Αυτό το γεγονός, όπως αναφέρει το Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων που επικαλείται την έρευνα, αν ισχύει ευρύτερα, κάτι που δεν είναι βέβαιο ακόμα φυσικά, ίσως δυσκολέψει την απόκτηση ανοσίας από τουλάχιστον ένα μέρος του πληθυσμού, την εξαγωγή συμπερασμάτων από τα μελλοντικά τεστ ανοσίας στον γενικό πληθυσμό, αλλά και τη δημιουργία ενός ευρέως αποτελεσματικού εμβολίου.

Ερευνητές του Πανεπιστημίου Φουντάν, οι οποίοι έκαναν τη σχετική προδημοσίευση στο Medrxiv.org, ανέλυσαν δείγματα αίματος από 175 ασθενείς που είχαν πάρει εξιτήριο από κλινική της Σαγκάης.

Διαπιστώθηκε ότι σχεδόν το ένα τρίτο αυτών των ανθρώπων (περίπου το 30%) είχε λίγα αντισώματα, ενώ σε δέκα άτομα δεν ήταν δυνατό να ανιχνευθούν καθόλου αντισώματα.

Αυτό ίσως αυξάνει τον κίνδυνο μίας δεύτερης λοίμωξης Covid-19, κάτι που θα μελετηθεί στη συνέχεια από τους Κινέζους επιστήμονες.

Όλοι οι ασθενείς είχαν μόνο σχετικά ήπια συμπτώματα (βήχα και πυρετό, χωρίς μεγάλη δύσπνοια), ενώ οι περισσότεροι από όσους είχαν λίγα αντισώματα ήταν νέοι σε ηλικία. Η μελέτη δεν αφορούσε ασθενείς που ιάθηκαν μετά από παραμονή σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.

Τα επίπεδα αντισωμάτων αυξάνονταν μαζί με την ηλικία, έτσι ιαθέντες άνθρωποι 60 έως 85 ετών είχαν υπερτριπλάσια αντισώματα σε σχέση με τα άτομα 15 έως 39 ετών, σύμφωνα με τη βρετανική «Telegraph» και το «Newsweek».

 «Αν πολλοί άνθρωποι παράγουν χαμηλά επίπεδα αντισωμάτων έναντι του SARS-CoV-2, τότε τα όποια τεστ στην κοινότητα θα πρέπει να έχουν πολύ υψηλό βαθμό ευαισθησίας», σχολίασε ο καθηγητής Ιατρικής Πολ Χάντερ του Πανεπιστημίου East Anglia.

Από την άλλη πλευρά, η καθηγήτρια Ανοσολογίας Ελιάνορ Ράιλι του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου χαρακτήρισε καθησυχαστικά τα κινεζικά ευρήματα και συμβατά με άλλες αναπνευστικές παθήσεις. Όπως είπε, «ένας μικρός αριθμός ανθρώπων δεν παρήγαγε ανιχνεύσιμα προστατευτικά αντισώματα, όμως όλοι ιάθηκαν, πράγμα που δείχνει ότι υπάρχουν άλλα είδη αντισωμάτων ή άλλα συστατικά της ανοσιακής απάντησης του οργανισμού, που μπορούν επίσης να καταπολεμήσουν τη λοίμωξη. Όσον αφορά στο υψηλότερο επίπεδο αντισωμάτων στους πιο ηλικιωμένους, σε σχέση με τους νεότερους, είναι κάτι που σχετίζεται με τη σοβαρότητα της νόσου, καθώς τα αντισώματα είναι περισσότερα σε όσους ανακάμπτουν από πιο σοβαρή ασθένεια».