Τις τρεις προϋποθέσεις για την έξοδο της χώρας από την κρίση παρουσίασε ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας, τη Δευτέρα, σε εκδήλωση του ερευνητικού οργανισμού διαΝΕΟσις, στη Θεσσαλονίκη.

Όπως τόνισε χαρακτηριστικά «εάν ήθελα να παρουσιάσω τον οδικό άξονα για την έξοδο της χώρας από την κρίση, θα περιέγραφα ένα τρίγωνο με τρεις κορυφές.

Στην πάνω κορυφή, είναι το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής. Σε καμία περίπτωση, δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στις εποχές που ξοδεύαμε περισσότερα από αυτά τα οποία παρήγαγε η χώρα. Από την άλλη, μια πολύ σφικτή δημοσιονομική πολιτική, με πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% για πολλά χρόνια, μπορεί να είναι τόσο περιοριστική, που να ακυρώσει το όφελος από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Άρα, πρέπει να προκρίνεται μια δημοσιονομική πολιτική που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στον περιορισμό των δαπανών σε συνδυασμό με λελογισμένο περιορισμό των φόρων. Παράλληλα, πρέπει να υπάρχει διεύρυνση της φορολογικής βάσης και με την επιθετική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, κυρίως μέσω της διεύρυνσης των ηλεκτρονικών πληρωμών.

Η δεύτερη κορυφή έχει να κάνει με τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Δεν πρόκειται να έχουμε ανάπτυξη χωρίς ένα τραπεζικό σύστημα, το οποίο μπορεί να παρέχει πόρους. Και χρηματοδότηση στις εταιρείες που θέλουν να ρισκάρουν και να επενδύσουν. Αλλά, πρέπει να υπάρχουν πόροι. Δεν μπορεί να στηρίζονται μόνο σε ίδια κεφάλαια. Εάν δεν υπάρξει εκκαθάριση του χαρτοφυλακίου των κόκκινων δανείων και μια άλλη προσέγγιση στο πως αντιμετωπίζουμε τους ισολογισμούς των τραπεζών, η ανάπτυξη θα είναι πολύ δύσκολη.

Η τρίτη κορυφή του τριγώνου, που είναι ίσως το πιο ουσιαστικό κομμάτι, είναι οι περιβόητες μεταρρυθμίσεις. Δεν είναι μεταρρύθμιση το να κόβεις οριζόντια συντάξεις και να επιβάλεις οριζόντια φόρους. Κατηγοριοποιώ τις μεταρρυθμίσεις σε τρεις βασικές κατηγορίες. Η πρώτη είναι η μεταρρύθμιση στη Δημόσια Διοίκηση. Ο τρόπος που αποκτούμε ένα Κράτος λειτουργικό. Το πως αξιοποιούμε το ανθρώπινο δυναμικό μας, αξιολογούμε τους δημοσίους υπαλλήλους και αξιοποιήσουμε την ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Η δεύτερη κατηγορία είναι οι επενδύσεις. Αυτό που λέμε αγορές προϊόντων. Ο τρόπος που απελευθερώνουμε την υγιή επιχειρηματικότητα. Κατά την άποψή μου, αυτό γίνεται χωρίς να δίνουμε τόσο μεγάλη έμφαση σε κεντρικά κατευθυνόμενες κλαδικές πολιτικές. Βεβαίως, και έχουμε κλάδους, που έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα. Πολλές φορές, όμως, η οικονομία μας εκπλήσσει. Καινοτόμες ιδέες και επιχειρηματικότητα έρχονται από εκεί που δεν την περιμένουμε. Βλέπουμε ότι πέτυχαν εταιρείες που δεν θα φανταζόμασταν ότι θα τις είχαμε στην Ελλάδα. Προέκυψαν όμως. Κάποιοι επιχειρηματίες με φαντασία και θάρρος τόλμησαν να επενδύσουν. Και παράγουν ποιοτικά προϊόντα, τα οποία εξάγουν. Αυτό είναι μη διαπραγματεύσιμο. Θέλουμε προϊόντα τα οποία θα εξάγουμε. Προϊόντα που θα επενδύουν στην ποιότητα και όχι στο χαμηλό κόστος. Εκεί, δεν πρόκειται να είμαστε ανταγωνιστικοί. Παρότι το κόστος εργασίας έχει μειωθεί και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα είμαστε ανταγωνιστικοί. Χρειαζόμαστε σύμπραξη. Χρειαζόμαστε συνενώσεις. Ειδικά, στον πρωτογενή τομέα. Δεν μπορεί οι αγρότες να συνεννοούνται μόνο όταν είναι να κατέβουν στα μπλόκα. Πρέπει να συνεννοούνται και για τη δημιουργία οργανώσεων παραγωγών. Και για τη δημιουργία ικανού μεγέθους και την επένδυση στην καινοτομία. Υπάρχουν νησίδες ποιότητας που μας κάνουν να είμαστε αισιόδοξοι».