Δεν είναι λίγοι αυτοί που, όπως υποστηρίζουν, βίωσαν κάποια επαφή με το «ανεξήγητο» είδαν ή άκουσαν φαντάσματα.

«Είδα για πρώτη φορά φάντασμα όταν ήμουν 4 ετών»

Η Τζίνα Τζιλ είναι πλήρως εξοικειωμένη με τα φαντάσματα και μάλιστα, όπως περιγράφει στον Independent, η πρώτη φορά που είδε κάποιον νεκρό ήταν όταν ήταν μόλις τεσσάρων ετών. Όλα ξεκίνησαν όταν μία γειτόνισσά της οικογένειας της Τζίνα στο Πακιστάν πέθανε στη γέννα. Η μητέρα της Τζίνα ανέλαβε να φροντίζει το νεογέννητο μέχρι να «δυναμώσει» και να μπορέσει να επιστρέψει στον πατέρα του.

Κανείς δεν είχε πει στην Τζίνα ότι η μητέρα του βρέφους είχε πεθάνει και το κοριτσάκι την έβλεπε συνέχεια στο σπίτι και απλά θεωρούσε ότι τους επισκεπτόταν! «Η μαμά μου φοβόταν αλλά ήταν ανοιχτόμυαλη και είχε δει κι εκείνη τη μητέρα του μωρού κάποιες φορές, συνήθως δίπλα της στον καθρέφτη. Όταν μεγάλωσε λιγάκι και γύρισε στον πατέρα του, σταμάτησα να βλέπω τη μαμά του και τότε η δική μου μητέρα μου εξήγησε ότι είχε πεθάνει» λέει χαρακτηριστικά η Τζίνα Τζιλ.

Αυτή ήταν η πρώτη μεταφυσική εμπειρία που είχε η Τζιλ, που είναι μια 30 ετών και ζει στο Γουεστερσάιρ και ζει με τον σύζυγό της, Σάμιουελ. Αλλά δεν ήταν σίγουρα η τελευταία. Το 1996 η Τζίνα μετακόμισε με την οικογένειά της στην Αγγλία, για να φροντίσουν τη γιαγιά της.

«Νόμιζα ότι ήταν φυσιολογικό να βλέπεις νεκρούς και να αλληλεπιδράς μαζί τους. Όταν  μετακομίσαμε στην Αγγλία, μέναμε σε ένα παλιό τετραώροφο Βικτωριανό σπίτι όπου έπαιζα συχνά στο κελάρι με ένα κοριτσάκι που φορούσε ένα “αστείο φόρεμα”. Είπα στη μητέρα μου για το κοριτσάκι και κάποια στιγμή μου έδειξε φωτογραφίες από τα ρούχα που φορούσαν τα παιδιά τη Βικτωριανή εποχή και είπα “ναι, ναι τέτοιο φόρεμα φοράει”»!

Ανάλογη εμπειρία είχε η Τζίνα και με τη γιαγιά της, η οποία επίσης πίστευε στο μεταφυσικό. Η γιαγιά της πέθανε πριν από 9 χρόνια. Μετά τον θάνατό της, η Τζιλ την είδε στον ύπνο της. «Λίγε εβδομάδες αφότου πέθανε την είδα στον ύπνο μου. Μιλούσαμε σαν να ήταν ακόμα ζωντανή. Τη ρώτησα αν ήταν καλά και ευτυχισμένη και μου είπε “θα σου δείξω ότι είμαι καλά με τις κόκκινες παπαρούνες”. Μια μέρα οδηγούσαμε με τη μητέρα μου και περάσαμε δίπλα από έναν αγρό από τον οποίο περνούσαμε συχνά αλλά ξαφνικά ήταν γεμάτος παπαρούνες. Ξέσπασα σε κλάματα και είπα το όνειρο στη μητέρα μου και εκείνη μου αποκάλυψε ότι οι παπαρούνες ήταν το αγαπημένο λουλούδι του παππού μου, τον οποίο δεν πρόλαβα να γνωρίσω.

Δεν ήταν όμως όλες οι μεταφυσικές της εμπειρίες το ίδιο ευχάριστες. Όταν ήταν 24 ετών μετακόμισε σε ένα παλιό Βικτωριανό σπίτι και αμέσως άρχισε να αισθάνεται ότι την παρακολουθούσε. Τα φώτα αναβόσβηναν μόνα τους και η γάτα της νιαούριζε στις γωνίες του σπιτιού. «Πιστεύω ότι οι αρνητικές μεταφυσικές οντότητες τροφοδοτούνται από την κακή ενέργεια των ανθρώπων» λέει η Τζιλ.

Τα πράγματα όμως έγιναν ακόμα χειρότερα όταν στο σπίτι μετακόμισε ο σύντροφός της και μετέπειτα σύζυγός της, Σάμιουελ. Το ζευγάρι πήρε ένα σκυλάκι και μια φορά, που το είχαν κλείσει στην τραπεζαρία, η πόρτα άνοιξε μόνη της και ακούστηκε η φωνή ενός άνδρα να του φωνάζει “έλα μέσα”. 

Ο Σάμιουελ ήταν ξαπλωμένος μόνος του στο κρεβάτι όταν η Τζιλ είδε τη φιγούρα ενός ψηλού άνδρα και ένα περίεργο σύμβολο (ένας κύκλος με ένα αστέρι στη μέση) στον καθρέφτη. Αν και ο σύζυγός της ήταν σκεπτικιστής, δεν άργησε να πειστεί ότι κάτι περίεργο συνέβαινε σε εκείνο το σπίτι.   

«Κατέρρευσα γιατί το σπίτι είχε μια κακή σκοτεινή ενέργεια. Αν και είχαμε βάλει κάποια χρήματα στην άκρη για το γάμο μας, αποφασίσουμε να φύγουμε από εκεί και να πάμε σε ένα δικό μας σπίτι. Τότε μίλησα στον προηγούμενο ιδιοκτήτη που μου είπε τότε ότι και εκείνος ένιωθε ότι υπήρχε κάτι στο σπίτι και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι το φάντασμα του σπιτιού δεν συμπαθούσε τους άντρες για κάποιο λόγο» λέει.

«Καταλαβαίνω πλήρως γιατί οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στα φαντάσματα καθώς είναι δύσκολο να πιστέψεις κάτι που δεν έχεις βιώσει. Αλλά εγώ τα έχω βιώσει, οπότε δεν μπορώ να μην πιστεύω» καταλήγει η Τζιλ αποστομωτικά!

Τι όντως συνέβη – Τι είναι τα φαντάσματα

Τι πραγματικά είναι τα φαντάσματα και η μεταφυσική δραστηριότητα προσπαθεί να απαντήσει ο Δρ Κάλουμ Κούπερ, λέκτορας ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Νορθάμπτον.

«Προτιμώ να αποκαλώ αυτές τις συμπεριφορές αντισυμβατικές και όχι παράλογες. Πάρτε για παράδειγμα τις φορές που πριν σηκώσουμε το τηλέφωνο ξέρουμε ποιος είναι ή όταν νιώθουμε ότι κάποιος μας κοιτάζει χωρίς να τον βλέπουμε. Υπάρχουν έρευνες ότι το 70% των ανθρώπων έχει κάποια τέτοιου είδους εμπειρία» λέει ο Δρ Κούπερ. «Τέτοιες εμπειρίες είναι εξαιρετικά συνηθισμένες και εξηγούνται με τη λογική απλά δεν είναι συμβατικές» τονίζει.

«Υπάρχει ωστόσο μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο προαίσθημα κάποιος θα σας πάρει τηλέφωνο πριν καν χτυπήσει μέχρι να δει κανείς μια φιγούρα να εμφανίζεται στην πόρτα του δωματίου του» λέει και προσπαθεί να εξηγήσει τι ακριβώς εννοούμε με τη λέξη «φάντασμα».

Το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στις μεταφυσικές εμπειρίες που σχετίζονται με το πένθος. Η εμπειρία του έχει δείξει ότι περίπου το 50-60 % των ανθρώπων που έχουν χάσει ένα αγαπημένο τους πρόσωπο, είχαν κάποια εμπειρία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως παραφυσική.

Ουσιαστικά, είναι ο τρόπος να συνεχίσουν να ζουν, παρά την απώλεια. Είναι ο τρόπος να πουν ότι το πρόσωπο που πέθανε «εξακολουθεί να είναι τριγύρω, μπορώ να προχωρήσω». Η θεωρία αυτή εξηγεί την εμπειρία της Τζιλ μετά το θάνατο της γιαγιάς της άλλα όχι τις προηγούμενες και επόμενες εμπειρίες της με φαντάσματα.

Άρα τι συμβαίνει με τα φαντάσματα; Είναι στο μυαλό όσων τα βλέπουν; Η σύντομη απάντηση είναι ότι η παραψυχολογία δεν έχει ακόμα όλες τις απαντήσεις! Ωστόσο για περιπτώσεις που υπάρχουν διάφορες εξηγήσεις, η παραψυχολογία επιλέγει να χρησιμοποιήσει τη θεωρία του Ξυραφιού του Όκκαμ: η καλύτερη εξήγηση είναι αυτή που προκύπτει από τον μικρότερο αριθμό βημάτων.

Τον περασμένο αιώνα όποιος ισχυριζόταν ότι είχε μια παραφυσική εμπειρία θεωρείτο αμόρφωτος ή ανόητος. Ο Δρ Γουόλτερ Φράνκλιν Πρινς, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας Ψυχικής Έρευνας τη δεκαετία του 1930, έγραψε ένα βιβλίο απαντώντας ακριβώς σε αυτή την πεποίθηση. «Ο Πρινς πίστευε ότι αυτό είναι ένα πραγματικά γελοίο επιχείρημα, οπότε βγήκε και πήρε συνεντεύξεις από αστυνομικούς, δικαστές, δικηγόρους, γιατρούς και νοσοκόμες και απέδειξε ότι τέτοιες εμπειρίες έχουν άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα και υψηλής μόρφωσης» εξηγεί ο Κούπερ.

«Οι εμπειρίες με φαντάσματα είναι όπως τα όνειρα. Δεν καταλαβαίνουμε ακόμη πλήρως γιατί ο κόσμος ονειρεύεται, και γιατί μπορεί να έχει προφητικά όνειρα αλλά πια αυτό δεν είναι αντικείμενο της παραψυχολογίας αλλά της ψυχολογίας» τονίζει ο Δρ Κούπερ.

Θα μπορούσε λοιπόν η επιστήμη να αποδείξει την ύπαρξη φαντασμάτων; «Η απόδειξη είναι μια πολύ δυνατή λέξη που η επιστήμη δεν τείνει να χρησιμοποιεί», σπεύδει να ξεκαθαρίσει. «Είναι περισσότερο μια σειρά ενδείξεων που υποδηλώνουν ότι κάτι είναι λιγότερο ή περισσότερο πιθανό» καταλήγει.

Η Έμιλι Βίνσεντ, διδακτορική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, ασχολείται με τα διηγήματα γυναικών συγγραφέων του 19ου αιώνα για φαντάσματα και πώς συνδέονται με την έκρηξη του ενδιαφέροντος για τον πνευματισμό εκείνη την εποχή. «Η πίστη στα φαντάσματα κορυφώθηκε κατά τα μέσα του 19ου αιώνα κυρίως λόγω της εμφάνισης ενός νέου θρησκευτικού κινήματος, του πνευματισμού, στο οποίο τα μέντιουμ επικοινωνούσαν με τους νεκρούς έπειτα από αίτημα των ζωντανών αγαπημένων τους προσώπων. Η τάση αυτή ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στις μεσαίες τάξεις και γοήτευσε  μέχρι και τη βασίλισσα Βικτώρια, η οποία φημολογείται ότι έκανε και η ίδια τέτοιες σεάνς» εξηγεί η Έμιλι Βίνσεντ. Διάσημοι λογοτέχνες όπως ο συγγραφέας του Σέρλοκ Χολμς, Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ ήταν υπέρμαχος του πνευματισμού και βοήθησε στη διάδοση τέτοιων πεποιθήσεων.

«Είδαμε ακρωτηριασμένα πόδια να ανεβαίνουν μια σκάλα»

Η παρουσιάστρια της εκπομπής «Most Haunted», που καθήλωνε για χρόνια εκατομμύρια Βρετανούς μπροστά στην οθόνη τους, μοιράζεται τη δική της εμπειρία. «Πιστεύω στα φαντάσματα. Φοβόμουν πάντα αλλά είχε μια περιέργεια για το παραφυσικό. Δεν έβλεπα θρίλερ και αν έβλεπα γύριζα σπίτι άναβα όλα τα φώτα και περνούσα το βράδυ άυπνη» περιγράφει η Ιβέτ Φίλντινγκ.

«Στην εκπομπή έζησα χιλιάδες εμπειρίες αλλά το περιστατικό που με έπεισε για την ύπαρξη του μεταφυσικού ήταν όταν εγώ και τρεις ακόμα συνεργάτες είδαμε ακρωτηριασμένα πόδια να περπατούν στην κύρια σκάλα του Theater  Royal στο Λονδίνο».

«Προσωπικά, δεν πιστεύω στα φαντάσματα», λέει η Έμιλι Βίνσεντ. «Αλλά η έρευνά μου για τα υπερφυσικά φαινόμενα τη Βικτωριανή εποχή και τον πνευματισμό του 19ου αιώνα, με έκανε να κατανοήσω βαθιά εκείνους που πιστεύουν στα φαντάσματα. Αυτοί που πιστεύουν στο υπερφυσικό συχνά οδηγούνται από την επιθυμία να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ ζωντανών και νεκρών, να αισθάνονται συνδεδεμένοι με τα αγαπημένα τους πρόσωπα που έχουν πεθάνει» καταλήγει.

Πηγή: Independent