«Ήμουν μία από τις πέντε καλύτερες φωτογράφους στη Μόσχα. Οι πελάτες μου ήταν από την ελίτ της πρωτεύουσας, εκ των οποίων πολλοί πολιτικοί. Η συναναστροφή μαζί τους με έκανε να αλλάξω γνώμη για τους πλούσιους Ρώσους», λέει η Ντάρια και συνεχίζει:

«Εκτός από φωτογράφος ήμουν και σκηνοθέτης και παραγωγός. Συμμετείχα σε τηλεοπτικές σειρές και είμαι περήφανη για όσα δημιούργησα. Το αποτέλεσμα όμως ήθελε καθημερινά 15 ώρες δουλειάς και να παίρνω ρεπό κάθε δύο εβδομάδες. Ήμουν εξουθενωμένη».

«Έγινα φωτογράφος για να δείξω τη συναισθηματική ένταση των στιγμών. Επένδυσα πολλά χρήματα για τον εξοπλισμό μου, αλλά πάντα γυρνούσα στο ίδιο σημείο της ζωής μου. Δεν πήγαινα διακοπές, δεν έδινα χρόνο στον εαυτό μου να ξεκουραστεί ενώ το είχα τόσο πολύ ανάγκη. Όταν δεν δούλευα, το μόνο πράγμα που με ευχαριστούσε είναι να δημιουργώ όμορφες εικόνες. Τότε κατάλαβα πως ήμουν εργασιομανής, προτιμούσα να δημιουργώ κάτι από το να ηρεμήσω», επισημαίνει η Ντάρια.

«Τότε ήταν που θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, όταν εγώ και οι συμμαθητές μου μιλούσαμε για τα επαγγέλματα που θέλαμε να κάνουμε όταν μεγαλώσουμε. Εγώ τους έλεγα πως ήθελα να έχω καταφύγιο σκύλων. Μεγαλώνοντας χωρίς πατέρα, η μητέρα μου δούλευε πολύ σκληρά, οπότε δεν μπορούσε να φροντίσει σκύλο. Είχε καταλάβει πως αν μου έφερνε σκύλο στο σπίτι, θα είχε ακόμα ένα βάρος», λέει και συνεχίζει:

«Δεν πέρασε καιρός μέχρι να πάρω τον πρώτο μου σκύλο. Ήμουν σκηνοθέτης και βοηθούσα ζώα που είχαν ανάγκη. Έκανα δωρεές και ήμουν εθελόντρια διαδικτυακά, προσπαθώντας να βρω κτηνιάτρους και άλλους ανθρώπους να βοηθήσουν. Μία μέρα είδα ένα μονόφθαλμο κουτάβι που βρισκόταν σε καταφύγιο. Χρειαζόταν 150 ευρώ για να πάρει θεραπεία. Συναντήθηκα με μία εθελόντρια, της έδωσα τα χρήματα και μου είπε: “ευχαριστώ, αλλά δεν μπορούμε να την πάμε τώρα στον κτηνίατρο. Δεν υπάρχει κανείς διαθέσιμος».

»Ήμουν μαζί με τον σύζυγό μου και του είπα πως πρέπει να πάμε εμείς το κουτάβι στον γιατρό. Τότε τα κατάλαβα όλα. Η εθελόντρια άφησε στα πόδια μου το καταδαγκωμένο κουτάβι. Την κοίταξα και την ρώτησα “αυτό είναι κουτάβι;”».

Από εκείνη τη στιγμή το ζευγάρι ξεκίνησε να σώζει σκύλους: «Θέλαμε να πάρουμε τον έβδομο. Ήταν σε άθλια κατάσταση, δεν τον ήθελε κανένας. Ήταν επτά μηνών. Τον πήραμε σπίτι και ήταν επιθετικό, ορμούσε στους άλλους έξι σκύλους, ακόμα και σε εμάς. Πήραμε εκπαιδευτή αλλά δεν βοήθησε. Αποδείχτηκε πως ο σκύλος είχε κρανιοεγκεφαλικά τραύματα τα οποία του δημιουργούσαν οφθαλμαπάτες και μπορούσε να επιτεθεί ανά πάσα στιγμή».

»Φοβόμουν να φύγω από το σπίτι ακόμα και για να φωτογραφήσω. Ο σκύλος είχε επιτεθεί για να μας δαγκώσει σε λαιμό και πρόσωπο. Ήταν και μεγαλόσωμος. Όταν κάλεσα τον εκπαιδευτή μου είπε: “κοίτα, πρέπει να το τελειώσεις. Κάλεσε την αστυνομία και πες τους να το πυροβολήσουν”. O σύζυγός μου ήξερε τι πρέπει να κάνει: έριξε μια κουβέρτα στο κεφάλι του και το πίεσε στο πάτωμα. Μίλησα με τον εκπαιδευτή και μου είπε πως δεν έχουμε καμία ελπίδα και να αφήσω τον σκύλο σε μια ερημιά!».

Το ζευγάρι αγόρασε ένα σπίτι στην εξοχή και μετακόμισε με τους σκύλους του. Στη συνέχεια, ξεκίνησε να σώζει σκύλους με ειδικές ανάγκες γεγονός που μας «άλλαξε τη ζωή».

«Καταλαβαίνω πως είναι δύσκολο να αφήσεις τη ζωή στην πόλη και να μετακομίσεις στην εξοχή για να φροντίζεις ζώα, αλλά εμείς είμαστε ευτυχισμένοι. Επιτέλους νιώθω πως δεν ξοδεύω άσκοπα το χρόνο μου. Βοηθάω αυτά τα ζώα και το απολαμβάνω».

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το ζευγάρι με τη βοήθεια μιας φίλης, σώζει σκύλους, γάτες, αλεπούδες και... ρακούν με ειδικές ανάγκες, με διάφορους τρόπους, ακόμα και πληρώνοντας χρήματα σε λαθρεμπόρους.