Τον περασμένο Αύγουστο συμπληρώθηκε μισός αιώνας από το περίφημο Φεστιβάλ του Γούντστοκ, τη μεγάλη γιορτή των Παιδιών του Λουλουδιών. Τέσσερις μήνες μετά, ένα άλλο φεστιβάλ έδωσε τη χαριστική βολή στο κίνημα των χίπις. Ή μάλλον τη χαριστική μαχαιριά. Και για την ακρίβεια, τέσσερις μαχαιριές, αυτές που δέχθηκε ο 18χρονος Αφροαμερικανός Μέρεντιθ Χάντερ από μέλος της γνωστής μοτοσικλετιστικής συμμορίας Hell's Angels, που είχαν αναλάβει την περιφρούρηση του φεστιβάλ στο Άλταμοντ, στις 6 Δεκεμβρίου 1969…

Όλα ξεκίνησαν όταν τελείωσε το Γούντστοκ και η φήμη του άρχισε να εξαπλώνεται σε κάθε γωνιά της Αμερικής – μια διαδικασία που ήθελε το χρόνο της στην προ Ίντερνετ και social media εποχή. Οι Greatful Dead  «ζήλεψαν» και αποφάσισαν να οργανώσουν ένα Γούντστοκ για τη Δυτική Ακτή (το αυθεντικό είχε πραγματοποιηθεί σε μία φάρμα στην πολιτεία της Νέας Υόρκης).

Εκείνη την περίοδο οι Rolling Stones ολοκλήρωναν τη μεγάλη περιοδεία τους στις ΗΠΑ και ο αρχηγός των Greatful Dead, Τζέρι Γκαρσία, τους πρότεινε να είναι headliners του φεστιβάλ, που θα ήταν δωρεάν. Το επιχείρημά του ήταν ότι με αυτό τον τρόπο οι Stones θα πρόσφεραν μια αλησμόνητη εμπειρία στο κοινό και θα εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους για τη μεγάλη ανταπόκριση των Αμερικανών στις συναυλίες τους. Ο Μικ Τζάγκερ δέχτηκε, ίσως εν μέρει και για να απαλύνει την οργή χιλιάδων φαν των Stones για τις υψηλότατες τιμές των εισιτηρίων των συναυλιών. Έθεσε όμως όρο να είναι όλα έτοιμα μέσα σε ένα μήνα.
 

Πρόχειρη οργάνωση, κακές επιλογές


Μέσα σε έναν μήνα όμως δεν είναι ό,τι καλύτερο να διοργανωθεί μια συναυλία, η οποία μάλιστα θα ήταν και δωρεάν. Δεν είχε προβλεφθεί τίποτα. Ούτε τουαλέτες, ούτε ιατρεία, ούτε φαγητό. Καμία παροχή. Η αρχική επιλογή χώρου – το πάρκο Golden Gate του Σαν Φρανσίσκο – απορρίφθηκε. Το ίδιο και η δεύτερη, η πίστα αγώνων Sears Point. Ο χώρος διεξαγωγής της συναυλίας κλείστηκε μόλις 48 ώρες πριν από την πραγματοποίησή της: το αυτοκινητοδρόμιο του Άλταμοντ, 80 χιλιόμετρα έξω από το Σαν Φρανσίσκο, ένας χώρος αρχιτεκτονικά ακατάλληλος για συναυλίες. 

Μέσα σε μόλις 20 ώρες στήθηκε η γιγαντιαία σκηνή και όλες οι απαραίτητες για τη φιλοξενία του κοινού εγκαταστάσεις. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όπως θα διαπίστωναν αργότερα όλοι, ήταν άλλο. Η περιφρούρηση της συναυλίας, την οποία ανέλαβαν οι Άγγελοι της Κολάσεως, η διαβόητη μοτοσικλετιστική συμμορία Hell's Angels. Μάλιστα δεν ζήτησαν χρήματα, αλλά αλκοόλ. Πολύ αλκοόλ. Γνωστοί και μη εξαιρετέοι για τη βία που ασκούσαν, δολοφονίες, εμπόριο ναρκωτικών, μπραβιλίκια και πάει λέγοντας, ήταν σαν να βάλει κάποιους τους λύκους να φυλάνε τα πρόβατα. Και έτσι έγινε...

Ξύλο και προκλήσεις από τους Αγγέλους της Κολάσεως

Στις 6 Δεκεμβρίου τα πάντα ήταν έτοιμα. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η συναυλία θα άνοιγε με τον Κάρλος Σαντάνα και συνεχιζόταν με τους Jefferson Airplane, The Flying Burrito Brothers, Crosby, Stills, Nash & Young, The Greatful Dead και, τέλος, τους Rolling Stones.

Στο πλήθος εκατοντάδων χιλιάδων χίπις που συνέρρεε, οι έμποροι ναρκωτικών προωθούσαν ανενόχλητοι μεγάλες ποσότητες νοθευμένου LSD. Ενώ οι Hell's Angels έκαναν ακριβώς αυτό που ήξεραν. Να δέρνουν, να προκαλούν, να παρενοχλούν σεξουαλικά τις γυναίκες. Είχαν μαζί τους εκτός από αλυσίδες και ακονισμένες στην άκρη τους στέκες του μπιλιάρδου. 

Οι καλλιτέχνες άρχισαν να διαπιστώνουν από νωρίς ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά: «Η ατμόσφαιρα ήταν άσχημη από την αρχή. Οι συμπλοκές άρχισαν λόγω της βιαιότητας των Αγγέλων και όλα εξελίχθηκαν τόσο γρήγορα που δεν μπορέσαμε να αντιδράσουμε. Μπροστά στα μάτια μας παιδιά μαχαιρώνονταν και κεφάλια έσπαγαν χωρίς να μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ολόκληρο το απόγευμα τα φορεία περνούν ασταμάτητα από το πλήθος στη σκηνή και από εκεί στο τραγικά ανέτοιμο ιατρείο» δήλωσε ο Κάρλος Σαντάνα.

Η αφίσα του φεστιβάλ, με τους Rolling Stones και τους special guests τους

Τουλάχιστον εκείνος δεν έφαγε ξύλο από τους Hell's Angels. Αντίθετα με τον τραγουδιστή των  Jefferson Airplane Μάρτι Μπάλιν και τον κιθαρίστα τους  Πολ Κάντερ. Ενώ και ένας τεχνικός ήχου των Greatful Dead ξυλοκοπήθηκε μέχρι λιποθυμίας μπροστά στη σκηνή, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το συγκρότημα να μην εμφανιστεί. Και ήταν οι διοργανωτές του φεστιβάλ... 

Ανάμεσα στο πλήθος ήταν και ο 18χρονος Αφροαμερικανός Μέρεντιθ Χάντερ, που πήγε στο Άλταμοντ με τη λευκή κοπέλα του. Όταν είδε τα πρώτα βίαια επεισόδια, επέστρεψε στο αυτοκίνητό του και περίμενε να πέσει τη νύχτα για να πάνε να δούνε τους Rolling Stones. Όταν οι Stones βγήκαν στη σκηνή έγινε πανζουρλισμός, με το πλήθος να στριμώχνεται στην άκρη της σκηνής και πολλούς να επιχειρούν να σκαρφαλώσουν πάνω της. Εμφανώς ανήσυχος ο Τζάγκερ τους παρακαλούσε να ηρεμήσουν.
 

Η δολοφονία του Μέρεντιθ Χάντερ


Στο τρίτο τραγούδι των Stones, το «Sympathy for the Devil» ξέσπασε άγριος καυγάς και η συναυλία διακόπηκε μέχρι οι Hell's Angels να... αποκαταστήσουν την τάξη. Στην αρχή του «Under My Thumb» πολύς κόσμος επιχείρησε και πάλι να ανέβει στη σκηνή, ανάμεσά τους και ο Μέρεντιθ Χάντερ, υπό την επήρεια μεθαμφεταμίνης. Οι Άγγελοι τον χτύπησαν στο κεφάλι, εκείνος υποχώρησε και λίγο μετά επέστρεψε στην πρώτη σειρά, κραδαίνοντας ένα ρεβόλβερ 22 χιλιοστών. Το μέλος των Hell's Angels Άλαν Πάσαρο έβγαλε μαχαίρι και του το κάρφωσε τέσσερις φορές. 

Οι Stones είχαν αντιληφθεί το επεισόδιο αλλά όχι το μαχαίρωμα, όπως ισχυρίστηκε αργότερα ο Τζάκερ. Και ολοκλήρωσαν το πρόγραμμά τους φοβούμενοι ότι αν δεν το έκαναν θα ξεσπούσε κανονικός πόλεμος.

Τα πάντα όμως είχαν καταγραφεί με κάμερες, που κινηματογραφούσαν τους Stones στις τελευταίες ημερομηνίες της αμερικανικής περιοδείας τους για τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ «Gimme Shelter». Πλάνα από το Άλταμοντ συμπεριλήφθηκαν στην ταινία, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και ως αποδεικτικά στοιχεία στη δίκη που ακολούθησε. Ο Άλαν Πάσαρο των Hell's Angels αθωώθηκε για τη δολοφονία του Χάντερ καθώς μετά από την προβολή του οπτικοακουστικού υλικού κρίθηκε ότι βρισκόταν σε αυτοάμυνα. Δείτε στη συνέχεια το «Under my Thumb» από το ντοκιμαντέρ, και στο τέλος του, την επίθεση στον Μέρεντιθ Χάντερ (είναι εκείνος με το ανοιχτό πράσινο κοστούμι).

Στο Γούντστοκ δεν είχε ανοίξει ρουθούνι, κι ας μην υπήρχε ασφάλεια. Λειτούργησε απλώς η παθητικότητα των Παιδιών των Λουλουδιών απέναντι στη βία. Αρνητικοί στον Πόλεμο του Βιετνάμ, δεν θα μπορούσαν να υπερασπίζονταν την όποια μορφή βίας. Το Άλταμοντ όμως έβαλε τέλος σε όλα αυτά. Στο κίνημα των χίπις και όλη τη νεανική κουλτούρα του τέλους των 60s. Και ένα άρθρο στο περιοδικό Rolling Stone χαρακτήρισε την 6η Δεκεμβρίου 1969 ως τη χειρότερη ημέρα στην ιστορία της ροκ μουσικής.

Το Άλταμοντ όπως το έζησε ένας Έλληνας

Ο δρ. πολιτικός μηχανικός Σπύρος Καβουνίδης, που είχε πάει στη συναυλία όταν σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, έγραψε για την εμπειρία του στο ένθετο «Πρόσωπα» της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» (30/11/19):

Μόλις το μάθαμε το πρωί 5 Δεκεμβρίου ο Μιχάλης, η Λίντα και εγώ αποφασίσαμε να πάμε. Και μια και οι προειδοποιήσεις των νεανικών ραδιοσταθμών μιλούσαν για αναμενόμενα πλήθη, ξεκινήσαμε στις 6.30 το πρωί από το Στάνφορντ για μια απόσταση περίπου 65 χιλιομέτρων.

Η συναυλία θα άρχιζε περί τις 12 το μεσημέρι. Μπήκαμε στο Renault 4L του Μιχάλη, που ξεχώριζε ανάμεσα στα παλιά αμερικανικά Ford, Buick μα και τα ψυχεδελικά ζωγραφισμένα Volkswagen Bus, και οδηγήσαμε μέχρι τις 10 π.μ., οπότε αναγκαστήκαμε, από το πήξιμο στον δρόμο, να παρκάρουμε στο πλάι και να συνεχίσουμε ακόμα τρία τέταρτα με τα πόδια. Φτάσαμε κατά τις 11 κι ανεβήκαμε περίπου στη μέση της πλαγιάς του λόφου, στο κάτω μέρος της οποίας είχε στηθεί μια πρόχειρη εξέδρα για τα συγκροτήματα. Γύρω γύρω πλήθη κόσμου, οι πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις είπαν την επαύριο για 300.000. Μισοκάτσαμε, μισοξαπλώσαμε σ’ ένα ινδικό ύφασμα που ‘χαμε κουβαλήσει. Είχε εξαιρετική λιακάδα κι έτσι κάποιοι ήταν τελείως γυμνοί, περισσότεροι/ες γυμνοί/ες από τη μέση και πάνω. Οι πιο πολλοί/ές πάντως ντυμένοι/ες. Με μακριά μαλλιά, με κοντά μαλλιά, με γένια ή χωρίς, με τσιγάρα καπνού, με τσιγάρα μαριχουάνας ή χωρίς τσιγάρο – όλα θεωρούνταν φυσιολογικά.

Από τα μεγάφωνα ακούγονταν αναγγελίες για προσεχείς εκδηλώσεις, οδηγίες για τις (πρόχειρες) τουαλέτες, προειδοποιήσεις για νοθευμένο LSD που κυκλοφορούσε.
 

Σαντάνα και Jefferson Airplaine


Λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι ξεκίνησε η μπάντα του Σαντάνα με το «Savor» και στη συνέχεια το «Jingo». Ο συνδυασμός χαρντ ροκ και λάτιν ξεσήκωσε τα πλήθη, και εμάς μαζί.

Μετά τον Σαντάνα εμφανίστηκαν οι Jefferson Airplane ξεκινώντας με το «The Other Side of This Life». Κάποια στιγμή σταμάτησαν, σαν να γίνονταν κάποιες φασαρίες. Από μακριά δεν διακρίναμε και πολλά πράγματα. Την επομένη μάθαμε ότι μέσα στον υπερβάλλοντα ζήλο τους οι Hell’s Angels, που είχαν αναλάβει την περιφρούρηση, χτύπησαν τον Μάρτι Μπάλιν, μέλος του γκρουπ. Μετά τη διακοπή συνεχίστηκε η συναυλία με αποκορύφωμα τη συγκλονιστική φωνή της ιέρειας του acid rock Γκρέις Σλικ στο «White Rabbit».

Οι Flying Burrito Brothers ακολούθησαν λέγοντας βέβαια και το «Six Days on the Road», ενώ, όσο μπορούσαμε να καταλάβουμε, τα πράγματα είχαν ησυχάσει. Συνέχισαν οι υπέροχοι Crosby, Stills, Nash and Young ξεκινώντας με το «Long Time Gone». Η αλήθεια είναι ότι ο τεράστιος ανοιχτός χώρος δεν ευνοούσε τις λεπτές αποχρώσεις τους στις φωνές και στις νότες. Περιμέναμε τους Grateful Dead, από τους πρωταγωνιστές της οργάνωσης αυτής της συναυλίας, αλλά αυτοί ποτέ δεν βγήκαν. Τα πράγματα είχαν αγριέψει ξανά. Η σκηνή ήταν μόλις ένα μέτρο πάνω από το έδαφος, πολλοί μεθυσμένοι ή μαστουρωμένοι προσπαθούσαν να ανέβουν. Οι Αγγελοι της Κολάσεως δεν τους απωθούσαν και πολύ ευγενικά… Ετσι ο Τζέρι Γκαρσία και η παρέα του αποφάσισαν να μη συμμετάσχουν.

Μεσολάβησε αρκετό διάστημα, το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται, η θερμοκρασία έπεφτε, κάποιοι γυμνοί ή ημίγυμνοι γύρω μας αναγκάστηκαν να σκεπαστούν. Δεν βλέπαμε σχεδόν τίποτα μέχρι που ακούστηκαν οι πρώτες νότες από την κιθάρα του Κιθ Ρίτσαρντς, μπήκε η αγαπημένη, αυθάδης φωνή του Μικ Τζάγκερ τραγουδώντας το «Jumpin’ Jack Flash», άναψαν οι προβολείς της εξέδρας και εμείς πεταχτήκαμε όρθιοι, ξετρελαμένοι. Οι Rolling Stones λειτουργούσαν με πάθος στην εκκλησία του ροκ.
 

«Το τέλος της αθωότητας»


Οι Stones συνέχισαν με τα αγαπημένα ροκ τραγούδια τους, «Satisfaction», «Sympathy for the Devil» και άλλα. Κάποια στιγμή σταμάτησαν, κάτι γινόταν, ήμασταν που ήμασταν μακριά, ήταν και σκοτάδι, δεν καταλαβαίναμε. Την άλλη μέρα μάθαμε ότι προσπάθησε να ανέβει στη σκηνή μαστουρωμένος νεαρός με πιστόλι και οι καλοί Αγγελοι της περιφρούρησης τον μαχαίρωσαν μέχρι θανάτου. Σημειωτέον ότι στη δίκη που έγινε μήνες μετά αθωώθηκαν ως ευρισκόμενοι σε άμυνα.

Οι Stones ύστερα από μια διακοπή ίσως μισής ώρας συνέχισαν, μας ξεσήκωσαν και πάλι. Δεν είχαμε καταλάβει τι είχε συμβεί, με το τέλος ξεκινήσαμε και πάλι με τα πόδια ως το αυτοκίνητο του Μιχάλη και πίσω στο Πάλο Αλτο όπου φτάσαμε μετά τα μεσάνυχτα. Κάποια ερωτηματικά για τα βίαια επεισόδια είχαμε (ιδέα δεν είχαμε για θάνατο), μα ήμασταν ενθουσιασμένοι για την καταπληκτική ροκ εμπειρία. Αργότερα είπαν για αυτή τη συναυλία ότι ήταν το «το τέλος της αθωότητας». Πιασάρικος τίτλος αν και δεν ξέρω πότε ξεκίνησε η αθωότητα (ίσως «το καλοκαίρι της αγάπης» του 1967;). Αυτό που ξέρω είναι ότι ήταν μια ιστορική εμπειρία ζωντανή στη μνήμη μισό αιώνα μετά.

Ο Σπύρος Καβουνίδης στο Άλταμοντ το 1969