Παρά τις γνώσεις των ειδικών στον διαβήτη, οι επιστημονικές μελέτες βοηθούν ακόμη περισσότερο στη διαχείριση της νόσου, πόσο μάλλον όταν πραγματοποιούνται σε ένα «ιδιαίτερο» κοινό, στους έλληνες ασθενείς και είναι στοχευμένες. Τρεις νέες μελέτες, που αναμένεται σύντομα να δημοσιευτούν σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, παρουσιάστηκαν σήμερα στο πλαίσιο συνέντευξης Τύπου και αφορόυν όσους έχουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. 

Όπως επεσήμαναν ειδικοί, είναι εξαιρετικά σημαντικό για τις επιπλοκές που θα εκδηλωθούν στο μέλλον, τα άτομα με διαβήτη να είναι σωστά ρυθμισμένα. «Υπάρχει το φαινόμενο μεταβολικής κληρονομικότητας, κατά το οποίο αν κάποιος παραμείνει αρρύθμιστος ακόμα και τον πρώτο καιρό της διάγνωσης, θα έχει στο μέλλον περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσει αγγειακά νοσήματα που σχετίζονται με τον διαβήτη», ανέφερε ο Βασίλης Τσιμιχόδημος, επίκουρος καθηγητής Παθολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Γι’ αυτό και είναι εξαιρετική μεγάλης σημασίας η σωστή ρύθμιση του διαβήτη, αλλά και η πρώιμη διάγνωση. 

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα από τις τρεις μελέτες που έγιναν σε έλληνες ασθενείς, άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ενώ βρίσκονται σε θεραπεία, παραμένουν αρρύθμιστοι για περισσότερο από τρεις μήνες, αν και στο διάστημα αυτό οι κατευθυντήριες οδηγίες συστήνουν επανεκτίμηση της θεραπείας. 

Συγκεκριμένα, περίπου το 50% των ασθενών σε μετφορμίνη και περίπου το 60% των ασθενών που λάμβανουν σουλφονυλουρία είτε ως μονοθεραπεία είτε συνδυαστικά με μετφορμίνη δεν πετυχαίνουν τον γλυκαιμικό στόχο- γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) κάτω από 7%. Ταυτόχρονα, η συστηματική εκπαίδευση του διαβητικού ασθενούς, μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην καλύτερη συμμόρφωση στη θεραπεία, παράγοντα εξαιρετικής σημασίας για χρόνιες ασθένειες όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2.

Οι τρεις νέες μελέτες: RELOAD, ADVICE και RECAP

Η RELOAD είναι μια πολυκεντρική, αναδρομική, επιδημιολογική μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε διάστημα ≥24 μηνών, με στόχο την αξιολόγηση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με ΣΔτ2 που λαμβάνουν μονοθεραπεία με μετφορμίνη στη μέγιστη ανεκτή δόση. Στη μελέτη συμμετείχαν 316 ασθενείς από 18 κέντρα. 

Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι σχεδόν τα 2/3 των ασθενών με ΣΔτ2 που λαμβάνουν μονοθεραπεία με μετφορμίνη στη μέγιστη ανεκτή δόση δεν πετυχαίνουν τον γλυκαιμικό στόχο για γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) <6.5%, Επιπλέον, οι ασθενείς που δεν ρυθμίζονται στη μονοθεραπεία με μετφορμίνη, παραμένουν σε υψηλές τιμές HbA1c για μεγάλες περιόδους και η εντατικοποίηση της θεραπείας καθυστερεί, καθώς σχεδόν το 50% των ασθενών παραμένουν σε τιμές HbA1c ≥7%, 9 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με μετφορμίνη. 

Η RECAP μια πολυκεντρική, αναδρομική μελέτη παρατήρησης, εστίασε στην αξιολόγηση του επιπολασμού των υπογλυκαιμιών και τον αντίκτυπό τους στη γλυκαιμική ρύθμιση των διαβητικών ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με σουλφονυλουρίες σε πραγματικές συνθήκες. Στη μελέτη συμμετείχαν 33 κέντρα σε όλη την επικράτεια και συμπεριλήφθηκαν 383 ασθενείς με ΣΔτ2 που λάμβαναν σουλφονυλουρία είτε ως μονοθεραπεία είτε συνδυαστικά με μετφορμίνη.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 43% των ασθενών ανέφεραν υπογλυκαιμικό επεισόδιο τους τελευταίους 6 μήνες πριν την ένταξή τους στη μελέτη, ενώ ταυτόχρονα, σχεδόν το 60% των ασθενών δεν πέτυχαν το γλυκαιμικό στόχο για γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) <7%. Επίσης, φάνηκε ότι η παρουσία υπογλυκαιμίας ως ανεπιθύμητης ενέργειας και η σοβαρότητά της συσχετίστηκαν με μειωμένη ποιότητα ζωής, φόβο υπογλυκαιμίας καθώς και μειωμένη συμμόρφωση στη θεραπεία. Συνολικά, τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η μείωση της συχνότητας εμφάνισης και σοβαρότητας των υπογλυκαιμικών επεισοδίων θα μπορούσε να οδηγήσει σε βελτιωμένες κλινικές εκβάσεις, οι οποίες με τη σειρά τους θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου και κατ’ επέκταση στην καλύτερη διαχείριση της νόσου συνολικά.

Η ADVICE αποτελεί μία μη παρεμβατική, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη ανά συστάδες μελέτη που αξιολόγησε την επίδραση της συστηματικής εκπαίδευσης του ασθενούς και των προγραμμάτων υποστήριξης στην αυτοαναφερόμενη συμμόρφωση στη θεραπεία για τον ΣΔτ2 σε ασθενείς στην Ελλάδα. Στη μελέτη συμμετείχαν 457 ασθενείς σε συνολικά 45 κέντρα  (22 κέντρα στην ομάδα εμψύχωσης και 23 κέντρα στην ομάδα ελέγχου). 
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα, η συστηματική εκπαίδευση του ασθενούς και τα προγράμματα υποστήριξης για την διαχείριση του ΣΔτ2 μπορούν να συνεισφέρουν σημαντικά στη βελτίωση της συμμόρφωσης στη θεραπεία. Επιπλέον, στους ασθενείς της ομάδας εμψύχωσης παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μέση βελτίωση της HbA1c, σημαντική βελτίωση στις συνήθειες αναφορικά με τη σωματική άσκηση και σημαντικά μεγαλύτερη ικανοποίηση από την θεραπεία σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.

Ομιλητές στην εκδήλωση ήταν οι επικεφαλής ερευνητές κ. Νικόλαος Τεντολούρης, καθηγητή Παθολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθήνας και κ. Βασίλης Τσιμιχόδημος, επίκουρος καθηγητής Παθολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Από την πλευρά του ο Ιατρικός Διευθυντής της MSD Ελλάδας, κ. Λάζαρος Πουγγίας, MD, PhD παραβρέθηκε με σκοπό να παρουσιάσει τη σημασία που δίνει η εταιρεία στην παραγωγή και αναζήτηση δεδομένων από την ελληνική κλινική πράξη, καθώς μια τέτοιου είδους επένδυση μπορεί να συμβάλλει στην καλύτερη αντιμετώπιση των ασθενών στην Ελλάδα και στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων αναφορικά με την επιλογή της βέλτιστης θεραπείας.