Μπορεί οι περισσότερες γυναίκες να είναι «εγκεφαλικές» και να κάνουν σεξ μόνο εφόσον συνδεθούν συναισθηματικά, όμως αυτό ισχύει απλώς για το μεγαλύτερο ποσοστό. Σύμφωνα με νεότερη επιστημονική μελέτη, το 7% των γυναικών όχι απλώς κάνει σεξ χωρίς όρια, αλλά δεν μπορεί ούτε να ελέγξει τις σεξουαλικές τους ορμές. Στην κατάσταση αυτή βρίσκεται το 10% των ανδρών. 

Πρόκειται για μία ψυχιατρική πάθηση, η οποία ονομάζεται διαταραχή καταναγκαστικής σεξουαλικής συμπεριφοράς. Τα άτομα που πάσχουν από αυτήν δεν έχουν άλλου τύπου εκδηλώσεις και συμπτώματα, παρά μόνο πρόβλημα με τη σεξουαλική τους συμπεριφορά. 

Στο πλαίσιο της μελέτης, η κλινική ψυχολόγος δρ. Τζάνα Ντίκενσον του Τμήματος Οικογενειακής Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Μινεσότα στη Μινεάπολη και η ομάδα της, υπέβαλαν σε ειδικές εξετάσεις 2.325 άτομα ηλικίας 18 έως 50 ετών.

Τα αποτελέσματα ήταν έκπληξη και για τους ειδικούς, καθώς περίμεναν μόνο από 1% έως 6% να πληρούσε τα κριτήρια για τη «διαταραχή καταναγκαστικής σεξουαλικής συμπεριφοράς». Τελικά όμως διαγνώστηκε το 8,6% των ερωτηθέντων (μέσος όρος των δύο φύλων), ενώ και η διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα είναι μικρή σε σχέση με αυτό που περίμεναν.

 «Επικρατούσε ανέκαθεν η αντίληψη ότι οι καταναγκαστικές σεξουαλικές συμπεριφορές αφορούν κυρίως τους άνδρες. Όμως, όπως δείχνει η νέα μελέτη, οι γυναίκες επίσης βιώνουν δυσκολία να ελέγξουν τις σεξουαλικές ορμές και συμπεριφορές τους», δήλωσε η Ντίκενσον.

Όπως είπε, οι συμπεριφορές αυτού του είδους εμφανίζουν μεγάλη ποικιλία: «Μερικοί άνθρωποι μπορεί να αυνανίζονται υπερβολικά, πράγμα που επιφέρει δυσκολίες ακόμη και στην ικανότητά τους να εργάζονται ή κάποιος άλλος μπορεί να πληρώνει για σεξ τόσο πολύ, που τελικά καταστρέφεται οικονομικά».

Οι γιατροί διαφωνούν εδώ και καιρό κατά πόσο ο σεξουαλικός εθισμός είναι ένας πραγματικός εθισμός, όπως τόσοι άλλοι ή αν συνιστά μια διαταραχή των ορμών. Ό,τι και αν ισχύει πάντως, οι άνθρωποι με καταναγκαστική σεξουαλική συμπεριφορά, την οποία δυσκολεύονται να ελέγξουν μόνοι τους, συχνά κάνουν πράξεις που έχουν αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τους άλλους.
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση JAMA Network Open.