Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Λιντς έδειξαν για πρώτη φορά μια σύνδεση μεταξύ πρωινού και επιδόσεων στο λύκειο σε Βρετανούς μαθητές.

Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης μελέτης, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση "Frontiers in Public Health", αφού προστέθηκαν όλοι οι βαθμοί εξετάσεων κάθε μαθητή, βρέθηκε ότι εκείνοι που έτρωγαν σπάνια πρωινό είχαν βαθμό κατά δύο μονάδες μικρότερο από αυτούς που σπάνια παρέλειπαν το πρωινό γεύμα.

«Η έρευνά μας υποστηρίζει ότι οι μαθητές λυκείου που δεν τρώνε πρωινό βρίσκονται σε μειονεκτική θέση καθώς δεν δίνουν 'καύσιμα' στον εγκέφαλό τους για να αρχίσουν τη σχολική μέρα» είπε η Κάτι Αντόλφους, επικεφαλής ερευνήτρια από τη σχολή Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Λιντς.

Η ίδια τόνισε ότι τα ευρήματα δείχνουν ότι η κακή διατροφή συνδέεται με χειρότερες επιδόσεις στο σχολείο.

Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 294 μαθητές λυκείου από τo δυτικό τμήμα της κομητείας Γιορκ στη βόρεια Βρετανία το 2011 και βρήκαν ότι το 29% δεν έτρωγε πρωινό σχεδόν ποτέ, το 18% έτρωγε πρωινό περιστασιακά και το 53% έτρωγε συστηματικά πρωινό. Τα δεδομένα αυτά βρίσκονται σε αντιστοιχία με δεδομένα στη Βρετανία του 2019, όπου υπολογίζεται ότι πάνω από το 16% των παιδιών δεν τρώει πρωινό.

Διαπιστώθηκε ότι εκείνοι που δεν έτρωγαν πρωινό είχαν έως και δύο βαθμούς λιγότερους από εκείνους που έτρωγαν πρωινό συστηματικά. Όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη και άλλους παράγοντες όπως το κοινωνικοοιονομικό στάτους, την εθνικότητα, το φύλο, την ηλικία και τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) φάνηκε ότι ο βαθμός εκείνων που δεν έτρωγαν πρωινό ήταν κατά το ένα πέμπτο μικρότερος από τον βαθμό εκείνων που έτρωγαν.