απόσπασμα (μόνο τα 6 όπλα περιείχαν αληθινά πυρά) στέκονταν μπροστά από τον μελλοθάνατο Βασίλη Λυμπέρη.

Λίγο πριν γίνει η εκτέλεση του επετράπη να συντάξει επιστολή στη μητέρα του: 

«Αγαπημένη μου μητέρα, σε πίκρανα και σε γέμισα πόνο και θλίψη, καθώς και τον πατέρα, τα αδέλφια μου, τον Γιάννη, τη Σοφία, το Φλωράκι και τη νονά. Μητέρα, θα πρέπει να ξέρεις πως βρισκόμαστε στην κοιλιά της Κλαυθμώνος. Κλαυθμυρισμός είναι η πρώτη φωνή την οποία εκβάλλει ο άνθρωπος, όταν αφήνει τα μητρικά σπλάχνα και ως ύπαρξις ιδιαιτέρα καταλαμβάνει θέσιν εις τον κόσμον αυτόν. Η πείρα της καθημερινής ζωής και η ιστορία της ανθρωπότητος τι άλλο μαρτυρούν παρά το ότι ο πόνος και η θλίψις είναι ο αχώριστος σύντροφος του ανθρώπου επί της γης. Κουράγιο μητέρα και στήριξε την ελπίδα σου στον παρήγορον Ιησούν Χριστόν, όπως την στηρίζω και εγώ. Προσευχήσου όπως προσεύχομαι και εγώ και θυμήσου ότι η Παναγία διήλθε την ψυχικήν ρομφαία, όταν αντίκρισε εις τον Σταυρόν νεκρόν τον Μονογενή Υιόν της. Ευχαριστώ και αναγνωρίζω τον αγώνα που δώσατε όλοι για την δικαίωσίν μου. Μην τρομάζετε με τα λόγια των κριτών μου, γιατί και αυτοί θα κριθούν. Υπεράνω όλων βρίσκεται ο Θεός και Θεού θέλοντος τελείται κάθε απόφαση. Ευχαριστώ και τον υπέροχο κύριο Θεοδώρου (σ.σ.: τον συνήγορό του) που έδωσε πραγματική μάχη για μένα και τον θεωρώ νικητή και όχι ηττημένο. Και μην ξεχνάς μητέρα, ότι ο Θεός επιτρέπει τον πόνο και την θλίψιν, χαρίζει όμως και υπόσχεται την ελπίδα και υπομονή. Υπομονή, λοιπόν, μητέρα και θα δοξάσουμε όλοι τον Θεό μια μέρα».

Ο Βασίλης Λυμπέρης στάθηκε με σκυμμένο το κεφάλι και δέχτηκε τις σφαίρες...

Η θανατική ποινή στην Ελλάδα δεν εφαρμόστηκε μετά από την υπόθεση Λυμπέρη. Καταργήθηκε το Δεκέμβριο του 1993 από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου με τον Νόμο 2172/1993.

Το περιστατικό της δολοφονίας μεταφέρθηκε την ίδια χρονιά και στον κινηματογράφο, καθώς γυρίστηκε ταινία με τον τίτλο «Οι σατανάδες της νύχτας» σε σκηνοθεσία Μάριου Ρετσίλα και παραγωγή Τζέιμς Πάρις. Τον ρόλο του Βασίλη Λυμπέρη υποδύθηκε ο Γιάννης Κατράνης.

Με πληροφορίες από: Σόμπολος Πάνος (2017), Οι Αστέρες του Εγκληματικού Πάνθεου. Όπως τους Έζησα, Εκδόσεις Πατάκη.