Το Τσέρνομπιλ εδώ και δεκαετίες λογίζεται ως συνώνυμο του θανάτου και της καταστροφής, μα σήμερα οι επιστήμονες θεωρούν ότι παρ’ όλ’ αυτά η καταστροφική έκρηξη στον πυρηνικό αντιδραστήρα ίσως ήταν ένα «δώρο ζωής» για την άγρια ζωή στην περιοχή.

Η έκταση των 2,600 τ.χλμ της απαγορευμένης ζώνης μετατράπηκε σε καταφύγιο για τη χλωρίδα και την πανίδα, κυρίως επειδή οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή.

Ωφελήθηκαν ιδίως τα φυτά, χάρη στη μοναδική τους ικανότητα να αντέχουν στις καρκινογόνες παρενέργειες της ραδιενέργειας, με τα δέντρα, τους θάμνους και τα λουλούδια να παραμένουν σχεδόν ανεπηρέαστα από την καταστροφή. Ακόμη και στις πλέον ραδιενεργές περιοχές, οι ειδικοί τονίζουν ότι η βλάστηση άρχισε ν’ ανακάμπτει μόλις 3 χρόνια μετά την πυρηνική έκρηξη του 1986.

Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, οι λύκοι, τα αγριογούρουνα και οι αρκούδες έκαναν κι αυτά δυναμική επιστροφή στα πυκνά δάση της περιοχής γύρω από τον πυρηνικό αντιδραστήρα.

Όπως σημειώνει ο βιοχημικός στο Πανεπιστήμιο του Γουεστμίνστερ, Στιούαρτ Τόμσον, «σε ένα βαθμό η καταστροφή του Τσέρνομπιλ αποδεικνύει το μέγεθος της βλαπτικής μας επίδρασης στον πλανήτη», σημειώνει.

«Όσο καταστροφική κι αν ήταν η έκρηξη στον πυρηνικό αντιδραστήρα, ήταν στην πραγματικότητα λιγότερο ισοπεδωτική στο τοπικό οικοσύστημα απ’ όσο ήταν η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή. Με την απομάκρυνσή μας από εκεί, η φύση βρήκε τον αναγκαίο ζωτικό χώρο για να επανακάμψει», σημειώνει ο Τόμσον.

«Πλέον, πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα από τα μεγαλύτερα φυσικά καταφύγια στην Ευρώπη και το οικοσύστημα εκεί συντηρεί περισσότερη άγρια ζωή απ’ ό,τι προηγουμένως. Ακόμη κι αν σε ατομικό επίπεδο ο κύκλος ζωής διαρκεί κατά τι λιγότερο, εξαιτίας των συνεπειών της ραδιενέργειας», αναφέρει ο βιοχημικός.

Όπως μεταδίδει η dailumail.co.uk, για τους ανθρώπους και τα ζώα τα υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας είναι καταστροφικά. Τα ζωικά κύτταρα χρειάζονται όλες τις πληροφορίες που εμπεριέχονται στο DNA τους, προκειμένου να λειτουργήσουν σωστά. Η άμεση επαφή με υψηλα επίπεδα ραδιενέργειας σηματοδοτεί το θάνατο, ενώ τα χαμηλότερα επίπεδα ραδιενέργειας ταυτίζονται με την εμφάνιση καρκίνου και βλαπτικών μεταλλάξεων.

Στην περίπτωση των φυτών, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Τα φυτικά κύτταρα είναι πιο ευπροσάρμοστα, μεταβάλλοντας τον τρόπο λειτουργίας τους ανάλογα με το περιβάλλον που διαβιούν. Και αυτό συνέβη και στην περίπτωση της απαγορευμένης ζώνης στο Τσέρνομπιλ.

Αυτή τους η εξαιρετική προσαρμοστικότητα, ίσως, περιλαμβάνει την τάση να γίνουν ψηλότερα ή την τάση οι ρίζες τους να φτάνουν βαθύτερα, ανάλογα, με τα χημικά ερεθίσματα και δεδομένα που λαμβάνουν από το περιβάλλον και στην προσπάθειά τους να βρουν καλύτερες συνθήκες.

Εξάλλου, τα φυτικά κύτταρα, σε αντίθεση με τα κύτταρα των ζώων, είναι σε θέση να δημιουργήσουν νέους τύπους κυττάρων και να αντικαταστήσουν ευκολότερα τα νεκρά κύτταρα. Εδώ, οι μεταλλάξεις δεν είναι πάντοτε καταστροφικές ή θανατηφόρες όπως στην περίπτωση των ανθρώπων και των ζώων.

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν πως οι βλάβες από τη ραδιενέργεια γίνονται ευκολότερα ανεκτές από τα φυτά απ΄ό,τι στα ζώα και η θεραπεία τους είναι και ευκολότερη και αποτελεσματικότερη, σύμφωνα με τον Στιούαρτ Τόμσον.

Άλλωστε, οι καρκινικοί όγκοι που τυχόν αναπτύξουν τα φυτά είναι δυσκολότερο να εξαπλωθούν και σε άλλα μέρη τους, όπως γίνεται σε ανθρώπους και ζώα με τις μεταστάσεις. Ο λόγος είναι το κυτταρικό τοίχωμα που περιβάλει τα φυτικά κύτταρα.

Πέρα απ’ όλ’ αυτά, τα φυτά φαίνεται να έχουν μηχανισμούς αυξημένης αντίστασης στη ραδιενέργεια εντυπωμένους βαθιά στο γενετικό τους παρελθόν.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Βρετανό βιοχημικό, κατά τα πρώτα βήματα της ζωής στον πλανήτη Γη, τα επίπεδα ραδιενέργειας στο περιβάλλον ήταν πολύ υψηλά και τα φυτά χρειάστηκε να προσαρμοστούν για να επιβιώσουν.

Ως αποτέλεσμα, τα φυτά επιβίωσαν της πυρηνικής έκρηξης στο Τσέρνομπιλ, παρέχοντας φυσικό καταφύγιο στα ζώα, που, απουσία του ανθρώπου από την περιοχή, τελικώς, επανέκαμψαν. Σήμερα, 33 χρόνια μετά το πυρηνικό ατύχημα, η φύση οργιάζει, όπως ποτέ άλλοτε.

Δείτε τη συλλογή με τις φωτογραφίες: