Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, έκλεισε την 17η ή την 23η Νοεμβρίου του 2018, ανάλογα αν θα πάρει κανείς ως σημείο εκκίνησης την έναρξη ή την λήξη του παρθενικού Συνεδρίου του ΣΕΚΕ, τα 100 χρόνια ύπαρξής του. Θα τα γιορτάσει σε μεγάλη εκδήλωση στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, σήμερα, Κυριακή 25 Νοεμβρίου, όπου θα μιλήσει ο γγ της Κεντρικής Επιτροπής του, Δημήτρης Κουτσούμπας και θα ακολουθήσει καλλιτεχνικό πρόγραμμα με πολλούς και γνωστούς καλλιτέχνες.

Το ΚΚΕ πέρασε τα 6 πρώτα χρόνια του ως Σοσιαλιστικό Εργατικό Κομμα Ελλάδας, έπειτα ΣΕΚΕ (Κομμουνιστικό) και τα υπόλοιπα 94 με τον σημερινό του τίτλο. Με όλους του τους τίτλους έχει βάλει τη σφραγίδα του στην ιστορία της Ελλάδας τον τελευταίο αιώνα.

Συχνά πυκνά σε σκληρή εσωκομματική διαπάλη για τον επαναστατικό του χαρακτήρα. Πέρασε τα περισσότερα από τα χρόνια ύπαρξής του με διωγμούς και φυλακίσεις για τα μέλη και τα στελέχη του, φτάνοντας μέχρι το 1974 και την οριστική του de facto νομιμοποίηση.

Το Reader.gr, θυμάται τους 16 γραμματείς του, από τον Νίκο Δημητράτο ως την Αλέκα Παπαρήγα, αφήνοντας έξω μόνο τις περιπτώσεις του Αρίστου Αρβανίτη, γραμματέα του ΣΕΚΕ πριν το πρώτο Συνέδριο του, τον Παναγή Δημητράτο, που αντικατέστησε για λίγες μόνο ώρες τον συνεπώνυμό του Νίκο Δημητράτο, τον Βασίλη Νεφελούδη που είχε τον τίτλο του γραμματέα της ΚΕ στα πρώτα χρόνια του Νίκου Ζαχαριάδη κατά τα οποία ο επικεφαλής είχε τον τίτλο του γραμματέα του κόμματος, με τον ουσιαστικό ρόλο να ανήκει όμως στον δεύτερο και τον Δημήτρη Κουτσούμπα, που είναι εν ενεργεία γενικός γραμματέας.

Νίκος Δημητράτος

Το ΚΚΕ ιδρύεται ως «Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας» στο Συνέδριο που συνέρχεται στον Πειραιά από τις 17 ως τις 23 Νοεμβρίου του 1918 –έναν μόλις χρόνο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία-  και επιχειρεί να συνενώσει όλες τις σοσιαλιστικές ομάδες που δρούσαν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, κάτω από ένα πρόγραμμα.

Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του νεοσύστατου κόμματος, εκλέγεται ο μόλις 24 ετών φοιτητής της Νομικής Σχολής, Νίκος Δημητράτος. Ο νεαρός Κεφαλοννίτης που παίρνει μέρος στο Συνέδριο, ως μέλος της Σοσιαλιστικής Νεολαίας Αθηνών, με επικεφαλής τον Δημοσθένη Λιγδόπουλο και ανήκει στην «αριστερή πτέρυγα» με κύριους εκπροσώπους τον ίδιο και τους Λιγδόπουλο, Σπύρο Κουμιώτη, Μιχάλη Οικονόμου και Μιχάλη Σιδέρη. 

Η πτέρυγα αυτή, υποστηρίζει την μπολσεβικοποίηση του κόμματος, της οργάνωσής του δηλαδή κατ’ αντιστοιχία του κόμματος των Μπολσεβίκων που έχουν κερδίσει την επανάστασή του Νοεμβρίου του 1917 στη Ρωσία. Ταυτόχρονα είναι υπέρ της «σκληρής γραμμής» ενάντια σε όλα τα αστικά κόμματα, βενιζελικά ή αντιβενιζελικά.

Τον Μάιο του 1919 συνέρχεται το Α’ Εθνικό Συμβούλιο του κόμματος, το οποίο και αποφασίζει την αποχώρηση του κόμματος από την Β’ Διεθνή και την προσχώρησή του στη Γ’ Διεθνή, η οποία έχει μόλις ιδρυθεί. Η απόφαση ήρθε μετά από σκληρή αντιπαράθεση της αριστερής και της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος. Ήταν μάλιστα τόσο σφοδρή η διένεξη που τρία μέλη της ΚΕ, μεταξύ των οποίων και ο γραμματέας του κόμματος Νίκος Δημητράτος, θα ανακοινώσουν την παραίτησή τους για λόγους ευθιξίας από το όργανο. Κι αυτό καθώς οι «αντίπαλοί» τους, τους κατηγόρησαν για «βιασύνη να συνδεθούν με την Κομμουνιστική Διεθνή». Την θέση του Νίκου Δημητράτου, παίρνει για λίγο μόνο καιρό, ο συνεπώνυμός του, Παναγής Δημητράτος, Κεφαλλονίτης δάσκαλος.

Έξι μήνες αργότερα τον Νοέμβριο του 1919, στο Β’ Εθνικό Συμβούλιο του κόμματος, ο Νίκος Δημητράτος θα επανέλθει στη θέση του γραμματέα και οι άλλοι δυο (Λιγδόπουλος και Σιδέρης) στην ΚΕ.  Λίγο καιρό μετά την ίδρυση του ΣΕΚΕ, ξεκινά η Μικρασιατική Εκστρατεία, στην οποία το νεοσύστατο κόμμα αντιτίθεται κατηγορηματικά. Το ΣΕΚΕ θεωρεί την Μικρασιατική Εκστρατεία συνέχεια του Α’ -«ιμπεριαλιστικού» όπως τον χαρακτηρίζει- Παγκοσμίου Πολέμου και καταδικάζει τις προετοιμαζόμενες επεμβάσεις στην Τουρκία χαρακτηρίζοντας την Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού «βία κατά των λαών».

Γι αυτή τους τη στάση η φιλοβασική κυβέρνηση του αντι-βενιζελικού Συνασπισμού με επικεφαλής τον Δημήτρη Γούναρη, θα κυνηγήσει την ηγεσία του κόμματος, μεταξύ αυτών και τον γραμματέα της ΚΕ, Νίκο Δημητράτο με πρόσχημα «την διάδοση ηττοπαθών συνθημάτων» στο Μικρασιατικό μέτωπο.

Οι σκληρές διώξεις εις βάρος των κομμουνιστών, φαίνεται πως «λυγίζουν» το φρόνημα του Δημητράτου, ο οποίος από θιασώτης της γραμμής της μπολσεβικοποίησης και της ένταξης στην Κομμουνιστική Διεθνή, η οποία έχει στο μεταξύ ιδρυθεί το 1919, στρέφεται σε πιο δεξιές θέσεις. Υποστηρίζει πλέον την θέση για «μακρά νόμιμη ύπαρξη» που πρακτικά μεταφράζεται σε «λείανση» των θέσεων του ΣΕΚΕ, την μετατροπή του δηλαδή από «κόμμα επαναστατικό» σε κόμμα «μεταρρυθμιστικό». Θα φτάσει να υποστηρίζει ακόμα και την συνεργασία με αστικά κόμματα, που στο ιδρυτικό Συνέδριο του κόμματος, ξόρκιζε. Αιτιολογώντας τις σκέψεις του αυτές σημείωνε «το κόμμα έχει ανάγκη μακράς νομίμου υπάρξεως, εφόσον διανύει περίοδον οργανώσεως και προπαγάνδας, και υπό το πνεύμα τούτο πρέπει να εννοούνται και να εφαρμόζονται οι αποφάσεις της Γ΄ Διεθνούς στην Ελλάδα». Ο Νίκος Δημητράτος θα επανεκλεγεί γραμματέας και στο 2ο έκτακτο εκλογικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ το 1920.

Στις εκλογές, ο ίδιος θα ανακοινώσει ότι το ΣΕΚΕ παίρνει περίπου 100.000 ψήφους, σύμφωνα όμως με άλλες πηγές, δεν πρέπει να ξεπέρασε τις 45.000 και εξαιτίας του εκλογικού συστήματος, δεν εκλέγει κανέναν βουλευτή. Οι διώξεις, που έχουν ξεκινήσει επί Βενιζέλου και συνεχίζονται επί Γούναρη, έχουν στερήσει πολλά ηγετικά στελέχη από το μικρό όσο και νέο κόμμα. Την ίδια ώρα στο εσωτερικό του κόμματος, εξελίσσεται σημαντική διαπάλη για την κατεύθυνση που θα πάρει αυτό. Οι τρεις ομάδες που έχουν δημιουργηθεί είναι (σύμφωνα με τον Αλ. Κουτσούκαλη) η υπερεπαναστική με επικεφαλής τον Ευάγγελο Παπαναστασίου και τον Νίκο Σαργολόγο, που μιλά ακόμα και για αποχή από θέση αρχής από τις εκλογές, εκείνη των Γεωργιάδη, Κορδάτου, Μπεναρόγια και Παναγή Δημητράτου που ζητά «γενικότερη αναθεώρηση της τακτικής του κόμματος» και εκείνη του γραμματέα της ΚΕ, Νίκου Δημητράτου στην οποία συμμετέχουν και οι Αριστείδης Σιδέρης και Κουριέ, που προτείνει συνεργασία με αστικά κόμματα και αναστολή της επαναστατικής τακτικής.

Το 1922 ο Δημητράτος θα αντικατασταθεί από γραμματέας και δυο χρόνια αργότερα, θα διαγραφεί από κομματικό μέλος ως «καιροσκόπος με μικροαστικές αντιλήψεις». Μαζί με τον Αβραάμ Μπεναρόγια που έχει επίσης διαγραφεί θα οργανώσουν το 1924 τη «Συγκεντρωτική Ομάδα του ΣΕΚΕ» ή «Νέα Εποχή» που δραστηριοποιούνταν αρχικά στην κατεύθυνση της ανατροπής της «υπεραριστερής στροφής του κόμματος» και έπειτα στη δημιουργία σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Η προσπάθειά τους όμως απέτυχε και η ομάδα σταδιακά περιθωροποιήθηκε. Ο Δημητράτος έτσι εγκατέλειψε την πολιτική του δράση και άσκησε την δικηγορία, αναλαμβάνοντας αρκετές εργατικές υποθέσεις. Πέθανε στην Αθήνα, την περίοδο της γερμανικής κατοχής.

Γιάνης Κορδάτος

Δεν είναι κάποιο ορθογραφικό λάθος. Ο Κορδάτος, αποτελεί την έμπνευση και τον λόγο που σχεδόν 100 χρόνια αργότερα, ο υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας Βαρουφάκης, ζητά το όνομά του να γράφεται με ένα αντί για δυο «ν».

Γεννιέται το 1891 στη Ζαγορά και αφού τελειώνει το ημιγυμνάσιο, ο πατέρας του κτηματίας και έμπορος, τον στέλνει μαθητή στο Ελληνογερμανικό Λύκειο του Γιαννίκη στη Σμύρνη. Έχει την μεγάλη τύχη εκεί να έχει καθηγητή τον Δημήτρη Γληνό, ο οποίος τον στρέφει προς τον δημοτικισμό. Το 1911 φτάνει στην Αθήνα και γράφεται στη Νομική Σχολή.

Στα φοιτητικά του χρόνια έρχεται σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες και το εργατικό κίνημα. Μπορεί να μην βρίσκεται στο ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ, στο οποίο όμως προσχωρεί το 1919 και αναλαμβάνει άμεσα θέσεις ευθύνης. Τον Απρίλιο του 1920 εκλέγεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος και αναλαμβάνει «αντιπρόσωπος του κόμματος» στην εφημερίδα Ριζοσπάστης, ιδιοκτησίας Γιάννη Πετσόπουλου.

Γραμματέας του κόμματος, αναλαμβάνει στην Α’ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΕΚΕ τον Φεβρουάριο του 1922 και μόλις για εννέα μήνες. Στην διαπάλη που υπήρξε στη συγκεκριμένη Συνδιάσκεψη, η θέση που θα προκριθεί είναι εκείνη της «μακράς και νομίμου υπάρξεως» και θα προκαλέσει πολύ σύντομα αναταραχή σε όλο το κόμμα και αναβρασμό στην κατεύθυνση της ανατροπής της.

Ως γραμματέας του κόμματος, θα συλληφθεί δυο φορές. Πρώτα στις 5 Ιουλίου του 1922, μαζί με άλλα ηγετικά στελέχη του ΣΕΚΕ (Γωργιάδης, Παπανικολάου, Σιδέρης) εξαιτίας της αντιπολεμικής του αρθρογραφίας, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας και ξανά τον Σεπτέμβριο, μετά την κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου και την εκδήλωση του αντιμοναρχικού κινήματος από τους Πλαστήρα – Γονατά – Φωκά. Η φιλοβασιλική κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου, απειλεί τους συλληφθέντες κομμουνιστές με θάνατο, επιχειρώντας παράλληλα να διαπραγματευτεί μαζί τους –χωρίς αποτέλεσμα- τη στήριξή της από το ΣΕΚΕ και την από μέρους του καταδίκη των βενιζελικών κινηματιών. Η απόφαση για εκτέλεση τελικώς θα ματαιωθεί και οι κομμουνιστές ηγέτες θα απελευθερωθούν στις 5 Οκτωβρίου του 1922.

Δυο μόλις μήνες μετά την εκλογή του, ο Γιάνης Κορδάτος, ως γραμματέας του ΣΕΚΕ, θα υποδεχθεί στην Ελλάδα μυστικά τον απεσταλμένο της Γ’ Διεθνούς και του υπουργείου Εξωτερικών και Στρατιωτικών της Σοβιετικής Ρωσίας, που θέλει να μεσολαβήσει μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για να επιτευχθεί ειρηνική λύση στη Μικρά Ασία, καθώς το επίσημο ελληνικό κράτος, δεν έχει μέχρι εκείνη την ώρα διπλωματικές σχέσεις με τη Σοβιετική Ρωσία. Ο Κορδάτος θα συναντηθεί με τον Ν. Στράτο από την αντιπολίτευση και τον Α. Καρτάλη, υπουργό στην κυβέρνηση Γούναρη, χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Σύμφωνα μάλιστα με τον ίδιο, ο υπουργός Καρτάλης, τον έβρισε και τον έδιωξε.

Η κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου, σηματοδοτεί την επιστροφή του δυναμικότερου τμήματος του κόμματος στην πατρίδα. Το τμήμα αυτό, με επικεφαλής τον Παντελή Πουλιόπουλο, θα επιχειρήσει να ανατρέψει τον δρόμο που χαράζει το κόμμα με την προσήλωσή του στη «μακρά νόμιμη ύπαρξη» και την εκ νέου επαναστατική του στροφή. Στο έκτακτο Συνέδριο του Νοεμβρίου του 1922, ο Γιάνης Κορδάτος, αντικαθίσταται από γραμματέας, παραμένει όμως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος, ενώ σε εκείνο του Σεπτέμβρη του 1923, πριν τις εθνικές εκλογές, γίνεται μέλος της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής μαζί με τον Παπαναστασίου. Στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1923 το ΣΕΚΕ, σύμφωνα με την έρευνα του Ηλία Νικολακόπουλου, πιθανότατα ξεπέρασε τις 50.000 ψήφους.

Το 3ο Συνέδριο του ΣΕΚΕ, που συνέρχεται τον Δεκέμβριο του 1924, θα κλείσει την πορεία του κόμματος ως «Σοσιαλιστικό Εργατικό» και θα εγκαινιάσει εκείνη του «Κομμουνιστικού». Όνομα το οποίο παίρνει, αποδεχόμενο του 21 σχετικούς όρους που έθετε η Κομμουνιστική Διεθνής. Ο Κορδάτος, θα εκλεγεί μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και σε αυτό το Συνέδριο, οι διαφωνίες του όμως με την «γραμμή» του κόμματος πληθαίνουν.

Ανάμεσα στους σχεδιασμούς της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τα Βαλκάνια, είναι η ένοπλη εξέγερση στη Βουλγαρία και η γρήγορη γενίκευση της επανάστασης σε ολόκληρη την περιοχή. Μέσα σ’ αυτόν τον σχεδιασμό, περιλαμβανόταν και η θέση για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» που το ΚΚΕ θα υιοθετήσει. Η ηγεσία του ΚΚΕ, μοιράζεται στα δυο. Η μια ομάδα με επικεφαλής του Πουλιόπουλο και Σταυρίδη, συμφωνεί πλήρως, η έτερη με επικεφαλής τους Κορδάτο και Αποστολίδη, την βρίσκει «ανεδαφική».

Η αποδοχή της θέσης αυτής, που θα εγκαταλειφθεί το 1935, θα αποτελεί για πολλά χρόνια αφορμή για διώξεις των κομμουνιστών. Ο Κορδάτος θα διαγραφεί όπως και ο Αποστολίδης από το κόμμα, τον Μάρτιο του 1927. Παραμένει στο πλάι του, όμως στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, θα κοντραριστεί σκληρά με την ηγεσία του κόμματος υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη πλέον. Ο Γιάννης Ζέβγος θα τον χαρακτηρίσει «ιστορικό της μπουρζουαζίας» και «οικονομολόγο στις πρώτες γραμμές της αντεπανάστασης» ενώ και ο Κορδάτος που στο μεταξύ έχει αφοσιωθεί στο συγγραφικό του έργο θα μιλήσει για «στραβό δρόμο που έχει πάρει η ηγεσία του ΚΚΕ» και για «ηγεσία που ερμηνεύει χοντροκομμένα και σχηματικά το λενινισμό».

Τον Δεκέμβριο του 1940, ο Κορδάτος συλλαμβάνεται από την δικτατορία Μεταξά, επειδή χαρακτήριζε σε δημοσιεύματά του, τον ελληνοϊταλικό πόλεμο «αντιφασιστικό». Οι δρόμοι του με το ΚΚΕ, ξανασυναντήθηκαν στην Κατοχή όταν συμμετείχε στην Αντίσταση από τις γραμμές του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Μεταπολεμικά διετέλεσε μέλος του Γενικού Συμβουλίου της ΕΔΑ.

Ο Γιάνης Κορδάτος, θα πεθάνει ξαφνικά, τον Απρίλιο του 1961 από καρδιακή προσβολή στο γραφείο του και ενώ ετοίμαζε άρθρο γύρω από τον εορτασμό της εργατικής πρωτομαγιάς. Υπήρξε ο άνθρωπος που έδωσε τα πρώτα δείγματα ιστορικού υλισμού και μαρξιστικής ιστοριογραφίας στην Ελλάδα, με το βιβλίο του «Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821».

Νίκος Σαργολόγος

Γεννημένος στη Σύρο το 1895, ο Σαργολόγος θα δουλέψει ως εμποροϋπάλληλος στη Θεσσαλονίκη και ως μαχητικός συνδικαλιστής θα εκλεγεί πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου της πόλης. Εντάσσεται στο ΣΕΚΕ το 1920 και στο έκτακτο Συνέδριο του 1922 στην Αθήνα εκλέγεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και γραμματέας του κόμματος. Ως επικεφαλής του κόμματος θα ταξιδέψει στη Μόσχα την ίδια χρονιά, για το 4ο Συνέδριο της Διεθνούς μαζί με τους Ανδρόνικο Χαϊτά και Σεραφείμ Μάξιμο.

Από την Κομμουνιστική Διεθνή θα παραλάβει 7.500 δολάρια ως ενίσχυση για το ΣΕΚΕ. Όταν όμως επέστρεψε στην Ελλάδα, μαζί με τη σύζυγό του ισχυρίστηκαν πως έπεσαν θύματα ληστείας και πως δεν είχαν τα χρήματα, όμως η ηγεσία του κόμματος υποπτεύθηκε πως τα καταχράστηκε.

Ο Σαργολόγος αντικαταστάθηκε από γραμματέας του κόμματος τον Σεπτέμβριο του 1923 ενώ σιγά σιγά άρχισε να απομονώνεται από την ηγεσία του κόμματος, αν και παρέμεινε προσωρινά στην Κεντρική Επιτροπή.

Τον Δεκέμβριο του 1923, παίρνει μέρος στο 6ο Συνέδιο της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας στη Μόσχα με κύριο θέμα εκείνο της «Ενιαίας και Ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης». Χωρίς σχετική εξουσιοδότηση του ΣΕΚΕ, θα ψηφίσει υπέρ της σχετικής πρότασης των εκπροσώπων του ΚΚ Βουλγαρίας, δημιουργώντας μεγάλη αναστάτωση στο κόμμα.

Ο Σαργολόγος θα αποφασίσει λίγο αργότερα να συνεργαστεί με την ελληνική κυβέρνηση, δίνοντας ονόματα και στοιχεία της δράσης του, πολλές φορές ακόμα και ψεύτικα. Ο ίδιος φέρεται να καταθέτει και σε πολλές δίκες στελεχών του ΚΚΕ ως μάρτυρας κατηγορίας. Σύμφωνα με τον Λευτέρη Σταυρίδη (μια επίσης σκοτεινή μορφή, που θα αναδειχθεί μετέπειτα γραμματέας) στόχος του ήταν να του δοθεί άδεια για μετανάστευση στις ΗΠΑ, κάτι που τελικά συνέβη το 1926.

 Κάπου εκεί τα ίχνη του χάνονται. Ο Σαργολόγος φέρεται να μετανάστευσε στο Σικάγο και αν και καθολικός να παρίστανε τον ορθόδοξο ιερέα. Φέρεται να πέθανε το 1974.

Θωμάς Αποστολίδης

Ο Αποστολίδης, είναι η δεύτερη επιλογή εργάτη για τη θέση του γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΕΚΕ, έπειτα από τις δυο πρώτες που προτιμήθηκαν νομικοί. Γεννήθηκε το 1892 στο Βόλο και ήταν τυπογράφος με σημαντικό ρόλο στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Το 1911 συμμετέχει στην συνδικαλιστική κίνηση του Βόλου και γίνεται γραμματέας της «Πανεργατικής Ενώσεως» της περιοχής. Δέκα χρόνια αργότερα σε συλλαλητήριο που καλεί η τελευταία για την τιμή του ψωμιού, η κατάσταση... ξεφεύγει και οι συγκεντρωμένοι προχωρούν σε επεισόδια και καταστροφές καταστημάτων, με τους διοργανωτές να προσπαθούν αλλά να μην μπορούν να τα αποτρέψουν.

Συλλαμβάνεται μαζί με 14 ακόμα από τους διοργανωτές της συγκέντρωσης από την Αστυνομία και παραμένει φυλακισμένος επί 2,5 χρόνια ως υπόδικος. Αντικαθιστά τον Σαργολόγο στο έκτακτο εκλογικό Συνέδριο του Σεπτεμβρίου του 1923 και παραμένει στην θέση αυτή για κάτι παραπάνω από ένα χρόνο.

Το Αρχείον του Μαρξισμού

Επί των ημερών του μεγαλώνει επικίνδυνα και μια αντιπολιτευτική ομάδα που έχει εμφανιστεί νωρίτερα στους κόλπους του ΣΕΚΕ. Από την πρωτομαγιά του 1923 εκδίδει μάλιστα και περιοδικό με τον τίτλο «Αρχείο Μαρξισμού». Από εκεί πήραν το όνομά τους και τα μέλη της, που πλέον αποκαλούνταν «Αρχειομαρξιστές» ή και «Αρχείοι». Η ομάδα με το όνομα «Εργασία» είχε για ηγέτη της αρχικά τον Φραγκίσκο Τζουλάτι.

Ο Τζουλάτι είχε ιταλική καταγωγή και ήταν ανιψιός του σοσιαλιστή Πλάτωνα Δρακούλη. Το 1917 εξέδωσε το βιβλίο του αναρχικού Κροπότκιν «Προς τους νέους» και καταδικάστηκε σε 4 χρόνια φυλάκιση στη Θεσσαλονίκη. Έγινε από τα ιδρυτικά μέλη του ΣΕΚΕ, αναλαμβάνοντας ρόλο στη νεολαία. Παραιτήθηκε το 1919, μαζί με μέλη της Κεντρικής Επιτροπής και τον ίδιο τον γραμματέα του κόμματος, ζητώντας τη σύνδεση του ΣΕΚΕ με την Κομμουνιστική Διεθνή και την μπολσεβικοποίησή του.

Η ομάδα είχε σαν βασικό της σύνθημα «πρώτα μόρφωση και μετά δράση». Το 1924 ο Λευτέρης Αποστόλου, θα αποκαλύψει στην ηγεσία του ΣΕΚΕ την δραστηριότητα της οργάνωσης και το κόμμα θα διαγράψει τον Τζουλάτι και τα μέλη της ομάδας του. Το 1926 ο Τζουλάτι θα αποχωρήσει από το Αρχείον Μαρξισμού, το οποίο θα αναλάβει ο Δημήτρης Γιωτόπουλος, πατέρας του καταδικασμένου ως «αρχηγού» της 17 Νοέμβρη, Αλέξανδρου.

Οι συγκρούσεις μεταξύ μελών και οπαδών ΚΚΕ – Αρχείου Μαρξισμού έγιναν καθημερινές και πολλές φορές ανεξέλεγκτες τόσο που να φτάνουν και σε δολοφονίες. Ο Γιωτόπουλος αποφασίζει να εντάξει την οργάνωση στη Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση του Τρότσκι, παρότι διαφωνεί σε διάφορα θέματα με τον ίδιο. Γίνεται μέλος της Γραμματείας της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης, έπειτα από πρόταση του Τρότσκι, ενώ θα δώσει στον εαυτό του το παρατσούκλι Witte ή Βήτα, που υποδήλωνε ότι είναι το «νούμερο 2» της ΔΑΑ πίσω μόνο από τον Λέοντα Τρότσκι

Η πορεία του Αποστολίδη

«Ανεδαφική» έχει χαρακτηρίσει τη θέση για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία» ο Θωμάς Αποστολίδης, ο οποίος υπερασπίζεται τον ελληνικό χαρακτήρα της περιοχής. Γρήγορα θα αντικατασταθεί στο 3ο και τελευταίο συνέδριο του ΣΕΚΕ, που μετονομάζεται πλέον σε ΚΚΕ και γίνεται τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όμως παραμένει για λίγο καιρό στην Κεντρική του Επιτροπή.

Αποπέμπεται από τα όργανα και από το ίδιο το κόμμα λίγο καιρό αργότερα έρχεται σε επαφή με το Αρχείο Μαρξισμού. Το 1924 ήταν γραμματέας της Ομοσπονδίας Τύπου και Χάρτου, ενώ το 1927 γραμματέας εργατών Τύπου. Η μεταξική δικτατορία θα τον εξορίσει στον Αη Στράτη.

Στην κατοχή συμμετέχει αρχικά στην «Επαναστατική Παράταξη του ΚΚΕ», η οποία στέκεται με κριτική υποστήριξη απέναντι στο ΕΑΜ. Τον Μάρτιο του 1943 συμμετέχει στη δημιουργία του Επαναστατικού Σοσιαλιστικού (Κομμουνιστικού) Κόμματος Ελλάδας, στο οποίο ήταν γραμματέας. Η οργάνωση αυτή αποτέλεσε για κάποιον καιρό φράξια εντός της «Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας – Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας» τον Σβώλου και Τσιριμώκου. Το ΕΣΚΚΕ ζήτησε την προσχώρησή του στο ΕΑΜ, κάνοντας κριτική στον ελληνικό τροτσκισμό, που είχε γραμμή ενάντια στον πόλεμο και στο ΕΑΜ. Το αίτημα όμως να αναγνωριστεί το συγκεκριμένο κόμμα ως μέλος του ΕΑΜ δεν έγινε δεκτό, λόγω βέτο της καθοδήγησης του ΚΚΕ. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1944, ο Θωμάς Αποστολίδης εκτελέστηκε για την αντιστασιακή του δράση από τις κατοχικές δυνάμεις.

Παντελής Πουλιόπουλος

Το ΣΕΚΕ ολοκληρώνει την διαδρομή του ως τέτοιο και στο 3ο Έκτακτο Συνέδριό του, μετονομάζεται σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδα και εντάσσεται οριστικά στους κόλπους της Διεθνούς, αποδεχόμενο τους 21 όρους εισδοχής.

Έτσι στο 3ο Συνέδριο, ξεκινά πλέον η μπολσεβικοποίηση του κόμματος, έξι σχεδόν χρόνια μετά την ίδρυσή του με βάση τις αρχές του Μαρξισμού – Λενινισμού. Στο Συνέδριο εκλέγεται 15μελής ΚΕ με γραμματέα τον νομικό (3ος στους 5 γραμματείς) που έχει έρθει από το μικρασιατικό μέτωπο μετά την κατάρρευσή του το 1922 και είναι πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Παλαιών Πολεμιστών και Θυμάτων Στρατών.

Ο Πουλιόπουλος έχει γνώσεις, είναι πολύγλωσσος και έχει ήδη μεταφράσει στα ελληνικά κλασικά μαρξιστικά έργα. Είναι γεννημένος το 1900 στη Θήβα και είναι γιος εμπόρου. Μπαίνει στη Νομική το 1919 και παράλληλα εντάσσεται στο ΣΕΚΕ. Υπηρετεί στον ελληνικό στρατό κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας και είναι ένας από τους κύριους οργανωτές της της αντιπολεμικής δράσης στο μέτωπο.

Συμμετέχει στη σύνταξη της εφημερίδας «Ερυθρός Φρουρός» και στην οργάνωση των κομμουνιστικών πυρήνων στις μονάδες της Στρατιάς Μικράς Ασίας. Οι προκηρύξεις που μοιράζονται στο μέτωπο, είναι συχνά γραμμένες από το δικό του χέρι. Συλλαμβάνεται τον Μάιο του 1922 με την προοπτική της εκτέλεσης. Τον προλαβαίνει όμως η κατάρρευση του μετώπου, κατά την οποία δραπετεύει από τη φυλακή του και επιστρέφει στην Ελλάδα.

Ως πρόεδρος της Ομοσπονδίας των Παλαιών Πολεμιστών εκδίδει την εφημερίδα «Παλαιός Πολεμιστής» με κυκλοφορία που φτάνει τα 20.000 φύλλα. Ο Πουλιόπουλος εκλέγεται γενικός γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ σε ηλικία μόλις 24 ετών και όπως επιβάλλει ένας από τους 21 όρους της Κομμουνιστικής Διεθνούς, πρωτοστατεί στη διαγραφή των στελεχών που διαφωνούν με την προσχώρηση του κόμματος σ’ αυτή ή έχουν σοσιαλδημοκρατικές θέσεις.

Παίρνει μέρος στο 5ο Συνέδριο της Διεθνούς στη Μόσχα τον Ιούνιο του 1924 και στην 7η Συνδιάσκεψη της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, τον επόμενο μήνα που επαναλαμβάνει τη θέση για «Ανεξάρτητη Μακεδονία Θράκη» υπερψηφίζοντάς την και πάλι χωρίς σχετική απόφαση της ΚΕ. Τον Απρίλιο του 1925 η κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου, συλλαμβάνει και φυλακίζει πολλά στελέχη του ΚΚΕ με αφορμή την θέση αυτή. Οι Πουλιόπουλος, Νίκολης, Αποστολίδης, Σκλάβος και Φίτσιος βρίσκονται στις Φυλακές Συγγρού, ενώ ο Σεραφείμ Μάξιμος εξορίζεται στη Σκύρο. Ο Πουλιόπουλος αντικαθίσταται στη θέση του γγ ενώ παραμένει φυλακισμένος.

Δικάζεται τον Αύγουστο του 1925 και καταδικάζεται σε 1,5 χρόνο φυλάκιση από το Στρατοδικείο της Αθήνας. Μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη του, είναι και το ιδρυτικό μέλος της ΓΣΕΕ, Κώστας Σπέρας. Η απολογία του διαρκεί 5 ώρες. Σ’ αυτήν υπερασπίζεται την αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης στο πλαίσιο της υπεράσπισης των εθνικών μειονοτήτων και της αυτοδιάθεσης των λαών. Η δίκη συνεχίστηκε τον Φεβρουάριο του 1926 με τις κατηγορίες να απορρίπτονται όμως οι κατηγορούμενοι αντί να απελευθερωθούν εξορίζονται σε Ανάφη, Αμοργό και Φολέγανδρο. Αφήνεται ελεύθερος τον Αύγουστο του 1926, με την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου.

Σε «Σύσκεψη Παραγόντων» του ΚΚΕ τον Σεπτέμβριο του 1926 εκλέγεται ομόφωνα γραμματέας της ΚΕ, αλλά δεν αποδέχεται την εκλογή του. Ακόμα αρνείται να είναι υποψήφιος στις εκλογές του 1926. Η ΚΕ δεν έλαβε υπόψιν την άρνησή του και τον τοποθέτησε στα ψηφοδέλτια, με τον ίδιο να προχωρά σε δήλωση αποποίησης στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Τίθεται σε διαθεσιμότητα από το κόμμα μέχρι το επόμενο Συνέδριο. Ο Πουλιόπουλος αποσύρεται στη Θήβα και προετοιμάζεται για το Συνέδριο που έχει οριστεί για τον Μάρτιο του 1927.

Είναι η εποχή που στη Σοβιετική Ρωσία, έχει ξεσπάσει η μεγάλη διαμάχη μεταξύ της γραμμής Στάλιν και εκείνης του Τρότσκι για το μέλλον του σοσιαλισμού. Αντίστοιχους κλυδωνισμούς, γνωρίζουν λίγο πολύ όλα τα Κομμουνιστικά Κόμματα του κόσμου. Αντίστοιχα και στο ΚΚΕ, στο 3ο Τακτικό Συνέδριότου τον Μάρτιο του 1927, οι ομαδοποιήσεις έχουν ως εξής: Η ομάδα Πουλιόπουλου είναι της γραμμής Τρότσκι, η ομάδα Χαϊτά, πιστή στη Διεθνή, με την γραμμή Στάλιν ενώ η ομάδα Μάξιμου εμφανίζεται ως κεντρίστικη.

Στο Συνέδριο επικρατεί η ομάδα των Χαϊτά, Ευτυχιάδη, Κολοζώφ, Σιάντου και Θέου και μόνο μετά από παρέμβαση των κεντριστών ανακαλεί την απόφαση για διαγραφή Πουλιόπουλου. Παρόλα αυτά, Πουλιόπουλος και Γιατσόπουλος απομακρύνονται από την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος, ενώ τον Σεπτέμβρη του 1927 χάνουν και τον τίτλο του μέλους κατηγορούμενοι ως «λικβινταριστές». Έχουν ήδη εκδόσει την μπροσούρα Νέο Ξεκίνημα, ενώ στη συνέχεια σχηματίζουν την αντιπολιτευτική ομάδα στο ΚΚΕ, Σπάρτακος μαζί με τους κεντριστές Μάξιμο, Σκλάβο, Χαϊνόγλου, σε συντονισμό με την Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση του Τρότσκι.

Παράλληλα αρνείται να συνενώσει την ομάδα του με τους Αρχειομαρξιστές του Γιωτόπουλου, τους οποίους κατηγορεί για σεχταρισμό απέναντι στο κόμμα. Ο Τρότσκι όμως το 1930, αναγνωρίζει τους Αρχειομαρξιστές ως ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης, απόφαση που ο Σπάρτακος θα καταδικάσει έντονα. Το 1934 η ομάδα του Πουλιόπουλου θα ενωθεί με ομάδα που διασπάστηκε από τους Αρχειομαρξιστές με επικεφαλής τον Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο) για να σχηματίσουν την Οργάνωση Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας.

Θα συλληφθεί από τη μεταξική δικτατορία του Μεταξά που αργότερα θα τον παραδώσει στους Γερμανούς κατακτητές. στις 6 Ιουνίου του 1943, μεζί με άλλους 105 φυλακισμένους από το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Λάρισας θα εκτελεστεί από τις ιταλικές κατοχικές δυνάμεις στο χωριό Νεζερός, κοντά στο Δομοκό, ως αντίποινη για την ανατίναξη της σήραγγας στο Κούρνοβο από τον ΕΛΑΣ. Απευθύνθηκε στα ιταλικά στους στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος καλώντας τους να μην τους εκτελέσουν στο όνομα του αντιφασισμού και της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Στις εφημερίδες της εποχής θα καταγραφεί ότι μίλησε στα ιταλικά στους Ιταλούς φαντάρους προτρέποντας τους να εξεγερθούν ενάντια στους ιμπεριαλιστές. Μετά τον πόλεμο θα γίνει γνωστό ότι οι στρατιώτες αρνήθηκαν να τον εκτελέσουν, καθήκον που αναγκάστηκαν να αναλάβουν οι αξιωματικοί.

Οι 21 όροι της Κομμουνιστικής Διεθνούς

1. Το πρόγραμμα του κόμματος να συμμορφώνονται με εκείνο της Γ’ Διεθνούς και τα δημοσιογραφικά όργανα του κόμματος να υποτάσσονται στην Κεντρική του Επιτροπή.

2. Απομάκρυνση μεταρρυθμιστών και κεντριστών από το κόμμα.

3. Συνδυασμός νόμιμης και παράνομης δουλειάς.

4. Προπαγάνδα των κομμουνιστικών ιδεών στο στράτευμα.

5. Δράση στα χωριά. Προπαγάνδα στους αγρότες και τράβηγμα με το μέρος της εργατικής τάξης, ουδετεροποίηση οπισθοδρομημένου μέρος των χωριών.

6. Καταγγελία του «σοσιαλπατριωτισμού» και του «σοσιαλειρηνισμού».

7. Διακοπή κάθε σχέσης με τον μεταρρυθμισμό και την πολιτική του κέντρου

8. Υποχρέωση αντιποιακιακής προπαγάνδας στα κόμματα των χωρών που έχουν αποικίες.

9. Προπαγάνδα στα συνδικάτα, στις συνεργατικές και στις άλλες οργανώσεις των εργατικών μαζών.

10. Χτύπημα της Διεθνούς των «κίτρινων συνδικάτων».

11. Αναθεώρηση των κοινοβουλευτικών ομάδων. Απομάκρυνση των «αμφιβόλων στοιχείων».

12. Τα κόμματα να οργανώνονται επί τη βάσει της αρχής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.

13. Εκκαθάριση των οργανώσεων των κομμάτων που είναι νόμιμα.

14. Υποστήριξη των σοβιετικών δημοκρατιών εναντίον της αντεπανάστασης.

15. Αναθεώρηση των σοσιαλδημοκρατικών προγραμμάτων.

16. Υποχρεωτικές αποφάσεις των Συνεδρίων της ΚΔ και της Εκτελεστικής της Επιτροπής.

17. Αλλαγή ονόματος ΚΚ της εκάστοτε χώρας (τμήμα της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς).

18. Δημοσίευση όλων των επίσημων εγγράφων της ΕΕ της ΚΔ στα δημοσιογραφικά όργανα των κομμάτων.

19. Έκτακτο Συνέδριο για την επικύρωση της απόφασης προσχώρησης στην ΚΔ.

20. Τα 2/3 της ΚΕ να έχουν ταχτεί με την προσχώρηση στην Γ’ Διεθνή.

21. Να απομακρυνθούν τα μέλη που διαφωνούν με τους όρους.

Λευτέρης Σταυρίδης

Σύντομη όσο και πολυκύμαντη ήταν η πορεία του Λευτέρη Σταυρίδη στο ΚΚΕ, κατά τη διάρκεια της οποίας όμως έφτασε να γίνει μέχρι και γραμματέας της Κεντρικής του Επιτροπής, έστω και προσωρινά.

Γεννημένος στη Σηλυμβρία το 1893, φοιτά στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη και έπειτα στην Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή της Αθήνας, που την εποχή εκείνη, διοικεί ο θείος του Νεκτάριος Καραμπουρούνης. Διορίζεται υπάλληλος του Υπουργείου Εσωτερικών, όμως σχεδόν αμέσως επιστρατεύεται και στέλνεται στη Μακεδονία το 1915. Δυο χρόνια αργότερα, μεταφέρεται από τη Δράμα μαζί με όλους τους άνδρες της περιοχής στο Πλέβεν της Βουλγαρίας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, μέχρι την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ελευθερώνεται τον Οκτώβριο του 1918, με τη συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας και φτάνει στην Ελλάδα όπου τοποθετείται υπάλληλος στη Διοίκηση Ανατολικής Μακεδονίας, στη Δράμα. Λίγο αργότερα, εντάσσεται στο ΣΕΚΕ, ενώ στο δεύτερο συνέδριο του κόμματος είναι αντιπρόσωπος του τμήματος της περιοχής. Το 1921, επιστρατεύεται και πάλι, αυτή τη φορά για να σταλεί στη Μικρά Ασία. Εκεί μαζί με τους Πουλιόπουλο και Νίκολη, προβάλλουν τις θέσεις του ΣΕΚΕ ενάντια στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Με την κατάρρευση του μετώπου, επιστρέφει στην Αθήνα. Δουλεύει ως συντάκτης στον Ριζοσπάστη και δραστηριοποιείται στο Κίνημα των Παλιών Πολεμιστών, ενώ εντάσσεται και στην καθοδήγηση του κόμματος, λόγω και της ένδειας στελεχών που έχουν προκαλέσει οι συνεχείς φυλακίσεις. Εκλέγεται στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος το στο 2ο Έκτακτο Συνέδριο του 1923, ενώ στο 3ο επανεκλέγεται και πρωτοταστεί μαζί με τον Παντελή Πουλιόπουλο στην μετονομασία του κόμματος σε ΚΚΕ και την εκκαθάριση από «οπορτουνιστικά στοιχεία». Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ, θα γίνει τον Σεπτέμβριο του 1925, με τον τίτλο του «προσωρινού» αντικαθιστώντας τον Παντελή Πουλιόπουλο, ο οποίος είχε συλληφθεί από την δικτατορία του Παγκάλου.

Ως γραμματέας πια, θα προτείνει μια ευρύτερη και βαθύτερη συνεργασία με τον Κονδύλη, του οποίου το κίνημα έχει ανατρέψει την δικτατορία του Παγκάλου, κάτι που δεν δέχτηκε το κόμμα. Με την συμπλήρωση του ενός χρόνου από την ανάληψη της ηγεσίας του κόμματος, ο Σταυρίδης, αντικαθίσταται. Δυο μήνες αργότερα πάντως, στις εκλογές του 1926 είναι ένας από τους 10 βουλευτές που κατάφερε να εκλέξει το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο έλαβε 41.892 ψήφους και ποσοστό 4,38%.

Το 1928 θα διαγραφεί με τη μομφή της «φιλοαστικής παρέκκλισης». Μομφή που έσπευσε να… δικαιώσει, προσχωρώντας σχεδόν άμεσα στο Κόμμα Προοδευτικών Φιλελευθέρων του Καφαντάρη.

Παράλληλα, ο Σταυρίδης συμμετέχει ενεργά στην ίδρυση μιας ακροδεξιάς ομάδας με τον τίτλο «Εθνική Ένωσης Ελλάς», ενώ και στη συνέχεια όποια… ακροδεξιά «πέτρα» κι αν σηκώσει κανείς, θα τον βρει από κάτω. Συνεργάζεται με την δικτατορία του Μεταξά, ενώ στα χρόνια της κατοχής, διατελεί έχοντας εμπειρία από τον Ριζοσπάστη, στην εφημερίδα «Ακρόπολις» η οποία έχει ταχθεί στο πλευρό των κατακτητών ονομάζοντας «το δεύτερο όχι» δηλαδή την αντίσταση στους Γερμανούς «εγκληματικότερον του πρώτου», της αντίστασης δηλαδή, στους Ιταλούς.

Κρύβεται σε όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου σε γνωστή κλινική από τον φόβο του για τους Κομμουνιστές, ενώ μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, μετακομίζει στη Θεσσαλονίκη, όπου δημοσιογραφεί στις εφημερίδες, Μακεδονία και Ελληνικός Βορράς.

Το 1952, γίνεται διευθυντής του Ραδιοφωνικού Σταθμού Θεσσαλονίκης και την επόμενη χρονιά έρχεται στην Αθήνα, ως σύμβουλος του τότε αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Σόλωνος Γκίκα. Στο μετεμφυλιακό κράτος, έχει βρει την θέση του, διδάσκοντας «προπαγάνδα και ιστορία του ΚΚΕ» προωθώντας δηλαδή το αντικομμουνιστικό κρατικό αφήγημα. Το 1953 εκδίδει το βιβλίο του «Τα παρασκήνια του ΚΚΕ».

Το 1958, τον βρίσκει σύμβουλο στο υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως επί Καραμανλή, όπου παραμένει μέχρι το 1964. Κατά τη διάρκεια της εκεί θητείας του, θα πάρει μέρος στη συγκρότηση μιας μυστικής αντικομμουνιστικής ιδεολογικής επιτροπής, η οποία χρηματοδοτούνταν από την κυβέρνηση και είχε στόχο την ανακοπή της εκλογικής επιρροής της ΕΔΑ, που μόλις είχε αναδειχθεί αξιωματική αντιπολίτευση. Σ’ αυτή συμμετείχαν πρόσωπα όπως ο ίδιος ο μετέπειτα δικτάτορας Παπαδόπουλος, αλλά και ο Γιώργος Γεωργαλάς, ανανήψας κομμουνιστής, με αντίστοιχη δράση με εκείνη του Σταυρίδη, ο οποίος στη συνέχεια έγινε ο πρώτος εκπρόσωπος Τύπου της χούντας και πολύ αργότερα, λογογράφος του Πάνου Καμμένου, όπως αποκάλυψε ο ίδιος.

Ο Σταυρίδης θα κληθεί πίσω στο υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης, επί Στεφανόπουλου το 1966, όμως δεν θα προλάβει να αναλάβει καθήκοντα καθώς πεθαίνει στις 14 Μαΐου εκείνης της χρονιάς.

Παστιάς Γιατσόπουλος

Γεννημένος στην Ανατολική Ρωμυλία το 1897, μετακόμισε μαζι με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη λίγα χρόνια αργότερα. Σπούδασε στην Εμπορική Σχολή της Χάλκης και στα 22 χρόνια φτάνει στην Αθήνα όπου εργάζεται ως υπάλληλος τράπεζας και λογιστής.

Αυτή είναι και η περίοδος που εντάσσεται στο ΣΕΚΕ. Αρχικά συνδέεται με τις οργανώσεις του σε Δράμα και Θεσσαλονίκη και έπειτα επιστρέφει στην Αθήνα. Εκπροσωπεί το ΣΕΚΕ στο 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς στη Μόσχα τον Ιούνιο του 1921, ενώ την περίοδο της Δικτατορίας του Πάγκαλου, πιάνεται και εξορίζεται.

Με την επιστροφή του, τον Σεπτέμβριο του 1926, εκλέγεται γενικός γραμματέας, αντικαθιστώντας τον Λευτέρη Σταυρίδη, καθώς ο Παντελής Πουλιόπουλος, δεν δέχεται την δική του εκλογή. Και ο Γιατσόπουλος όμως κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με τον Παντελή Πουλιόπουλο. Το σχίσμα στο κομμουνιστικό κίνημα, ανάμεσα σε Σταλινικούς και Τρτοτσκιστές, τον επηρεάζει και τάσσεται με τους δεύτερους. Μαζί με τους Πουλιόπουλο και Νίκολη συγκροτούν ομάδα που στηρίζεται στη σκέψη του Τρότσκι. Στο 3ο Συνέδριο του κόμματος, απομακρύνεται από τη θέση του γενικού γραμματέα.

Αμέσως μετά, μαζί με τον Πουλιόπουλο, κυκλοφορούν ανοιχτά φυλλάδιο με τον τίτλο «Νέο Ξεκίνημα». Εκεί δημοσιεύουν, ένα γράμμα προς τα μέλη του ΚΚΕ και ένα «προς την διοίκηση». Σ’ αυτά εκθέτουν τις απόψεις τους για την κατάσταση στο κόμμα και την διέξοδο που οι ίδιοι προτείνουν. Παράλληλα, οργανώνουν φραξιονιστική ομάδα εντός του κόμματος κυρίως από την οργάνωση του Πειραιά, όπου φέρεται να είχαν την πλειοψηφία. Το ΚΚΕ βρίσκεται την ίδια περίοδο σε οξύτατη αντιπαράθεση, με τους Αρχειομαρξιστές.

Ο Ριζοσπάστης, δημοσιεύει τον Απρίλιο του 1927, κάλεσμα προς τους εργάτες Αρχειομαρξιστές, με το οποίο προσπαθεί να τους πείσει να εγκαταλείψουν την οργάνωσή τους και να επιστρέψουν στο κόμμα. Η έκκληση φαίνεται πως έχει απήχηση. Μια ομάδα γνωστή ως «Τρίτη κατάσταση» εκδηλώνει διάθεση επιστροφής στο ΚΚΕ, κάτι που αποφασίζει επίσημα σε συνδιάσκεψή της, τον Ιούνιο του 1927.

Ενώ όμως οι συζητήσεις συνεχίζονταν, οι Πουλιόπουλος και Γιατσόπουλος, κυκλοφορούν το «Νέο Ξεκίνημα». Οι διαπραγματεύσεις του ΚΚΕ με την «Τρίτη κατάσταση» για τους όρους επανεισδοχής, σταματούν, καθώς το κέντρο του ενδιαφέροντος μεταφέρεται στη σύγκρουση ηγεσίας – αντιπολίτευσης στο κόμμα. Με απόφασή του το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ καλεί τα μέλη «να αντιδράσουν εναντίον της βλαβερής αυτής ομάδας και να καταδικάσουν ομόθυμα τις φραξιονιστικές εκκλήσεις». Πουλιόπουλος και Γιατσόπουλος διαγράφονται με απόφαση που δημοσιεύεται στον Ριζοσπάστη στις 25/9/1927.

Μαζί τους, λίγους μήνες αργότερα, συντάσσονται και οι ως τότε κεντριστές βουλευτές Μάξιμος και Χαΐνογλου αλλά και ο Σκλάβος, που παραιτούνται από το Πολιτικό Γραφείο. Τον Νοέμβριο του 1927 όλοι τους εμφανίζονται με κοινές θέσεις σαν «Ενωμένη Αντιπολίτευση» και η διάσπαση ολοκληρώνεται. Μόλις ένα μήνα μετά, το ίδιο θα συμβεί και στη Ρωσία, καθώς από το μπολσεβίκικο κόμμα διαγράφονται οι Τρότσκι, Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ.

Από το 1929 και έπειτα, η πολιτική δράση του Παστιά Γιατσόπουλου θα μειωθεί έντονα, καθώς είναι παρών στην κατάρρευση του θρυλικού καφενείου Πανελλήνιον στα Χαυτεία. Το δυστύχημα τον καθιστά ανάπηρο, ενώ ένα άλλο μέλος της «Ενωμένης Αντιπολίτευσης», ο Νίκολης, θα σκοτωθεί σ’ αυτό. Η αναπηρία του, θα τον αναγκάσει να αποστασιοποιηθεί, κάτι όμως που δεν θα αποτρέψει το να εξοριστεί εν μέσω εμφυλίου, το 1947. Στο υπόλοιπο της ζωής του ασχολήθηκε κυρίως με μεταφράσεις μαρξιστικών βιβλίων. Πέθανε στην Αθήνα, το 1979.

Ανδρόνικος Χαϊτάς

Γεννιέται στο Σοχούμι της Γεωργίας το 1894. Παίρνει μέρος στην Οκτωβριανή Επανάσταση και γίνεται μέλος του κόμματος των Μπολσεβίκων, όντας 23 χρονών. Φοιτεί στην Κομματική Σχολή του Κομμουνιστικού Πανεπιστημίου Εργαζομένων της Ανατολής, γνωστότερη ως ΚΟΥΤΒ και το 1922 φτάνει στην Ελλάδα.

Η οικογένειά του, εγκαθίσταται στις Σέρρες, όμως ο ίδιος πηγαίνει στην Αθήνα για να φοιτήσει στη Νομική Σχολή, την οποία όμως, δεν θα ολοκληρώσει. Το 1923 γίνεται μέλος του ΣΕΚΕ, ενώ μετά την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου, ηγείται μαζί με τον Κώστα Ευτυχιάδη της ομάδας στο κόμμα που είναι αφοσιωμένη στην Κομμουνιστική Διεθνή, ενάντια σε εκείνη τον Πουλιόπουλου – Γιατσόπουλου που επηρεάζονται από τον Τρότσκι. Η ομάδα Χάιτα, επικρατεί στο 3ο τακτικό Συνέδριο του κόμματος και ο ίδιος αναλαμβάνει γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής.

Ο Χαϊτάς εκπροσωπεί το κόμμα στο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όπου σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει, το κόμμα αριθμεί 2.291, από τα οποία το 54,9% είναι εργάτες, το 31,9% αγρότες και το 8,7% υπάλληλοι και εκπρόσωποι άλλων κοινωνικών στρωμάτων. 

Και ενώ η διαγραφή Τροτσκιστών και Κεντριστών, δείχνει να τελειώνει την εσωκομματική κρίση, αντίθετα αυτή «φουντώνει». Η ομάδα του Χάιτα, διασπάται, γεγονός που σηματοδοτεί την έναρξη της λεγόμενης «φραξιονιστικής πάλης χωρίς αρχές». Από την μια, βρίσκεται η ομάδα των Χάιτα – Ευτυχιάδη με το σύνθημα «πρώτα οργάνωση και ύστερα επανάσταση» και απέναντι εκείνη των Σιάντου – Θέου – Πυλιώτη που θέλει «την μετατροπή των αυθόρμητων λαϊκών κινητοποιήσεων σε γενική πολιτική απεργία».

Δίπλα σ’ αυτές και φυσικά ενάντιά τους, δημιουργείται και μια ακόμη, η άποψη της οποίας ήταν μάλιστα κι αυτή που έγινε πραγματικότητα. Οι επικεφαλής της ομάδας αυτής, οι Κώστας Καραγιώργης, Άγις Βλάχος και Θέμελης, επιδίωκαν την παρέμβαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς για την έξοδο του κόμματος από την κρίση.

Το ΚΚΕ βρίσκεται σε τραγική κατάσταση και σε μια από τις χειρότερες στιγμές της ιστορίας του, κατά την οποία θα χρειαστεί η ανοιχτή παρέμβαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς για να ανταπεξέλθει. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε και από τους αριθμούς. Το 1930 το ΚΚΕ αριθμεί μόλις 1.500 μέλη. Στην Αθήνα, τα μέλη είναι μόνο 170 και στο μεγαλύτερο εργατικό κέντρο της χώρας, τον Πειραιά, μόλις 70. Σημαντικά μειωμένος εμφανίζεται και ο αριθμός των αναγνωστών του Ριζοσπάστη που από 3.000 το 1929 έχουν μειωθεί σε μόλις 1600 το 1930. Παραδόξως, προς την επίλυση θα σπρώξει τα πράγματα, η σύλληψη και φυλάκιση του Χαϊτά, μαζί με άλλα στελέχη του κόμματος από την κυβέρνηση Βενιζέλου, το 1930, με το περίφημο Ιδιώνυμο που είχε εισάγει στην νομοθεσία την προηγούμενη χρονιά.

Ο Χαϊτάς καταδικάζεται σε 3 χρόνια φυλάκιση και 1 χρόνο εκτοπισμό. Κλείνεται στις φυλακές Συγγρού, απ’ όπου θα αποδράσει τον Απρίλιο του 1931, μαζί με άλλα 8 στελέχη του ΚΚΕ και συγκεκριμένα τους Βασίλη Ασίκη, Λευτέρη Αποστόλου, Κώστα Ευτυχιάδη, Περιπλή Καρασκόγια, Γιώργο Κολοζώφ, Μάρκο Μαρκοβίτη, Ορφέα Οικονομίδη και Μήτσο Παπαρήγα αλλά και τον δεκανέα της φρουράς καταφεύγοντας στη Σοβιετική Ένωση.

Αναφορά στην συγκεκριμένη απόδραση, γίνεται μάλιστα και στον πολυτραγουδισμένο «Μπεζεντάκο» του Πάνου Τζαβέλα, γραμμένο για μια άλλη απόδραση εκείνη του Μιχάλη Μπεζεντάκου, που καταδικάστηκε για την δολοφονία του αστυφύλακα Γυφτοδημόπουλου, που προσπάθησε να πυροβολήσει εναντίον διαδηλωτών.

Το τραγούδι αναφέρει χαρακτηριστικά:

Στ’ άχυρα ψάχνουνε
ψύλλους για να βρούνε
ζητούν τον ένατο
και τους οχτώ


Μ’ αυτοί είναι μακριά
εβίβα βρε παιδιά
ζήτω το Κόμμα μας 
το εργατικό

Οι δραπέτες Χαϊτάς και Ευτυχιάδης, που βρέθηκαν στη Μόσχα, θα κληθούν να λογοδοτήσουν στην Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς για την φραξιονιστική πάλη, στην οποία είχαν πρωτοστατήσει, θα κριθούν ένοχοι και θα καθαιρεθούν από μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ. Ο Χαϊτάς θα μείνει στη Σοβιετική Ένωση και θα γίνει καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Κούιμπισεφ, ενώ θα δραστηριοποιηθεί στους κόλπους της εκεί ποντιακής κοινότητας.

Τα ίχνη του από εκεί και πέρα χάνονται. Ο Νίκος Ζαχαριάδης, που θα τον διαδεχτεί, από τις φυλακές Κέρκυρας όπου βρίσκεται το 1939, φέρεται να μεταβιβάζει αίτημα προς την Κομιντέρν για αποστολή του Χαϊτά στην Ελλάδα, ώστε να ανασυγκροτήσει το κόμμα που έχει διαβρωθεί από την Ασφάλεια. Η ΚΕ όμως δεν θα μεταβιβάσει το αίτημα, καθώς έχει λάβει μήνυμα από το 1938 πως ο πρώην γραμματέας του κόμματος, συνεχίζει τη φραξιονιστική του δράση είναι υπό διαγραφή.

Αρκετά χρόνια αργότερα και πάλι ο Νίκος Ζαχαριάδης, φέρεται να ζητά από τον Χαρίλαο Φλωράκη, την έρευνα για την τύχη των στελεχών του ΚΚΕ που χάθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, με πρώτο όνομα στην λίστα, αυτό του Ανδρόνικου Χαϊτά.

Η 10η Ολομέλεια του ΚΚΕ τον Ιανουάριο του 1967, θα αποκαταστήσει ηθικά και κομματικά, 13 μέλη του ΚΚΕ, μεταξύ των οποίων και ο Ανδρόνικος Χαϊτάς.

Νίκος Ζαχαριάδης

Βλέποντας την κατάσταση με την εσωκομματική κρίση στο ΚΚΕ και την «φραξιονιστική πάλη χωρίς αρχές» να μην καταλαγιάζει, η Κομμουνιστική Διεθνής αποφασίζει να επέμβει. Τον Νοέμβριο του 1931 απευθύνει έκκληση «προς τα μέλη του ΚΚΕ» με την οποία αναλύει τις αιτίες της εσωκομματικής κρίσης και υποβάλλει σε αυστηρή κριτική και τις δυο φραξιονιστικές ομάδες και καλεί τα μέλη να «ξεκόψουν αποφασιστικά απ’αυτές και να αποκαταστήσουν αμέσως την ενότητα.

Με πρότασή της, ορίζεται νέο Πολιτικό Γραφείο κυρίως από νεαρά στελέχη τους Νίκο Ζαχαριάδη, Γιάννη Ιωαννίδη, Στέλιο Σκλάβαινα, Γιάννη Μιχαηλίδη, Βασίλη Νεφελούδη, Γιώργο Κωνσταντίνιδη και Λεωνίδα Στρίγκο.

Ο Ζαχαριάδης είναι εκείνη την εποχή, 28 χρονών. Γεννημένος στην Αδριανούπολη, πήγε αρχικά δημοτικό στα Σκόπια (λόγω των ταξιδιών του πατέρα του), πέρασε από τη Νικομήδεια για να αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο της Αδριανούπολης. Από τα 15 του δουλεύει και στα 16 του είναι λιμενεργάτης φορτοεκφορτωτής στην Κωνσταντινούπολη.

Έρχεται σε επαφή αρχικά με αναρχοσυνδικαλιστικούς κύκλους, ενώ εκείνη την περίοδο 1919 – 1921 κάνει ταξίδια στην μετεπαναστατική Ρωσία, όπου εντάσσεται στη σοσιαλιστική Διεθνή Πανεργατική Ένωση, που αποτελείται κυρίως από Έλληνες. Το 1921 γίνεται μέλος της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών της Σοβιετικής Ένωσης και ένα χρόνο μετά του κόμματος των Μπολσεβίκων. Σπουδάζει στο Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο Εργαζομένων της Ανατολής ΚΟΥΤΒ. Φτάνει στην Ελλάδα, μυστικά το καλοκαίρι του 1924 και αναλαμβάνει καθοδηγητική δουλειά στην Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών στην Αθήνα. Σύντομα γίνεται γραμματέας της.

Τον Μάιο του 1926, με εντολή της ΚΕ, αναλαμβάνει γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Πειραιά και την επόμενη χρονιά εκείνης του Βόλου. Μέχρι το 1929 έχει συλληφθεί πέντε φορές και αποδράσει ισάριθμες, την τελευταία με την βοήθεια του Θανάση Κλάρα (και μετέπειτα Άρη Βελουχιώτη) όντας προφυλακισμένος για τη δολοφονία του αρχειομαρξιστή Ηλία Γεωργοπαπαδάκου, που είχε σκοτωθεί σε συμπλοκή έξω από τα γραφεία του Ριζοσπάστη τον Δεκέμβριο του 1927. Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, έθεσε σε ισχύ το Ιδιώνυμο το 1929, ο Νίκος Ζαχαριάδης ήταν ο πλέον καταζητούμενος Έλληνας κομμουνιστής. Έτσι η ΚΕ του ΚΚΕ αποφασίζει να τον στείλει πίσω στη Σοβιετική Ένωση, τόσο για να χαθούν τα ίχνη του όσο και για να σπουδάσει στην Ανώτατη Κομματική Σχολή της Μόσχας.

Από εκεί, επιστρέφει δυο χρόνια αργότερα και αναλαμβάνει γενικός γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ. Υπό την καθοδήγησή του, το ΚΚΕ θα γνωρίσει σημαντικότατη ανάπτυξη των δυνάμεών του. Στις εκλογές του 1932 μέσα από το σχήμα Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών παίρνει πάνω από 58.000 ψήφους και εκλέγει 10 βουλευτές, το 1933 ως ΚΚΕ 52.958 ψήφους και ποσοστό 4,64% όμως εξαιτίας του εκλογικού συστήματος δεν εκλέγει βουλευτές, το 1935 και ενώ το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν συμμετέχει καταγράφει σχεδόν 10% και 98.000 ψήφους και προσεγγίζει την Ένωση Βασιλοφρόνων του Μεταξά που έρχεται δεύτερη όμως και πάλι εξαιτίας του καλπονοθευτικού νόμου, δεν εκλέγει βουλευτή, ενώ το 1936 με το σχήμα «Παλλαϊκό Μέτωπο» παίρνει ποσοστό 5,76%, έχει 73.000 ψήφους και εκλέγει 15 βουλευτές.

Και ενώ το ΚΚΕ μοιάζει να ορθοποδεί και να κατακτά όλο και περισσότερη αναγνώριση στις λαϊκές μάζες, η 4η Αυγούστου και η δικτατορία Μεταξά, έρχεται να του δώσει ένα ακόμα, σχεδόν συντριπτικό χτύπημα. Ο Ζαχαριάδης πιάνεται τον Σεπτέμβριο του 1936, μόλις 1,5 μήνα μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας. Θα ξαναφεθεί ελεύθερος, 9 χρόνια αργότερα, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου.

Καταδικάζεται με το Ιδιώνυμο σε φυλάκιση 4,5 ετών και εκτόπιση 2 ετών και μεταφέρεται στις φυλακές της Κέρκυρας, ενώ δικάζεται και από το Κακουργιοδικείο Πειραιά για την υπόθεση της δολοφονίας του Αρχειομαρξιστή που εκκρεμούσε σε άλλα 9 χρόνια. Την καθοδήγηση του ΚΚΕ, αναλαμβάνει προσωρινά τριμελής γραμματεία των ασύλληπτων μελών Σκλάβαινα – Νεφελούδη – Παρτσαλίδη, η οποία όμως συλλαμβάνεται κι αυτή το 1938.

Προς το τέλος του 1939 τα μόνα ασύλληπτα μέλη της ΚΕ είναι οι Παπαγιάννης και Μάθεσης, ενώ για τον δεύτερο υπήρχαν σοβαρές υποψίες πως είναι χαφιές της Ασφάλειας. Έτσι ο Παπαγιάννης, με την προσθήκη των στελεχών Κανάκη, Κτιστάκη, Βιτσαρά συγκροτούν την λεγόμενη «Παλιά Κεντρική Επιτροπή» υπό την καθοδήγηση του έγκλειστου λόγω φυματίωσης Νίκου Πλουμπίδη στο Σανατόριο Σωτηρία. Σαν να μην έφταναν οι συλλήψεις, ο διαβόητος υφυπουρφός Δημόσιας Τάξης, Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, παίρνει ένα ακόμα μέτρο. Κατά τη διάρκεια των συλλήψεων και των βασανιστηρίων των κομμουνιστών, «πείθει» αρκετά από τα στελέχη του ΚΚΕ να συνεργαστούν μαζί του.

Έτσι φτιάχνει ένα ακόμα καθοδηγητικό κέντρο, το οποίο θα εκδώσει ακόμα και δεύτερο Ριζοσπάστη, η ομάδα αυτή με πυρήνα τους άλλοτε βουλευτές του ΚΚΕ, Μανώλη Μανωλέα και Μιχάλη Τύριμο (τους οποίους θα «ξεπληρώσει η Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών, τις ημέρες της απελευθέρωσης, εκτελώντας τους), αλλά και τον Τηλέμαχο Μύτλα, θα δημιουργήσει την «Προσωρινή Διοίκηση» η οποία θα μάχεται αλληλοκατηγορούμενη με την «Παλιά Κεντρική Επιτροπή» αποτελούμενη από στελέχη που είχαν εκλεγεί από το 6ο Συνέδριο του 1935.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης έχει εν τω μεταξύ μεταφερθεί από την Κέρκυρα στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών, καθώς το καθεστώς φοβόταν τη δραπέτευσή του. Με την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, στέλνει την επιστολή του προς τον λαό με την οποία καλούσε «Ο Λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο απελευθερωτικό ενάντια στο Φασισμό του Μουσολίνι [...] Στον πόλεμο αυτό, που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. [...] Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θάναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της.»

Με την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων, η ελληνική κυβέρνηση θα τους τον παραδώσει. Η κατάσταση με την ΠΚΕ και την ΠΔ, έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει από το 1941, καθώς ο Ριζοσπάστης που εκδίδει ο Μανιαδάκης, έχει πάρει θέση υπέρ του Μεταξά και χρησιμοποιεί εθνικιστικό λόγο.

Λύση στο αδιέξοδο των δυο καθοδηγητικών κέντρων έρχεται να δώσει η «Νέα Κεντρική Επιτροπή» τον Ιούλιο του 1941, από παλιά αναπληρωματικά και τακτικά μέλη της ΚΕ που είχε εκλεγεί από το συνέδριο του 1935. Εκεί σταδιακά θα υποταχθούν όλα τα «καθαρά στοιχεία» απομονώντας τους ανθρώπους του Μανιαδάκη. Ο Ζαχαριάδης, που βρίσκεται στο Νταχάου, εκτελεί χρέη μεταφραστή, καθώς γνώριζε Γερμανικά, με αποτέλεσμα να δίνει πληροφορίες και συμβουλές στους υπόλοιπους κρατούμενους. Την Πρωτομαγιά του 1945, επιστρέφει στην Αθήνα. Αναλαμβάνει και πάλι τη θέση του γενικού γραμματέα, καθώς είναι ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του κόμματος.

Ο Ζαχαριάδης προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει μια νέα σύγκρουση, αυτή την φορά με τους Άγγλους ή και εμφύλια, δείχνοντας διάθεση για συμβιβασμό, παρά το γεγονός πως το ΚΚΕ είναι μετά το έπος της ΕΑΜικής αντίστασης κραταιά και μοναδική πολιτική δύναμη στην Ελλάδα. Το ΚΚΕ αποκηρύσσει τον Άρη Βελουχιώτη, που αμφισβητεί τη συμφωνία της Βάρκιζας, δηλώνει ότι η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να τηρεί ίσες αποστάσεις από Μεγάλη Βρετανία και Σοβιετική Ένωση, κάνει προτάσεις για Δημοκρατικό Μέτωπο στα κόμματα του κέντρου. Έχουν προηγηθεί η συμφωνία της Βάρκιζας, η μη τήρησή της από την πλευρά της κυβέρνησης και η Λευκή Τρομοκρατία, οι διώξεις εις βάρος των κομμουνιστών που οδήγησαν στις μάχες του Δεκέμβρη.

Το ΚΚΕ και πολλά μικρότερα δημοκρατικά κόμματα, αποφασίζουν να μην πάρουν μέρος στις εκλογές του 1946, των οποίων οι εκλογικοί κατάλογοι ήταν τόσο νόθοι που ακόμα και ο πρωθυπουργός Σοφούλης, ζήτησε την αναβολή τους από τους… Άγγλους, όμως οι τελευταίοι δεν δέχτηκαν. Το αποτέλεσμα ήταν μια μεγάλη όσο και άνευ αντικρίσματος νίκη του ΕΑΜικού συνασπισμού που απήχε, όπως απήχε και περισσότερο από το μισό εκλογικό σώμα. Το ποσοστό της αποχής ήταν μάλιστα πολύ μεγαλύτερο από 50% καθώς πολλοί ήταν οι αριστεροί ψηφοφόροι που υπό τον φόβο της κρατικής τρομοκρατίας, δεν πήγαν καν να γραφτούν στους καταλόγους.

Το προηγούμενο των εκλογών βράδυ, ομάδα ένοπλων καταδιωκόμενων, χτυπά το Αστυνομικό Τμήμα του Λιτόχωρου, γεγονός που θεωρείται η αρχή του Εμφυλίου Πολέμου. Στα χρόνια του Εμφυλίου, θα συμμετάσχει στην διεύθυνση του αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού, εγκαταστημένος στον ορεινό όγκο της βόρειας Πίνδου. Ο αρχηγός του ΔΣΕ Μάρκος Βαφειάδης, θα απευθυνθεί με δυο επιστολές προς το ΚΚΣΕ, ενάντια στην πολιτική του ΚΚΕ.

Στις επιστολές του αυτές, ο Βαφειάδης μιλά για καθυστέρηση της έναρξης του ένοπλου αγώνα, χαρακτηρίζει λάθος την αποχή από τις εκλογές του 1946 όπως και τη συμμετοχή στο δημοψήφισμα λίγους μήνες αργότερα και σε χειρότερες συνθήκες, ενώ εκφράζει τη θέση του για διαμόρφωση στρατού με καθαρά παρτιζάνικη λογική. Παράλληλα χαρακτηρίζει τον Ζαχαριάδη «πράκτορα του εχθρού στις γραμμές του ΚΚΕ» κάτι που δεν σταμάτησε να πιστεύει μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο Βαφειάδης διαγράφεται στην 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ τον Ιανουάριο του 1949, ενώ τα καθήκοντά του είχε ήδη αναλάβει από τον Νοέμβριο του 1948 ο ίδιος ο Ζαχαριάδης. Η ίδια Ολομέλεια αποφάσισε για πρώτη φορά την αλλαγή του χαρακτήρα της επανάστασης σε σοσιαλιστική και την πλήρη εθνική αποκατάσταση των Σλαβομακεδόνων. Παρά την αισιοδοξία για επικράτηση του ΔΣΕ που υπάρχει στην 5η Ολομέλεια, ο πόλμεος χάνεται και ο Ζαχαριάδης υποχωρεί μαζί με τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού στις σοσιαλιστικές χώρες, με πρώτο σταθμό την Αλβανία.

Τα αίτια της ήττας θα ταλαιπωρήσουν για αρκετό καιρό το κόμμα. Οι επικρίσεις κατά του Ζαχαριάδη εντείνονται για την τακτική του κόμματος. Ο ίδιος δίνει βαρύνουσα σημασία στο «πισώπλατο μαχαίρωμα» του Τίτο, ο οποίος αν και στην αρχή ήταν θετικός για τον ένοπλο αγώνα στην Ελλάδα, στη συνέχεια και έπειτα από το ρήγμα στη σχέση του με τη Σοβιετική Ένωση, κλείνει τα σύνορα στους Έλληνες αντάρτες.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης καθαιρείται από την ηγεσία του ΚΚΕ, το 1956 στην 6η Πλατιά Ολομέλεια, ένα νόθο κομματικό σώμα, καθώς σ’ αυτό συμμετέχουν μέλη του ΚΚΕ, που έχουν διαγραφεί με προηγούμενες αποφάσεις. Η σύγκλισή του συγκεκριμένου σώματος, γίνεται έπειτα από παρέμβαση του ΚΚΣΕ και άλλων κομμουνιστικών κομμάτων και στον απόηχο του 20ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, μετά τον θάνατο του Στάλιν και με την ανάδειξη του Νικήτα Χρουστσόφ που προχωρά την πολιτική της «αποσταλινοποίησης».

Στην επόμενη, την 7η Πλατιά Ολομέλια, η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος διαγράφει τον Νίκο Ζαχαριάδη ως «αντικομματικό, φραξιονιστικό, αντιδιεθνιστικό και εχθρικό στοιχείο». Ο Ζαχαριάδης εξορίζεται αρχικά στο Μποροβίτσι της ΕΣΣΔ, όπου εργάζεται μέχρι το 1962 σε δασική επιχείρηση και έχοντας παράλληα επαφές με διεγραμμένους από το ΚΚΕ, υποστηρικτές του. Ζητά από την Ελληνική Πρεσβεία, ακόμα και κατά τη διάρκεια της Χούντας, να επιστρέψει στην Ελλάδα και να δικαστεί αναλαμβάνοντας την πλήρη ευθύνη της πολιτικής του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου.

Οι σοβιετικές αρχές, αποφασίζουν έτσι να τον μεταφέρουν στο Σοργκούτ της Σιβηρίας, όπου ζει με το ψευδώνυμο Νικολάι Νικολάγιεβιτς Νικολάγιεφ, υπό 24ωρη επιτήρηση. Κατά τη διάρκεια της ζωής του εκεί, πραγματοποιεί συχνά απεργίες πείνας, ζητώντας την αποκατάσταση και την απελευθέρωσή του.

Την 1η Αυγούστου του 1973, ο Ζαχαριάδης αυτοκτόνησε με απαγχονισμό στο σπίτι του στο Σοργκούτ, ενώ στην ΚΕ του ΚΚΕ ανακοινώθηκε από τις σοβιετικές αρχές πως πέθανε από καρδιολογικά αίτια. Μόλις το 1989 έγινε γνωστή η αλήθεια για τον θάνατό του στην Ελλάδα. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και τάφηκε στο 1ο νεκροταφείο με πρωτοβουλία της οικογένειάς του και της ΚΕ του ΚΚΕ, 16 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1989.

Είχαν περάσει πλέον 38, όταν η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, το 2011 που συνήλθε με θέμα την ιστορία του κόμματος για την περίοδο 1949-1968, αποφάσισε την αποκατάστασή του, πολιτική και κομματική. Η παρουσίαση της απόφασης έγινε την Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011 στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Η συγκεκριμένη απόφαση, αναιρεί την διαγραφή του 1956.

Ανδρέας Τσίπας

Με τον Νίκο Ζαχαριάδη στις φυλακές της Κέρκυρας και την Παλιά Κεντρική Επιτροπή και την Προσωρινή Διοίκηση του Μανιαδάκη, να μάχονται για το ποια είναι η πραγματική καθοδήγηση του κόμματος, η Νέα Κεντρική Επιτροπή έρχεται για να άρει το εν λόγω αδιέξοδο.

Τον Ιούλιο του 1941, στελέχη του κόμματος που έχουν αποδράσει από τους τόπους κράτησής τους, έρχονται να ξεκαθαρίσουν το τοπίο και να γίνουν η αδιαμφισβήτηση καθοδήγηση του ΚΚΕ. Συνέρχεται έτσι η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Σ’ αυτήν παίρνουν μέρος τέσσερα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της ΚΕ που έχουν εκλεγεί από το 6ο Συνέδριο του 1935.

Η Χρύσα Χατζηβασιλείου και ο Πέτρος Ρούσος που έχουν δραπετεύσει από την Κίμωλο, ο Παντελής Καραγκίτσης από την Φολέγανδρο, ενώ οι Ανδρέας Τσίπας, Ανδρέας Τζήμας και Κώστας Λαζαρίδης, έχουν απελευθερωθεί ως Σλαβοκμακεδόνες από την Ακροναυπλία έναν μήνα νωρίτερα, με τους δυο τελευταίους να «προσλαμβάνονται» από την Ολομέλεια της ΚΕ.

Με εισήγηση του Ακροναυπλιώτη στελέχους του ΠΓ, Γιάννη Ιωαννίδη, ο Ανδρέας Τσίπας, θα εκλεγεί γραμματέας και η Ολομέλεια θα καλέσει τον ελληνικό λαό, τα κόμματα και τις οργανώσεις σε εθνικό μέτωπο απελευθέρωσης, σε αντικατοχική και αντιφασιστική δράση, για την αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών. Μετά τη συγκρότηση της Νέας Κεντρικής Επιτροπής, ο Νίκος Πλουμπίδης που καθοδηγεί την Προσωρινή Κεντρική Επιτορπή, δίνει εντολή στα μέλη της, να της παραδώσουν τον παράνομο εκδοτικό μηχανισμό. Στα τέλη του καλοκαιριού του ίδιου έτους, προσχωρεί στη Νέα Κεντρική Επιτροπή και ο Σπύρος Καλοδίκης, μαζί με την Ανεξάρτητη Κομμουνιστική Οργάνωση Αθήνας, την οποία και καθοδηγούσε.

Ο Ανδρέας Τσίπρας ήταν τότε 37 χρονών, γεννημένος στον Άγιο Παντελεήμονα Φλώρινας το 1904 και σλαβόφωνος. Εργαζόταν ως αγρότης και ως καπνεργάτης και εντάχθηκε στο ΚΚΕ την δεκαετία του 1920. Το 1934, ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του.

Την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στην Ακροναυπλία, μαζί με άλλα στελέχη της καθοδήγησης του κόμματος όπως ο Γιάννης Ιωαννίδης, ο Κώστας Θέος, ο Βασίλης Βερβέρης και ο Μιχάλης Σινάκος. Αποφυλακίζεται με παρέμβαση της βουλγάρικης πρεσβείας, σαν Σλαβομακεδόνας, μαζί με άλλα 26 μέλη του ΚΚΕ.

Μεταβαίνει αμέσως στην Αθήνα, όπου όπως αναφέρθηκε εργάστηκε για την ανασυγκρότηση του καθοδηγητικού κέντρου του ΚΚΕ. Λίγο καιρό μετά την αντικατάστασή του από τη θέση του γραμματέα, τον Δεκέμβριο του 1941, απομακρύνεται από κάθε υπεύθυνη καθοδηγητική θέση καθώς φέρεται να παραβιάζει θεμελιώδεις συνωμοτικούς κανόνες και να θεωρείται «λούμπεν στοιχείο».

Επί των ημερών του πάντως, ως γενικός γραμματέας, θα ιδρυθεί το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, από την ΓΣΕΕ, την Ενωτική ΓΣΕΕ και τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα, εκδίδεται το πρώτο φύλλο της νέας σειράς του Ριζοσπάστη, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1941, ιδρύεται και το ίδιο το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.

Ο ίδιος θα μετακινηθεί μετά την απομάκρυνσή του στη Σόφια της Βουλγαρίας, ενώ στον Εμφύλιο θα πάρει μέρος από τις γραμμές του Εθνικοαπελευθερωτικού Μετώπου των Σλαβομακεδόνων που συμμετείχε στον ΔΣΕ. Μετά την ήττα, εγκαταστάθηκε στη Γιουγκοσλαβία και στο Μοναστήρι (Μπίτολα), που βρίσκεται στα σημερινά εδάφη της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, όπου πέθανε το 1956.

Γιώργος Σιάντος

Μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος είναι και ο Γιώργος Σιάντος, έχοντας συνδέσει το όνομά του, τόσο με τις σημαντικότερες όσο και με τις χειρότερες αποφάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Γεννημένος το 1890 στην Καρδίτσα, τελειώνει το Δημοτικό και αμέσως πιάνει δουλειά ως καπνεργάτης. Από το 1911 ως το 1920 υπηρετεί ως υπαξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό, ενώ πολεμά στους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1916, συμμετέχει στο βενιζελικό κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη, ενώ μετά την απόλυσή του από τον στρατό, εντάσσεται σχεδόν αμέσως στο ΣΕΚΕ που εκείνη την περίοδο βρίσκεται στη φάση της μπολσεβικοποίησής του και της μετονομασίας του σε ΚΚΕ.

Εκλέγεται γραμματέας της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδας που αριθμεί χιλιάδες μέλη, ενώ το 1927, εκλέγεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ. Κατά τη διάρκεια της «φραξιονιστικής πάλης χωρίς αρχές» στο κόμμα, παίρνει ενεργά μέρος, συγκροτώντας την αριστερή τάση μαζί με τους επίσης συνδικαλιστές Κώστα Θέο, Μήτσο Παπαρήγα και Διονύση Πυλιώτη. Η ομάδα του, έρχεται σε σφοδρότατη σύγκρουση με εκείνη του τότε γραμματέα Ανδρόνικου Χαϊτά, Κώστα Ευτυχιάδη και Γιώργου Κολοζώφ, οδηγώντας το κόμμα στα πρόθυρα της διάλυσης. Το 1931, θα κληθεί στα όργανα της Κομμουνιστικής Διεθνούς ώστε να δώσει εξηγήσεις για τη φραξιονιστική πάλη. Επανήλθε έπειτα από μερικούς μήνες μαζί με τον Κώστα Θέο, σε καθοδηγητικές θέσεις.

Το 1934 εκλέγεται γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Πειραιά, ενώ δυο χρόνια αργότερα, θα εκλεγεί βουλευτής Τρικάλων με το Παλλαϊκό Μέτωπο, στις εκλογές του 1936. Λίγο μετά την εκλογή του όμως, έρχεται η Δικτατορία του Μεταξά και η διάλυση του κοινοβουλίου, με πρόφαση τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην Ανάφη, απ’ όπου δραπατεύει το 1937. Μέσα στη θύελλα των συνεχών συλλήψεων, πρωτοστατεί μαζί με τον Νίκο Πλουμπίδη στην δημιουργία της «Παλιάς Κεντρικής Επιτροπής». Δεν καταφέρνει όμως να αποφύγει τη νέα σύλληψη, που έρχεται τον Νοέμβριο του 1939. Φυλακίζεται στην Κέρκυρα και στην Ακτίνα Θ’, μαζί με τον Νίκο Ζαχαριάδη. Αποδρά τον Σεπτέμβρη του 1941 κατά τη μεταφορά, την ώρα που η χώρα βρίσκεται ήδη υπό γερμανο – ιταλική κατοχή.

Η… κινηματογραφική του απόδραση, αρχικά προκαλεί καχυποψία στους έγκλειστους και μη συντρόφους του, την οποία έρχονται να «σπάσουν» οι διαβεβαιώσεις του Ακροναυπλιώτη, Γιάννη Ιωαννίδη. Ο Σιάντος αναλαμβάνει την ηγεσία του ανασυγκροτημένου ΚΚΕ στο τέλος του 1941 και ενώ ο Ζαχαριάδης βρίσκεται ακόμα στο Νταχάου.

Επί των ημερών του Γιώργου Σιάντου ή «Γέρου» ή «Θείου», το ΕΑΜ θα γνωρίσει τεράστια ανάπτυξη, ενώ ο ΕΛΑΣ θα γίνει ο μεγαλύτερος αντάρτικος στρατός της κατεχόμενης Ευρώπης. Τον Μάρτιο του 1944, πρωταγωνιστεί στη συγκρότηση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, της «κυβέρνησης του βουνού», στο χωριό Βίνιανη της Ευρυτανίας, στης οποίας την πρώτη προσωρινή διοίκηση αναλαμβάνει γραμματέας Εσωτερικών και Επισιτισμού της Ελεύθερης Ελλάδας. 

Δεν θα καταφέρει να ανταπεξέλθει στις ιδιαίτερα σύνθετες συνθήκες όπως αυτές διαμορφώνεται κατά την απελευθέρωση και ιδιαίτερα στις διαπραγματεύσεις με τους Άγγλους και την «κυβέρνηση του Καΐρου». Αποδέχεται τη συμμετοχή σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας με τις παλιές πολιτικές δυνάμεις και αποκηρύσσει το κίνημα της Μέσης Ανατολής. Δέχεται και Συμφωνία της Καζέρτας όπου ο ΕΛΑΣ υποτάσσεται πλέον στον Βρετανό στρατηγό Σκόμπι.

Αν και δεν συμμετέχει στην υπογραφή των δυο συμφωνιών, τις αποδέχεται δυσανασχετώντας, μάλιστα σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του άτυπου νο2 του κόμματος, Γιάννη Ιωαννίδη, ο Σιάντος πληροφορούμενος τους όρους της Συμφωνίας της Καζέρτας, θέλει να περάσει από αναρτοδικείο την αντιπροσωπεία για προδοσία.

Θα ήταν άδικο να του αποδοθεί πλήρης ευθύνη για δυο κάκιστες συμφωνίες, που δεν απέδιδαν τον διαμορωμένο συσχετισμό δύναμης της εποχής, την ώρα που η στρατηγική του ΚΚΕ, που είχε διαμορφωθεί από τον μεσοπόλεμο και έφερε την επίδραση των επεξεργασιών του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, βρισκόταν πίσω από τις απαιτήσεις της εποχής.

Μετά την απελευθέρωση και τον σχηματισμό της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, το ΚΚΕ διαφωνεί με τη διάλυση των ενόπλων τμημάτων του ΕΛΑΣ, χωρίς την παράλληλη διάλυση της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου. Μετά την παραίτηση των υπουργών του ΕΑΜ στις 3 Δεκεμβρίου διοργανώνεται μεγάλη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, η οποία αρχικά επιτρέπεται και έπειτα απαγορεύεται. Η διαδήλωση χτυπιέται βίαια από τις αρχές ασφαλείας του Άγγελου Έβερτ, διοικητή της Αστυνομίας Πόλεων. Εκατοντάδες τραυματίες και 33 νεκροί διαδηλωτές, με το ΕΑΜ να προκηρύσσει απεργία για την επόμενη ημέρα που έχει καθολική συμμετοχή, με αφορμή και την κηδεία των νεκρών διαδηλωτών της προηγούμενης. Το σύνθημα του πανό που προπορεύεται της πομπής προς το Α’ Νεκροταφείο γράφει: «Όταν ο Λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα». Και η νέα πορεία όμως, χτυπιέται βάναυσα από την αστυνομία και τα Τάγματα Ασφαλείας. Ακολουθούν οι μάχες των Δεκεμβριανών σε Αθήνα και Πειραιά, που καταλήγουν στην στρατιωτική ήττα του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, μετά και την παρέμβαση των Άγγλων. Ο Σιάντος και η υπόλοιπη ηγεσία του κόμματος, δεν επέτρεψαν τη γενίκευση των συγκρούσεων όπως συνιστούσε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Με τη λήξη της σύγκρουσης, η ηγεσία υπογράφει τη Συνθήκη της Βάρκιζας, ενώ ο ίδιος ο Σιάντος είναι ένα από τα τρια μέλη της αντιπροσωπείας που την υπογράφουν.

Στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, δίνεται μάχη ώστε να μην υπογραφεί η συγκεκριμένη συμφωνία, κυρίως από τους Κώστα Καραγιώργη τότε διευθυντή του Ριζοσπάστη, τον Γιάννη Ζέβγο, υπουργό Γεωργίας της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας που έχει παραιτηθεί και τον Θανάση Χατζή, γραμματέα του ΕΑΜ. Η συνθήκη όμως υπογράφεται και η παράδοση των όπλων από την πλευρά του ΕΛΑΣ, καταφέρνει να αποθρασσύνει κράτος και παρακράτος, που ξεσπούν στη λεγόμενη Λευκή Τρομοκρατία κατά του ΕΑΜικού κόσμου.

Με την επιστροφή του Νίκου Ζαχαριάδη στην Ελλάδα, τον Μάιο του 1945, ο Σιάντος αντικαθίσταται από γραμματέας και σταδιακά παραγκωνίζεται καθώς χρεώνεται τα λάθη στους χειρισμούς κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης. Είναι άλλωστε άρρωστος και πεθαίνει στις 20 Μαΐου του 1947, από ανακοπή καρδιάς στην κλινική του Πέτρου Κόκκαλη. Η κηδεία του θα αποτελέσει αφορμή για μια ακόμα μαζική διαδήλωση του ΕΑΜικού κόσμου, κατά του καθεστώτος των διώξεων εναντίον του. Μετά τον θάνατό του, η καθοδήγηση του ΚΚΕ, θα τον κατηγορήσει για πράκτορα της Ιντέλιτνες Σέρβις, χωρίς όμως να υπάρχουν τα ανάλογα στοιχεία. Το 1957, ένα χρόνο δηλαδή μετά την καθαίρεση του Ζαχαριάδη, η σχετική κατηγορία θα αποσυρθεί και η μνήμη του θα αποκατασταθεί.

Απόστολος Γκρόζος

Γεννήθηκε το 1892 στην Κομοτηνή και έγινε από μικρός καπνεργάτης και από το 1910, αναμείχθηκε έντονα με το συνδικαλιστικό κίνημα. Μέλος του ΣΕΚΕ γίνεται το 1920, σε ηλικία 28 ετών. 

Μέχρι τότε έχει προλάβει να δουλέψει σαν καπνεργάτης στην Καβάλα, ενώ αναδεικνύεται πρόεδρος του Σωματείου Καπνεργατών της περιοχής και εκλέγεται στην ηγεσία της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Καπνεργατών.

Στην κατοχή, συλλαμβάνεται από τους Ιταλούς, όμως μαζί με άλλους Ακροναυπλιώτες που είχαν μεταφερθεί από την Κατούνα, την Βόνιτσα και την Κέρκυρα το 1943, καταφέρνει να ελευθερωθεί με την κατέρρευση της Ιταλίας.

Παίρνει μέρος στην ΕΑΜική αντίσταση, ενώ στη διάρκεια του Εμφυλίου, υπηρετεί ως υπουργός Εργασίας της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, καθώς αμέσως μετά τον πόλεμο, έχει εκλεγεί μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας, προτού η κατάσταση στη ΓΣΕΕ ανατραπεί από την κυβέρνηση.

Την ίδια χρονιά, το 1945  έγινε αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Από το 1948 ως το 1956 ήταν πρόεδρος της Εξελεγκτικής Επιτροπής του κόμματος.

Μετά την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη, το 1956, αναδεικνύεται μέλος συλλογικής ηγεσίας του κόμματος πρώτα ως γενικός γραμματέας, πολύ γρήγορα όμως αντικαθίσταται και αναλαμβάνει πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Σε μια θέση δηλαδή, που δημιουργείται για πρώτη φορά. Συνέβαλε στην απόφαση της αποκατάστασης των Νίκου Πλουμπίδη, Γιώργη Σιάντου και Κώστα Καραγιώργη στην 9η Ολομέλεια του 1958.

Πέρασε από αυτήν την θέση, την ιδιαίτερα δύσκολη μετεμφυλιακή περίοδο στην πολιτική προσφυγιά και συμμετείχε σε μια σειρά αποφάσεις, που αρκετά χρόνια αργότερα θα καταδικαστούν από το ίδιο το κόμμα. Επί των ημερών του, διεξάγεται το 8ο Συνέδριο, το οποίο στο κλίμα της εποχής κάνει σκληρή κριτική στην περίοδο Ζαχαριάδη, ενώ και στις επεξεργασίας του μιλά για «εθνική αστική τάξη» αλλά και «στην αναγκαιότητα ενότητας όλων των δημοκρατικών δυνάμεων στην πάλη για την απομάκρυνση της κυβέρνησης Καραμανλή και το σχηματισμό κυβέρνησης που θα πραγματοποιήσει δημοκρατική στροφή σ’ όλη την πορεία της χώρα» που πρακτικά μεταφράζεται στην «πολιτική ουράς» που ακολούθησε η ΕΔΑ απέναντι στην Ένωση Κέντρου.

Σ' αυτή την Ολομέλεια επιβεβαιώνεται και η  διάλυση των παράνομων κομματικών οργανώσεων του ΚΚΕ και τη διάχυση των κομμουνιστών στην ΕΔΑ.

Ο Απόστολος Γκρόζος, είναι εκείνος που θα ανοίξει τις εργασίες και της κρίσιμης 12ης Ολομέλειας του 1968, η οποία θα καταλήξει στη διάσπαση του ΚΚΕ και την δημιουργία του ΚΚΕ «εσωτερικού». Στην 17η Ολομέλεια του ΚΚΕ στη Βουδαπέστη, στην οποία εκλέγεται ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο Απόστολος Γκρόζος, εισηγείται να μην είναι αναπληρωτής ή προσωρινός γραμματέας, ώστε να υπογραμμιστεί η «αλλαγή σελίδας» στο κόμμα.

Ανακηρύχθηκε ισόβιος Πρόεδρος του ΚΚΕ στο 9ο Συνέδριο το 1974 και επίτιμος Πρόεδρός του στο 10ο.

Πεθαίνει στην πολιτική προσφυγιά το 1981 στο Βουκουρέστι και κηδεύεται στην Καβάλα.

Κώστας Κολιγιάννης

Ο Κολιγιάννης γεννιέται στο χωριό Ελλοπία, στη Θήβα, στις 26 Ιουλίου του 1909. Είναι μόλις 9 χρονών όταν ιδρύεται το ΣΕΚΕ. Παιδί με ιδιαίτερη έφεση στο διάβασμα, ήταν το μοναδικό από τα 7 παιδιά της οικογένειας που θα φύγει από το χωριό για να σπουδάσει. Δίνει εξετάσεις στη Σχολή Ευελπίδων όμως αποκλείεται από την Υγειονομική Επιτροπή λόγω κάποιου προβλήματος υγείας.

Υπηρετεί τη θητεία του στο στρατό και βγαίνοντας γράφεται στη Νομική Σχολή Αθηνών, την οποία παρακολούθησε μέχρι το δεύτερο έτος, εγκαταλείποντάς την έπειτα λόγω οικονομικών δυσκολιών. Το καλοκαίρι του 1931 αρχίζει να δουλεύει ως υπάλληλος σε δικηγορικό γραφείο και έπειτα σε πρακτορείο αυτοκινήτων μέχρι το 1936.

Συνδέεται με το κομμουνιστικό κίνημα το 1931, όταν και οργανώνεται στην ΟΚΝΕ, ενώ πριν περάσει ακόμα χρόνος, περνά στο κόμμα. Ως ιδιωτικός υπάλληλος γίνεται μέλος του σωματείου του και μαζί με άλλους ξεκινούν την ανασυγκρότηση των σωματείων που για μεγάλο διάστημα παρέμεναν ανενεργά. Στόχος τους είναι η ίδρυση του Εργατικού Κέντρου Θήβας. Στόχος που επιτυγχάνεται το 1934.

Ο Κολιγιάννης, θα γίνει από την πρώτη μέρα της ίδρυσής του, μέλος της διοίκησης, μετά γραμματέας και έπειτα ταμίας του Εργατικού Κέντρου μέχρι το 1936 και θα πάρει μέρος σε όλους τους μεγάλους αγώνες στην περιοχή. Γι αυτή του τη δράση διώκεται και περνά αρκετές φορές αυτόφωρο για παράνομες συγκεντρώσεις, διατάραξη της τάξης, παράνομο έρανο. Το 1935, το κόμμα τον στέλνει στη Χαλκίδα για να ανασυντάξει την ΚΟ Εύβοιας που έχει δεχθεί χτύπημα από την Ασφάλεια και έχει διαλυθεί.

Πριν όμως προλάβει να ολοκληρώσει τα καθήκοντά του, συλλαμβάνεται και στέλνεται εξορία στον Αη Στράτη, απ’ όπου αμνηστεύεται μετά από τρεις μήνες έπειτα από μια μαζική απεργία πείνας και άλλες διαμαρτυρίες. Κατά τη μεταξική δικτατορία, κάνει παράνομη δουλειά για το κόμμα, όμως συλλαμβάνεται και βασανίζεται απάνθρωπα για να δώσει πληροφορίες, χωρίς όμως να λυγίσει.

Τον Μάρτιο του 1937 μεταφέρεται στην Ακροναυπλία. Από εκεί μετακινείται και πάλι μαζί με άλλους 200 κομμουνιστές προς το στρατόπεδο της Πύλου τον Απρίλιο του 1941, οπότε οι κρατούμενοι παραδίδονται στους Γερμανούς κατακτητές και ο ίδιος επιστρέφει στην Ακροναυπλία. Το 1943, θα μεταφερθεί με τους τελευταίους 56 Ακροναυπλιώτες στη Σωτηρία για νοσηλεία.

Τον Απρίλιο του 1943, με τη βοήθεια του ΕΛΑΣ της Αθήνας, δραπετεύουν από το «Σωτηρία», εντάσσεται στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό και τοποθετείται από το Γενικό Στρατηγείο, στο Αρχηγείο Ηπείρου, ενώ αναλαμβάνει και γραμματέας της ΚΟ Ηπείρου. Η απελευθέρωση τον βρίσκει στην Αθήνα, όπου βρίσκεται με την προοπτική να αναλάβει την καθοδήγηση Αττικοβοιωτίας και Εύβοιας. Εκλέγεται αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ, στο 7ο Συνέδριο το 1945.

Κατατάσσεται στον Δημοκρατικό Στρατό την περίοδο του Εμφυλίου, με το ψευδώνυμο που είχε και στον ΕΛΑΣ, Παύλος Αρβανίτης. Τοποθετείται από το Γενικό Αρχηγείο, διοικητής του Αρχηγείου Ηπείρου και της 8ης Μεραρχίας, μέχρι τον Νοέμβριο του 1948, ενώ τον Ιανουάριο του 1949 είναι πολιτικός επίτροπος του Κλιμακίου Γενικού Αρχηγείου Νοτίου Ελλάδας και διοικητής του μέχρι τον Ιούνιο του 1949. Παίρνει μέρος σε μεγάλες και νικηφόρες επιχειρήσεις. Την κατάληψη της Καρδίτσας και του Καρπενησίου, την υπεράσπιση και τον ελιγμό της Μουργκάνας, αλλά και τις τελευταίες μάχες στο Δυτικό Γράμμο. Ονομάστηκε υποστράτηγος του ΔΣΕ, ενώ τον Ιανουάριο του 1948 γίνεται τακτικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.

Με την ήττα του ΔΣΕ και στην πολιτική προσφυγιά, καθοδηγεί πολιτείες προσφύγων στη Σοβιετική Ένωση. Εκλέγεται αναπληρωματικό μέλος του ΠΓ και βρίσκεται με κομματικές χρεώσεις μεταξύ Πολωνίας και Ρουμανίας, ενώ κατεβαίνει δυο φορές στην Ελλάδα με αποστολή την ανασύνταξη των κομματικών οργανώσεων.

Υπό το φως της αλλαγής που συντελείται στο ΚΚΣΕ, με την εκλογή του Νικήτα Χρουστσώφ που στρέφει το τιμόνι του κόμματος δεξιά και της σοβιετικής οικονομίας σε λύσεις ξένες προς εκείνη, ο Κώστας Κολιγιάννης ηγείται της αντίστοιχης δεξιάς στροφής στο ελληνικό κόμμα. Ασκεί οξύτατη κριτική στο Νίκο Ζαχαριάδη για τα γεγονότα της Τασκένδης. Στην πραγματικότητα πραγματοποιεί αντιεισήγηση στην εισήγηση του Ζαχαριάδη στην 5η Ολομέλεια, όπου μιλά για τα γεγονότα στην Τασκένδη ως «αποτέλεσμα της κατάρρευσης του κύρους της καθοδήγησης». Τον Μάρτιο του 1956, στην 6η Πλατιά Ολομέλεια, με τη συμμετοχή και Διεθνούς Επιτροπής αποτελούμενης από έξι αδελφά κόμματα, οδηγούν το κόμμα στη νέα του περίοδο, η οποία θα κλείσει 12 χρόνια αργότερα, με τη διάσπαση του και τη δημιουργία του ΚΚΕ «εσωτερικού».

Στην 6η Πλατιά Ολομέλεια, στην οποία παίρνουν μέρος και διεγραμμένα στελέχη του ΚΚΕ, ο Κολιγιάννης, αναλαμβάνει καθήκοντα γραμματέα της ΚΕ. Στην 8η Ολομέλεια, το Κομμουνιστικό Κόμμα αποφασίζει την διάλυση των παράνομων κομματικών οργανώσεων στην Ελλάδα και την διάχυση των μελών του στην ΕΔΑ. Το 1961, το 8ο Συνέδριο του ΚΚΕ, υπό την καθοδήγηση του Κολιγιάννη, επεξεργάζεται την πρόταση προγραμματικής κυβερνητικής συνεργασίας με αστικές δυνάμεις, με πρακτικές συνέπειες την πολιτική ουράς του κόμματος και κατά συνέπεια της ΕΔΑ στα κόμματα του Κέντρου. Το 1965 παρόλα αυτά, ο Κολιγιάννης αντιτάσσεται στην υποκατάσταση του Κομμουνιστικού Κόμματος από την ΕΔΑ.

Τρία χρόνια αργότερα, θα έρθει η κρισιμότερη μέχρι τότε μάχη του Κομμουνιστικού Κόμματος στην 12η Πλατιά Ολομέλεια. Αυτή οριστικοποιεί τη διάσπαση και αποπέμπει από το κόμμα, αυτήν που ονομάστηκε «δεξιά αναθεωρητική ομάδα» που αργότερα έφτιαξε το ΚΚΕ «εσωτερικού».

Το κόμμα μπαίνει και πάλι στην λογική της συγκρότησης παράνομων κομματικών οργανώσεων στην Ελλάδα, ανάγκη που γίνεται ακόμα πιο έντονη, στις συνθήκες τις δικτατορίας, οπότε εκτός νόμου τίθεται και η ΕΔΑ. Ο Κολιγιάννης, θα παραμείνει γραμματέας μέχρι τον Δεκέμβρη του 1972. Πικραμμένος που έχει χάσει πια την εμπιστοσύνη τόσο του κόμματος όσο και των Σοβιετικών, δεν θα πάρει μέρος στην 17η Ολομέλεια που εκλέγει στη θέση του τον Χαρίλαο Φλωράκη.

Θα ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας, μέχρι και τον θάνατό του στις 5 Σεπτεμβρίου του 1979 και θα ταφεί στην Ελλοπία, όπου γεννήθηκε.

Χαρίλαος Φλωράκης

Γεννημένος το 1914 στο Παλιοζογλώπι των θεσσαλικών Αγράφων, αποτελεί το τέταρτο παιδί του Ιωάννη Φλωράκη και της Στυλιανής Λιανού. Μετακομίζει το 1924 στην Καρδίτσα και έρχεται σε επαφή με τις κομμουνιστικές ιδέεςτου 1929, όταν και εντάσσεται στην ΟΚΝΕ.

Η οικογένειά του, το 1933 μετακομίζει στην Αθήνα και ο Χαρίλαος Φλωράκης, εισάγεται στην Σχολή Τηλεγραφητών. Διορίζεται Τηλεγραφητής στα «3Τ» (Ταχυδρομία, Τηλεγραφία, Τηλεφωνία) στις Σέρρες και αργότερα στη Θεσσαλονίκη, όπου αναπτύσσει εντονότατη συνδικαλιστική δράση. Έπειτα από αρκετές μεταθέσεις, επιστρέφει στην Αθήνα στα τέλη του 1938 και εν μέσω μεταξικής δικτατορίας. Εκεί θα τον βρει και το ξέσπασμα του πολέμου. Κατατάσσεται στις 21 Οκτωβρίου του 1940, ενώ κατά τη διάρκεια του πολέμου υπηρετεί στη Διεύθυνση Μηχανικού Θεσσαλονίκης και φτάνει ως τον βαθμό του ανθυπολοχαγού.

Γίνεται μέλος του ΚΚΕ το 1941, περίοδος που το κόμμα βρίσκεται ακόμα σε πολύ δύσκολη κατάσταση εξαιτίας του σχεδόν συντριπτικού χτυπήματος που έχει δεχθεί από τις υπηρεσίες Ασφαλείας των Μεταξά και Μανιαδάκη. Ως μέλος του ΚΚΕ, πλέον ο Φλωράκης, αναπτύσσει πλούσια συνδικαλιστική δράση στα ΤΤΤ. Τον Απρίλιο του 1942, πρωτοστατεί σε απεργία του κλάδου. Αμέσως μετά θα αναλάβει γραμματέας της κομματικής οργάνωσης στα ΤΤΤ, τον Ιανουάριο του 1943 όμως, συλλαμβάνεται από την Ειδική Ασφάλεια.

Όταν θα απελευθερωθεί, δυο μήνες αργότερα και έπειτα από εντολή της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας, θα βγει στο βουνό, όπου θα ενταχθεί στον ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο «Γιώτης». Αρχικά εντάσσεται στο Αρχηγείο Αττικοβοιωτίας και το καλοκαίρι του 1943 στην Περιφερειακή Επιτροπή Φθιώτιδας – Φωκίδας – Ευρυτανίας, ως υπεύθυνος του Εφεδρικού ΕΛΑΣ. Γίνεται γραμματέας της 2ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και αποκτά τον βαθμό του ταγματάρχη.

Τα Δεκεμβριανά βρίσκουν τον Χαρίλαο μαζί με τη Μεραρχία του, στις παρυφές της Εκάλης. Παίρνει μέρος στις μάχες στους στρατώνες του Γουδή, στο σχολή Χωροφυλακής, στην Καισαριανή αλλά και στην κατάληψη του αρχηγείου της RAF στο Κεφαλάρι. Με τη Συμφωνία της Βάρκιζας επιστρέφει στην Αθήνα και αναλαμβάνει χρέη δευτέρου γραμματέα της Αχτίδας Δημοσίων Υπαλλήλων.

Μετά την ήττα του Δεκέμβρη, με εντολή του Στέργιου Αναστασιάδη, μέλους του ΠΓ ο Χαρίλαος ξαναβγαίνει στο βουνό. Προσπαθεί όμως αποτυγχάνει από τη μεριά της Πάρνηθας και τα καταφέρνει τον Ιανουάριο με πλοίο από τον Πειραιά, με το οποίο φτάνει στον Βόλο. Συναντά το Αρχηγείο Αγράφων και συνδέεται με τον Γούσια (Γιώργο Βοντίτσιο). Συμμετέχει μαζί με Γούσια, Τριανταφύλλου και Διαμαντή, στη διοίκηση του Αρχηγείου Ρούμελης που σχηματίζεται και τοποθετείται επικεφαλής έπειτα του Αρχηγείου Δυτικής Στερεάς.

Τον Απρίλιο του 1948 ο Καπετάν Γιώτης αναλαμβάνει διοικητής της 1ης Μεραρχίας του ΔΣΕ και προάγεται σε συνταγματάρχη. Από τον Μάιο ως τον Ιούλιο του 1948 πραγματοποιεί με τις δυνάμεις του διείσδυση στην Ήπειρο και επιθέσεις αντιπερισπασμού σε Καστανοχώρια και Ξεροβούνι, με στόχο να καθυστερήσει τις δυνάμεις του «Εθνικού Στρατού» που επιχειρούσαν στον Γράμμο. Ο Γιώτης, τραυματίζεται στις μάχες αυτές ελαφρά σε κεφάλι και χέρι.

Στην φάση της οπισθοχώρησης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, ο καπετάν Γιώτης, παίρνει μέρος και στις δυο μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Τόσο στη μάχη της Καρδίτσας όσο στο Καρπενήσι, η κατάληψη του οποίου αποτέλεσε το απόγειο της επιθετικής δραστηριότητας του ΔΣΕ αλλά και την τελευταία μεγάλη επιτυχία του. Στη διοίκηση της 1ης Μεραρχίας, αργότερα θα προστεθεί ως επίτροπος ο συνταγματάρχης, Νίκος Μπελογιάννης.

Καταδιωκόμενη από τις κυβερνητικές δυνάμεις, που έχουν πια επικρατήσει, η Μεραρχία του καπετάν Γιώτη θα δώσει 39 μάχες σε 43 μέρες, μέχρι να περάσει στην Αλβανία από τα σύνορα της Μουργκάνας.

Ως τακτικό πλέον μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος, συμμετέχει στην 6η Ολομέλεια που γίνεται τον Οκτώβριο του 1949, στο Μπούρελι της Αλβανίας, η οποία προσπαθεί να αποτιμήσει την ήττα. Την ίδια περίοδο προχωρά ανακαταγραφή των μελών του ΚΚΕ, στο πλαίσιο της οποίας, ο Χαρίλαος προχωρά στην αυτοκριτική του.

«Εξετάζοντας τον εαυτό μου από την άποψη της κομματικής μου συγκρότησης και με τη βοήθεια των συντρόφων που μου τις έδειξαν στις διάφορες κριτικές που μου κάνανε, βρίσκω ότι: Η κοινωνική μου προέλευση, το μικροαστικό και δημοσιοϋπαλληλικό περιβάλλον που έζησα είχαν σαν συνέπεια·. 1) Να μην έχω το θάρρος να ζητήσω να μπω στο κόμμα νωρίτερα. 2) Να έχω ένα μικροαστικό εγωισμό βλαβερό, που εκδηλώνεται στο να μη μου αρέσει η κριτική, να μην την καταλαβαίνω αμέσως, να τη θεωρώ προσωπική, να φέρνομαι απότομα και να πικραίνω τους συντρόφους [...] 4) Καταβάλλω προσπάθειες, τις νιώθω, παλεύω αλλά βλέπω ότι έχω υποτροπές, την πάλη μου αυτή θα την εξακολουθήσω. 5) Το μορφωτικό μου ιδεολογικό επίπεδο απέχει πολύ απ’ ό,τι χρειάζεται. Τα μαρξιστικά βιβλία που διάβασα μέχρι σήμερα απλώς τα διάβασα, δεν τα μελέτησα».

Στα χρόνια της προσφυγιάς, ο Χαρίλαος Φλωράκης, σπουδάζει στη Στρατιωτική Ακαδημία Φρούνζε στη Μόσχα, από την οποία αποφοιτά το 1953. Έπειτα, μετακομίζει στο Βουκουρέστη στην έδρα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Του ανατίθεται να επιστρέψει στην Ελλάδα για να δουλέψει στον παράνομο μηχανισμό του κόμματος, το 1954. Φτάνει στις 5 Απριλίου εκείνης της χρονιάς αεροπορικώς στην Αθήνα, με το όνομα Γρηγόρης Παπαδημητρίου. Συλλαμβάνεται από την ασφάλεια τέσσερις μήνες αργότερα, γεγονός που δεν θα ανακοινωθεί μέχρι τις 3 Σεπτεμβρίου, όταν ο ίδιος ο Παπάγος μπροστά σε Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους ανακοινώνει την εξάρθρωση του παράνομου μηχανισμού και τη σύλληψη του επικεφαλής Χαρίλαου Φλωράκη ή Καπετάν Γιώτη.

Παραμένει στην Ασφάλεια ως τον Νοέμβρη του 1954 και μετάγεται στην Κέρκυρα. Καταδικάζεται το Κακουργιοδικείο Λάρισας σε 13 χρόνια για παράβαση του 509. Μεταφέρεται στον Πύργο τον Ιούνιο του 1955 για να δικαστεί και εκεί και καταδικάζρεται σε 12 φορές ισόβια. Μέχρι την άνοιξη του 1956 θα καταδικαστεί συνολικά από 14 Κακουργιοδικεία και ένα Εφετείο σε 20 φορές ισόβια κάθειρξη.

Μένει στις φυλακές για 10 χρόνια και βγαίνει το 1966, μόνο για να ξανασυλληφθεί ένα χρόνο αργότερα, με το απριλιανό πραξικόπημα και να εξοριστεί στη Γυάρο και ύστερα στο Παρθένι της Λέρου ως το 1971. Διαφεύγει στο εξωτερικό το 1972. Και τον Δεκέμβριο του 1972, στην 17η Ολομέλεια του ΚΚΕ, εκλέγεται Α’ Γραμματέας του κόμματος, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την διάσπασή του.

Κατά την παράδοση της εξουσίας από τους συνταγματάρχες στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο Χαρίλαος Φλωράκης, δεν περιμένει την τυπική νομιμοποίηση του ΚΚΕ παρά επιστρέφει στην Ελλάδα στις 22 Αυγούστου του 1974. Η μη σύλληψή του, ισοδύναμει με de facto νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Η de jure θα αργήσει ακόμα περίπου ένα μήνα.

Στις εκλογές του 1974, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει μόλις έξι χρόνια από την οδυνηρή διάσπαση του 1968, το ΚΚΕ, η ΕΔΑ και το ΚΚΕ «εσωτερικού» συμμετέχουν με ένα ψηφοδέλτιο το οποίο λαμβάνει 9,47%. Ο Χαρίλαος Φλωράκης, εκλέγεται στη Β’ Αθήνας. Σχεδόν ίδιο είναι το ποσοστό και το 1977, με 9,36% και τον γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ, να εκλέγεται και πάλι από την ίδια περιφέρεια.

Έναν χρόνο αργότερα, συνέρχεται το 10ο Συνέδριο του ΚΚΕ, το πρώτο νόμιμο μετά από 27 χρόνια παρανομίας και 25 χρόνια αναγκαστικής προσφυγιάς. Το Συνέδριο τροποποίησε το πρόγραμμα που είχε ψηφίσει το προηγούμενο, ενώ απάλειψε το καθεστώς της «νέας δημοκρατίας» που ανταποκρίνονταν στην περίοδο της δικτατορίας. Διατήρησε παρόλα αυτά «την ενιαία επαναστατική διαδικασία με τα δυο στάδια επαναστατικών μετασχηματισμών της «δημοκρατίας του λαού» και του σοσιαλισμού.

Κεντρικό σύνθημα αυτής της περιόδου υπήρξε η «Αλλαγή» που έριχνε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Το ΚΚΕ ως κυρίαρχη δύναμη της Αριστεράς, συγκεντρώνει όλη την προσοχή του στο να αφαιρέσει τη δυνατότητα από το ΠΑΣΟΚ να έχει απόλυτη κυριαρχία πάνω στο λαϊκό κίνημα που διογκώνεται και ρίχνει το σύνθημα «Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ». Στις εκλογές του 1981 το ΠΑΣΟΚ θριαμβεύει με 48,06%, ενώ το ΚΚΕ που παλεύει για το 17% που θα του επέτρεπε να μπει στην β’ κατανομή, ακουμπά το 11%. Η πολυδιαφημισμένη «Αλλαγή» του Ανδρέα Παπανδρέου, περιορίζεται στην αναγνώριση της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, κάποια μέτρα εκδημοκρατισμού του συνδικαλιστικού κινήματος, όμως η χώρα δεν αποχωρεί από ΝΑΤΟ και ΕΟΚ, όπως έχει αρχικά εξαγγείλει το ΠΑΣΟΚ. Ο Χαρίλαος Φλωράκης, ερωτώμενος περί Αλλαγής θα πει το μνημιώδες «Αλλαγές βλέπω, Αλλαγή δεν βλέπω». Στις εκλογές του 1985, το ΚΚΕ πηγαίνει με πολύ λιγότερη ανοχή προς το ΠΑΣΟΚ, χάνει όμως εκλογική δύναμη, καθώς πέφτει στο 9,89%.

Στο τέλος εκείνης της θητείας του ΠΑΣΟΚ, ξεσπά το σκάνδαλο Κοσκωτά. Το 12ο Συνέδριο του ΚΚΕ, έχει αποφασίσει την ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς, μέσω του σχήματος του Συνασπισμού, ο οποίος σχηματίζεται το 1989 από το ΚΚΕ και την Ελληνική Αριστερά. Το κόμμα αναδεικνύεται τρίτο με 13,1% στις εκλογές εκείνης της χρονιάς και αποφασίζει να πάρει μέρος σε κυβέρνηση συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ώστε να μην παραγραφεί η υπόθεση Κοσκωτά σε ό,τι αφορά τους εμπλεκόμενους πολιτικούς και κυρίως τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος πηγαίνει σε ειδικό δικαστήριο.

Οι αλλαγές όμως είναι ραγδαίες. Εντός του Κομμουνιστικού Κόμματος, σχηματίζεται μια ομάδα που βλέποντας τις ανατροπές στην ανατολική Ευρώπη, ζητά την «ανανέωσή» και την υπέρβαση του κομμουνιστικού του χαρακτήρα. Ο ίδιος ο Χαρίλαος Φλωράκης, παραιτείται από την προεδρία του Συνασπισμού, την οποία αναλαμβάνει η Μαρία Δαμανάκη ενώ εκλέγεται Πρόεδρος του ΚΚΕ, την ώρα που τη θέση του γραμματέα καταλαμβάνει ο Γρηγόρης Φαράκος.

Ο Χαρίλαος Φλωράκης, θα παίξει καθοριστικό ρόλο, με την στάση του καθ’ όλη της διάρκειας του 13ου Συνεδρίου, ώστε να κυριαρχήσουν σ’ αυτό οι δυνάμεις που υπερασπίζονταν την διατήρηση του χαρακτήρα του κόμματος. Το 1994, θα ενεχειρίσει τη «διαθήκη» του στη νέα γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ, Αλέκα Παπαρήγα.

Σ’ αυτή αναφέρει: «Δεν το ονοματίζω τούτο το χαρτί διαθήκη για το λόγο ότι δεν έχω τίποτα να διαθέσω. Ό,τι βιος είχα το έχω δώσει στο Κόμμα, στο Κόμμα στο ΚΚΕ με τα γνωστά σύμβολά του, την Μαρξιστική – Λενινιστική ιδεολογία του, το πρόγραμμά του και τις αρχές του. Πολιτικά δεν έχω επίσης τίποτα να αφήσω. Ό,τι είχα το έδωσα με τη συγκεκριμένη δράση μου. Να αφήσω πολιτικές ορμήνιες δεν το θεωρώ σοβαρό. Θέλω να επιστρέψω, και να ταφώ στον τόπο που γεννήθηκα στο Παλιοζογλώπι και συγκεκριμένα στον Αηλιά για νάχω αγνάντιο. Ο τάφος να είναι απλός, μόνο να φραχτεί για να μην με ξεχώσουν τα αγρίμια. Δεν θέλω λόγους και στεφάνια. Αυτά να εκφραστούν με βοήθεια στο Κόμμα.

Σεπτέμβρης 1994

Γεια σας

Χαρίλαος Φλωράκης»

Θα πεθάνει 11 χρόνια μετά, σε ηλικία 91 ετών, από ανακοπή καρδιάς. Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, στην έδρα της ΚΕ του ΚΚΕ στον Περισσό, ενώ πλήθος κόσμου συνέρευσε για την πολιτική του κηδεία.

Γρηγόρης Φαράκος

Ο Φαράκος, είναι ο πρώτος γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ, που θα γίνει τέτοιος έχοντας γεννηθεί, μετά την ίδρυση του Κόμματος, τον Ιανουάριο του 1923 στο Ναύπλιο.

Λίγο αργότερα, θα εγκατασταθεί στην Αθήνα, καθώς το 1941 εισέρχεται στη σχολή Μηχανολόγων Ηλεκτρολόγων του Πολυτεχνείου, απ’ όπου αποφοίτησε το 1946. Σπούδασε ακόμα κοινωνικές και οικονομικές επιστήμες και ειδικεύτηκε σε θέματα Ενεργειακής Οικονομίας.

Παίρνει μέρος στην ΕΑΜική αντίσταση ως μέλος της ΟΚΝΕ, της σπουδάζουσας της ΕΠΟΝ αλλά και ως καπετάνιος λόχου του ΕΛΑΣ σπουδαστών και καπετάνιος του λόχου «Λόρδου Μπάυρον». Μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, γίνεται το 1941 .

Στα Δεκεμβριανά, θα τραυματιστεί παίρνοντας μέρος στην μάχη της Αθήνας. Το 1947 θα εξοριστεί στην Ικαρία, όμως θα διαφύγει και θα πάρει μέρος στον Εμφύλιο από τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Εκεί θα τραυματιστεί σε μάχη για δεύτερη φορά.

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, τον Αύγουστο του 1949 εγκαθίσταται ως πολιτικός πρόσφυγας στην Ανατολική Ευρώπη. Γίνεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, το 1961, ενώ το 1968 είναι πλέον μέλος του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ.

Στην δικτατορία εισέρχεται παράνομα στη χώρα, ως υπεύθυνος κλιμακίου της Κεντρικής Επιτροπής και συλλαμβάνεται το 1968. Καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη και απελευθερώνεται με την παράδοση της εξουσίας από τη χούντα στον Καραμανλή. Εκλέγεται βουλευτής του ΚΚΕ από το 1974 μέχρι και το 1989. Από το 1974, είναι διευθυντής του Ριζοσπάστη.

Αναλαμβάνει τη θέση του γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ και στη διαμάχη που έχει προκύψει μεταξύ εκείνων που ζητούν την υπέρβαση του κομμουνιστικού χαρακτήρα του κόμματος και εκείνων που ζητούν τη διατήρηση των εν λόγω χαρακτηριστικών του, παίρνει το μέρος των πρώτων, πρωτοστατώντας στο αίτημα για «ανανέωση» στα πρότυπα άλλων Κομμουνιστικών Κομμάτων της Δύσης.

Στον προσυνεδριακό του 13ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, συγκεντρώνει πάνω του όπως και ο Μίμης Ανδρουλάκης τα «πυρά» των αγανακτισμένων κομματικών μελών που βλέπουν το κόμμα να αλλάζει πορεία και χαρακτήρα. Στην κρίσιμη συνεδρίαση της ΚΕ, που καλείται να εκλέξει τον νέο γραμματέα της, αποφασίζοντας έτσι και την ιστορική συνέχεια του ΚΚΕ, θα προτείνει και προφανώς θα ψηφίσει τον Γιάννη Δραγασάκη για επόμενο γραμματέα. Ο σημερινός αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρας, θα χάσει όμως την ψηφοφορία από την Αλέκα Παπαρήγα και τελικώς, θα αποχωρήσει μαζί με την ομάδα στελεχών υπό τον Μίμη Ανδρουλάκη, που θα αντιδράσει στην αποχώρηση της αντιπροσωπείας του κόμματος από τον Συνασπισμό. Εκλεγόταν μέχρι το 1993, βουλευτής με τον Συνασπισμό.

Πέθανε στην Αθήνα το 2007, σε ηλικία 83 ετών και κηδεύτηκε στο Ναύπλιο.

Αλέκα Παπαρήγα

Γεννιέται ως Αλεξάνδρα Δρόσου τον Νοέμβριο του 1945 στην Αθήνα, από τους αντιστασιακούς και μέλη του ΚΚΕ, Νίκο και Κική Δρόσου, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Σπουδάζει στο Ιστορικό – Αρχαιολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ εργάζεται ως υπάλληλος σε επιχειρήσεις και εκπαιδευτικός.

Στα μετεφηβικά της χρόνια συμμετέχει στο Κίνημα Ειρήνης ενώ είναι στέλεχος της νεολαίας της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς, της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Στη διάρκεια της δικτατορίας, το 1968, οργανώνεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και δραστρηριοποιείται στο κίνημα των οικογενειών των πολιτικών κρατουμένων. Συλλαμβάνεται από τη χούντα και κρατείται επί 4 μήνες.

Θα γνωρίσει και θα παντρευτεί τον δημοσιογράφο, γιο του δολοφονημένου άλλοτε γραμματέα της ΓΣΕΕ, Μήτσου Παπαρήγα, Θανάση και λόγω των νόμων της εποχής θα πάρει το όνομά του. Το 1974 είναι ήδη στέλεχος του κόμματος στην Επιτροπή Πόλης της Κομματικής Οργάνωσης της Αθήνας και ασχολείται με το γυναικείο ζήτημα. Είναι μεταξύ των ιδρυτικών στελεχών της Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας. Το 1978 εκλέγεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και το 1986 μέλος του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ.

Στη «δίνη» της πάλης για την διατήρηση ή μη του κομμουνιστικού χαρακτήρα του ΚΚΕ, στα χρόνια της συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία, του σκανδάλου Κοσκωτά και των επερχόμενων ανατροπών στην ανατολική Ευρώπη, η Αλέκα Παπαρήγα θα ταχθεί αναφανδόν υπέρ της διατήρησης του χαρακτήρα του κόμματος. Αυτή την ιδιαίτερα μαχητική της στάση, θα την πληρώσει, καθώς η αντίπαλη εσωκομματική ομάδα θα προσπαθήσει να την αποκλείσει από το 13ο Συνέδριο, στο οποίο η Παπαρήγα αν και στέλεχος της καθοδήγησης του κόμματος, πηγαίνει μόνο ως παρατηρήτρια από την οργάνωσή της, διατηρώντας όμως δικαίωμα να εκλεγεί στα νέα όργανα που θα προκύψουν από αυτό.

Το 13ο Συνέδριο, είναι μια πραγματική μάχη ανάμεσα σε εκείνους που ζητούν την υπέρβαση του Κομμουνιστικού Κόμματος και τη διάχυσή του εντός του Συνασπισμού και εκείνων που παλεύουν για την οργανωτική του αυτοτέλεια. Η Αλέκα Παπαρήγα, κρατά σκληρή γραμμή τόσο στον Προσυνεδριακό Διάλογο, όσο και στην ομιλία της στο Συνέδριο του κόμματος, τον Φεβρουάριο του 1991.

Έτσι στις 27 Φεβρουαρίου του 1991, συνέρχεται η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, για να αποφασίσει τον νέο της γενικό γραμματέα. Αν και η Αλέκα Παπαρήγα, έχει δηλώσει ότι δεν θέλει να εκλεγεί στα καθοδηγητικά όργανα, τελικώς εκλέγεται κατά σειρά 6η στους 111 της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος, που προκύπτει από το Συνέδριο.

Στη συνεδρίαση, στην οποία συμμετέχουν τα 110 από τα 111 μέλη, ο Ορέστης Κολοζώφ, προτείνει για γραμματέα την Αλέκα Παπαρήγα. Οι Παρασκευάς Παρασκευόπουλος και Πάνος Τριγάζης θα αντιπροτείνουν την επανεκλογή του Γρηγόρη Φαράκου, ο οποίος θα αρνηθεί την πρότασή τους και θα προτείνει αντ’ αυτού, τον Γιάννη Δραγασάκη. Στην συζήτηση παρεμβαίνει και ένα μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Οικονομικού Ελέγχου, που προτείνει τον ιστορικό Γιώργο Χουρμουζιάδη, ο οποίος έχει καταταγεί δεύτερος πίσω μόνο από τον Χαρίλαο Φλωράκη, σε σταυρούς προτίμησης για την ΚΕ, όμως κι εκείνος αρνείται την υποψηφιότητά του.

Αυτή είναι η πρώτη φορά που η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, θα κληθεί να επιλέξει ανάμεσα σε δυο υποψηφίους. Και για πρώτη φορά στην ιστορία της, θα εκλέξει γυναίκα για επικεφαλής της, την Αλέκα Παπαρήγα με 57 έναντι 53 ψήφων του Γιάννη Δραγασάκη. Παρά το γεγονός πως οι λεγόμενοι Ανανεωτές, έχασαν τη μάχη, συνέχιζαν να δουλεύουν στην κατεύθυνση του μετασχηματισμού του Συνασπισμού σε ενιαίο κόμμα, κάτι που θα σήμαινε την διάλυση του ΚΚΕ και την ύπαρξή του μόνο ως συνιστώσα στο πλαίσιο του νέου κόμματος.

Ο Συνασπισμός φτάνει να ανακοινώσει την Α’ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη τον Ιούνιο του 1991. Συνδιάσκεψη που θα ολοκλήρωνε ουσιαστικά την πορεία της συγκρότησής του σε ενιαίο κόμμα. Το ΚΚΕ αποσύρει τα στελέχη του από κεντρικά όργανα, όμως η ομάδα των Ανδρουλάκη – Δραγασάκη – Δαμανάκη, δεν πιθαρχεί. Με απόφαση της ΚΕ, στις 9 Ιουλίου του 1991, 39 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής παραπέμπονται στην Επιτροπή Κομματικού Ελέγχου και τίθενται σε διαθεσιμότητα. Τα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ που θα εγκαταλείψουν εκείνη την περίοδο είναι συνολικά 45.

Η πρώτη εκλογική μάχη μετά την διάσπαση, αποτυπώνει το τι έχει συμβεί για την Αριστερά στην Ελλάδα, δεδομένων και των ανατροπών στην ανατολική Ευρώπη. Από το 10,28% που συγκέντρωσε ο Συνασπισμός στις εκλογές του 1990, το ΚΚΕ συγκεντρώνει 4,54% σε εκείνες του 1993 και ο Συνασπισμός με επικεφαλής τη Μαρία Δαμανάκη, μένει εκτός Βουλής με 2,94%.

Η Αλέκα Παπαρήγα, θα εκλεγεί και πάλι το 1996 στο 15ο, το 2000 στο 16ο, το 2005 στο 17ο και το 2009 στο 18ο Συνέδριο. Στις εκλογικές μάχες που θα τεθεί επικεφαλής του Κόμματος, αυτό θα καταγράψει 5,61% το 1996, 5,52% το 2000, 5,90% το 2004, 8,2% το 2007, 7,5% το 2009, ενώ το 2012 το ΚΚΕ θα καταγράψει 8,5% σε εκείνες του Μαΐου και 4,5% έναν μήνα αργότερα.

Η γγ του ΚΚΕ, εκλέγεται ανελλιπώς βουλευτής από το 1993 μέχρι σήμερα. Στα χρόνια της ηγεσίας της, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας, θα εκσυγχρονίσει τις επεξεργασίες του για μια σειρά ζητήματα. Θα δουλέψει στην επεξεργασία της ιστορίας του, αλλά και στην ολοκλήρωση της εκτίμησης των αιτίων των ανατροπών στις σοσιαλιστικές χώρες.

Το ΚΚΕ όμως θα αλλάξει τακτική και στο εργατικό κίνημα, δημιουργώντας το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο (ΠΑΜΕ) το 1999. Η ΚΕ την περίοδο που επικεφαλής της είναι η Αλέκα Παπαρήγα, θα αποκαταστήσει κομματικά τον Νίκο Ζαχαριάδη και πολιτικά τον Άρη Βελουχιώτη. Ακόμα, το ΚΚΕ, θα αρνηθεί κάθε συζήτηση για συμμετοχή σε κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ το 2012, βάσει και των σχετικών επεξεργασιών του.

Έμεινε γγ μέχρι και το 19ο Συνέδριο του κόμματος, το 2013, όταν και εξελέγη ο Δημήτρης Κουτσούμπας. Η Αλέκα Παπαρήγα, παραμένει η μακροβιότερη γγ της ΚΕ του ΚΚΕ κρατώντας το «τιμόνι» του κόμματος, για 22 ολόκληρα χρόνια.