Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Τζούλι Άαρεστρουπ του Κέντρου Κλινικών Ερευνών και Πρόληψης της Δανίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό ανθρώπινης βιολογίας «Annals of Human Biology», παρακολούθησαν την πορεία 171.362 κοριτσιών ηλικίας επτά έως 13 ετών για πολλά χρόνια μετά την ενηλικίωσή τους. Από αυτές, οι 2.149 διαγνώστηκαν με ενδομητρίωση.

Διαπιστώθηκε ότι τα κορίτσια με μεγαλύτερο δείκτη μάζας σώματος και χαμηλότερο ύψος στην παιδική ηλικία είχαν μικρότερο κίνδυνο ενδομητρίωσης αργότερα, σε σχέση με τις ψηλές και λεπτές κοπέλες. Μία διαφορά ύψους πέντε εκατοστών σχετίζεται με αύξηση κατά 9% του κινδύνου ενδομητρίωσης, ενώ μία διαφορά βάρους κατά 2,3 κιλά με αύξηση του κινδύνου κατά 8%.

Αυτή η διαπίστωση, σύμφωνα με τους ερευνητές, δίνει τη δυνατότητα για πιο έγκαιρη διάγνωση της πάθησης, πράγμα που θα κάνει πιο αποτελεσματική τη θεραπεία, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη του ιστού του ενδομητρίου σε άλλες περιοχές πέρα από τη μήτρα, όπως στις ωοθήκες. Είναι, πάντως, ακόμη άγνωστος ο βιολογικός μηχανισμός που συνδέει το βάρος και το ύψος με τον κίνδυνο ενδομητρίωσης.

Εκτιμάται ότι περίπου 176 εκατομμύρια γυναίκες πάσχουν από ενδομητρίωση παγκοσμίως. Εκτός από τους πόνους και τις δυσκολίες αναπαραγωγής, η πάθηση αυξάνει, επίσης, τον κίνδυνο οι γυναίκες να εμφανίσουν άλλες χρόνιες παθήσεις, όπως καρδιοπάθεια και γυναικολογικούς καρκίνους. Μέχρι σήμερα λίγα πράγματα είναι γνωστά για τις αιτίες της πάθησης και ως παράγοντες κινδύνου θεωρούνται η πρόωρη έναρξη της εμμηνόρροιας, οι βραχύτεροι κύκλοι της περιόδου και το σχετικό οικογενειακό ιστορικό.