Πριν λίγα λεπτά έγινε γνωστό πως ο Στάθης Ψάλτης έφυγε από τη ζωή. Στις αρχές Φεβρουαρίου, ενώ βρισκόταν σε περιοδεία στην Πτολεμαΐδα μαζί με άλλους πρωταγωνιστές της επιθεώρησης «Όλοι μαζί ...τη φάγαμε», ο ηθοποιός ένιωσε αδιαθεσία και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της περιοχής. Οι γιατροί του συνέστησαν να διακόψει την παράσταση και να επιστρέψει στην Αθήνα για περαιτέρω εξετάσεις. Το τελευταίο διάστημα νοσηλευόταν στο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» δίνοντας σκληρή μάχη με τον καρκίνο. 

Γεννήθηκε στο Βέλο Κορινθίας, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια μέχρι την ηλικία των 11 ετών όταν η οικογένειά του μετακόμισε στο Αιγάλεω. Σπούδασε στη Δραματική σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη και τελείωσε τη Νομική Σχολή στο Πανεπιστήμιο Αθήνας. Αν δεν ζούσε στην Ελλάδα θα ήθελε να ζεί στο Περθ της Αυστραλίας ή στη Χαβάη. Δεν κάνει σχέδια ή όνειρα. Και ποτέ δεν παίζει ρόλους στη ζωή του.

Ο Στάθης Ψάλτης είναι ο ηθοποιός που έχει ταυτίσει την εικόνα του με τις εμπορικές κωμωδίες της δεκαετίας του ’80. Έπαιξε σε πολλές ταινίες του Ελληνικού κινηματογράφου, όπως Καμικάζι αγάπη μου, Τροχονόμος Βαρβάρα, Τα Καμάκια, Βασικά καλησπέρα σας, Και ο Πρώτος ματάκιας, Τρελλός είμαι ό,τι θέλω κάνω, Έλα να αγαπηθούμε ντάρλινγκ, Μάντεψε τι κάνω τα βράδια.

 

Η αθυροστομία του ήθοποιού ήταν σήμα κατατεθέν της εικόνας του. Παρουσιαζόταν ως μονίμως οργισμένος, με ξεσπάσματα θυμού που εκδηλώνονταν με λεκτικές κορόνες και ελεθυεριάζοντα λόγο. Η ελευθερία έκφρασης του εξηγεί και τη μεγάλη απήχηση που είχαν οι ταινίες του σε νεότερα κοινά. Πιστεύει πάντως για τις ταινίες που τον έκαναν ιδιαίτερα γνωστό ότι δεν ξέρει τι ακριβώς είχαν και το μόνο που μπορεί να πει είναι: «ίσως μια διαχρονικότητα στα θέματα».

Στο μυαλό μας έχουν μείνει αρκετές από τις ατάκες που έχει πει σε διάφορους ρόλους του, όπως «Μανούλι, είσαι να τη βρούμε;», «Κούλα, πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος!» και «Κούλα με την κουλάρα σου!».

Πιστεύει ότι οι νέοι πρέπει αρχικά να έχουν πίστη στον εαυτό τους ώστε να μπορούν να τα καταφέρουν με το κομμάτι που θα ασχοληθούν. «Φυσικά η υποκριτική είναι πάντοτε ένας τρόπος για να ξεφεύγουμε από τα προβλήματα», θεωρεί.

 

Εκτός, όμως, από απίστευτος κωμικός ηθοποιός ήταν και απίστευτα γυναικάς. Ο Στάθης Ψάλτης ήταν πολύ γενναιόδωρος με τις γυναίκες που είχε μαζί του. Τους έδινε το χρίσμα της ηθοποιού και προπάντων αρκετή δόση από τη λάμψη του, αφού φωτογραφιζόταν μαζί τους πάνω και κάτω από τη σκηνή. Παντρεύτηκε στα 17 του, αλλά χώρισε γρήγορα. Από αυτόν τον γάμο έχει μία κόρη.

Το 2006 ανέβηκε για δέυτερη φορά τα σκαλιά της εκκλησίας με την Τάρια Μπούρα, η οποία τη δεκαετία του ’90 παρουσίαζε για πολλά χρόνια τη μόδα στον «Πρωινό καφέ». Αυτό όμως που μου έχει μείνει αξέχαστο από τη σχέση τους είναι ο αρραβώνας τους. Έγινε σε γνωστό κοσμικό ρεστοράν με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Η μόνη παραφωνία ήταν ότι η Τάρια φορούσε μαύρο πέπλο. Κάτι που σχολιάστηκε περίεργα από τα Μέσα της εποχής.

 

Ο Στάθης Ψάλτης και η Καίτη Φίνου υπήρξαν ένα από τα πιο αγαπημένα καλλιτεχνικά ζευγάρια του κόσμου, ενώ η κοινή ζωή τους αρκετές φορές είχε γίνει εξώφυλλο στα περιοδικά. «Ήταν πάθος με τον Στάθη. Όταν τον γνώρισα ήταν 32 χρονών, ήταν πολύ φυσιολογικό να πέσουν όλες οι γυναίκες επάνω του. Έφαγα το κέρατο της ζωής μου. Πως δε το ήξερα! Πολλές φορές τον είχα πιάσει…και να φιλιέται και με χορεύτριες. Μας πήγαινε η ζωή. Μέχρι που έφτασε κάποια στιγμή που κατάλαβα πως κι εγώ θέλω να ερωτευτώ ξανά στη ζωή μου. Είχα πάει Θεσσαλονίκη μία μέρα ξαφνικά μαζί με τον αδελφό του. Ο Στάθης εμφανιζόταν στη Θεσσαλονίκη σε ένα κέντρο. Κι όπως έπρεπε να κατεβώ τα σκαλοπάτια για τα καμαρίνια μου λέει μία τύπισσα "ο δικός σου έχει γκόμενα αυτή και μου δείχνει μία στο πρώτο τραπέζι". Τρέχω εγώ, μπαίνω μέσα στα καμαρίνια. Ένα χαστούκι του έχω δώσει, αλλά πως φαίνεται η ενοχή του. Του λέω: "Είναι η γκόμενα σου αυτή στο πρώτο τραπέζι;" παφ! Που θα πήγαινε αυτό όπου πήγαινα λέγαν σκύψε πρέπει να περάσεις από την πόρτα», έχει αναφέρει σε συνέντευξή της η γνωστή ηθοποιός. 

 

Τα τελευταία χρόνια, ο Στάθης Ψάλτης έχει βρει το λιμάνι του, στο πρόσωπο της Χριστίνας, με την οποία παντρεύτηκε και παίζει μαζί της στο θέατρο. Γνωρίστηκαν όταν εκείνη ήταν δεκαπέντε χρονών και εκείνος ήδη επιτυχημένος ηθοποιός. Που να το φανταστούν ότι χρόνια αργότερα θα ήταν ζευγάρι, σύζυγοι και συνεργάτες. 

 

Άκουγε μουσική, αλλά δεν τραγουδούσε. Του άρεσαν τα λαϊκά. Σιχαινόταν τα ψευτοκουλτουριάρικα και τα ντάπα ντούπα. Όταν ήταν νέος έπινε καναδυό ουίσκια και δεν τον ενοχλούσε. Τα τελευταία χρόνια δεν τα άντεχε πια. Στο σπίτι άφηνε το ράδιο να επιλέγει τι θα ακούσει. Το τραγούδι που τον έχει σημαδέψει είναι το «Φεύγω με πίκρα στα ξένα»: Μην κλάψεις μανούλα / που φεύγω στα ξένα. Του Καζαντζίδη.