Το ενδεχόμενο να επιδιώξει το κόμμα των Δημοκρατικών την καθαίρεση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να συζητείται εδώ και μήνες, όμως η αλήθεια είναι πως ποτέ εώς τώρα δεν έμοιαζε να έχει πολλές πιθανότητες να πραγματοποιηθεί. Υπήρξε άλλωστε, όλο αυτό το διάστημα ένα σημαντικό εμπόδιο. Τόσο η Γερουσία όσο και η Βουλή των Αντιπροσώπων ελέγχονταν από τους Ρεπουμπλικάνους, κάτι που ουσιαστικά σήμαινε πως η κουβέντα για την πρόταση μομφής δεν ήταν παρά... να'χαμε να λέγαμε.

Σαν κάτι να άλλαξε όμως τις τελευταίες ώρες, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, αφού πλέον η Βουλή των Αντιπροσώπων ελέγχεται από τους Δημοκρατικούς. Οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί κατάφεραν να διατηρήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας. Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι εξέλεξαν ένα διαιρεμένο Κονγκρέσο, που δίνει υπόσχεση για μία ταραχώδη δεύτερη διετία της προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι Δημοκρατικοί έχουν πλέον την δυνατότητα να θέσουν εμπόδια σε μεγάλο μέρος του προγράμματός του στη Βουλή.

Η ανάκτηση του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων σημαίνει πως οι έρευνες για τις παραβάσεις του Τραμπ δεν θα συνεχίσουν να... σκοντάφτουν.

Με τον Τραμπ να εμπλέκεται άμεσα σε διάφορες παραβιάσεις της προεκλογικής του καμπάνιας - και με τη διερεύνηση της εμπλοκής της Ρωσίας του Ρόμπερτ Μούλερ να συνεχίζει να διεκδικεί ... κρανία - η συζήτηση για την κατάθεση πρόταση μομφής αναμένεται να επιστρέψει και μάλιστα πιο έντονα από ποτέ.

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα οι ανθρώποι που συνδέονται με την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ είχαν γεμάτες μέρες στο δικαστικό σύστημα, καθώς οι έρευνες για τη διαφθορά και την εγκληματικότητα αυτής της εκστρατείας εξελίσσονταν.

Για τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ από τα τέλη του περασμένου Αυγούστου και οι αρχές του Σεπτέμβριου ήταν σαφώς μια πολύ κακή περίοδος.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης των ΗΠΑ χαρακτήρισαν μάλιστα την περίοδο αυτή ως την «πιο δύσκολη της θητείας του προέδρου». Σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης της αντιπολίτευσης, αυτό που συνέβη ήταν η αρχή του τέλους για τον Τραμπ, ο οποίος εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού Time στις αρχές του φθινοπώρου, να πνίγεται μέσα στο Οβάλ Γραφείο.

Η παραδοχή «βόμβα» του δικηγόρου του, Μάικλ Κόεν, πως κατέβαλε χρήματα σε δύο γυναίκες πριν από τις εκλογές του 2016 μετά από υπόδειξη του Τραμπ, τροφοδότησε εκ νέου τη συζήτηση για καθαίρεση του προέδρου των ΗΠΑ. Μάλιστα ο Κόεν υποστήριξε πως έχει και μαγνητοφωνημένες συνομιλίες που μπορούν να στηρίξουν τα λεγόμενα του.

(Το αν κάποιος πρόεδρος μπορεί να διωχθεί από τη δικαιοσύνη πάντως, αλλά και το πότε, εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα νομικής διένεξης).

Η αιφνίδια είδηση για τον Πολ Μάναφορντ, πρώην πρόεδρο της εκστρατείας του Τραμπ, που ήρθε την ίδια μέρα, ήταν το... κερασάκι στην τούρτα. Ο Μάναφορντ κρίθηκε ένοχος οκτώ κατηγοριών σε μια δίκη για απάτη στην Αλεξάνδρεια της Βιρτζίνια και θα μπορούσε να αντιμετωπίσει έως και 80 χρόνια φυλάκισης.

Παράλληλα οι φωνές που ζητούσαν την κατάθεση πρότασης μομφής του προέδρου των ΗΠΑ αυξάνονταν συνεχώς, από τότε που προέκυψαν ισχυρισμοί σύμφωνα με τους οποίους ο Τραμπ ζήτησε από τον διευθυντή του FBI Τζέιμς Κόμεϊ να τερματίσει την έρευνα σχετικά με τους δεσμούς του Μάικλ Φλιν με τη Ρωσία, ισχυρισμός που προέκυψε από ένα υπόμνημα του κ. Κόμεϊ.

Όσο όμως κι αν το ενδεχόμενο κατάθεσης πρότασης μομφής συζητούταν για καιρό, ποτέ εώς τώρα δεν έμοιαζε να είναι πιθανό. Τι αλλάζει λοιπόν και τι μπορούμε να περιμένουμε για τη συνέχεια:

Το Αμερικάνικο σύνταγμα προβλέπει ένα ευρύ φάσμα αδικημάτων που μπορούν να οδηγήσουν σε μομφή: «Προδοσία, δωροδοκία ή άλλα υψηλά εγκλήματα και παραπτώματα».

Πως λειτουργεί η πρόταση μομφής εναντίον του προέδρου στις ΗΠΑ

Η πρόταση μομφής είναι η διαδικασία με την οποία το Κογκρέσο υποβάλλει σε δίκη ορισμένους αξιωματούχους, στην συγκεκριμένη περίπτωση τον ίδιο τον πρόεδρο. Το Αμερικάνικο σύνταγμα προβλέπει ένα ευρύ φάσμα αδικημάτων που μπορούν να οδηγήσουν σε μομφή: «Προδοσία, δωροδοκία ή άλλα υψηλά εγκλήματα και παραπτώματα».

Δεν σημαίνει φυσικά ότι ο πρόεδρος αναγκαστικά θα καθαιρεθεί από το αξίωμα του. Προχωράει σαν ένα νομοσχέδιο που κατατίθεται για να ψηφιστεί από το νομοθετικό σώμα. Πρώτον, η πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων - 218 από τα 435 μέλη - πρέπει να εγκρίνει άρθρα επιβολής μομφής που προηγουμένως θα έχουν εγκριθεί στην επιτροπή.

Η σύνθεση του Σώματος μέχρι πρότινως ευνοούσε τον Τραμπ, αφού οι Ρεπουμπλικάνοι κατήχαν 238 έδρες, ενώ οι Δημοκρατικοί 193 θέσεις. Αυτό σήμαινε ότι 25 Ρεπουμπλικάνοι θα πρέπει να ψήφιζαν για να καθαιρέσουν τον Τραμπ, κάτι απίθανο. Οι συσχετισμοί όμως έχουν πλέον αλλάξει. Τώρα οι Δημοκρατικοί θα ελέγχουν την πλειοψηγία, πάνω από 218 θέσεις, οπότε θα έχουν όσες χρειάζονται για να προχωρήσει η πρόταση μομφής.

Στη συνέχεια η πρόταση όμως πηγαίνει στη Γερουσία, όπου απαιτείται πλειοψηφία των δύο τρίτων για να καταδικαστεί ο πρόεδρος και, συνεπώς, να απομακρυνθεί από το αξίωμα. Η Γερουσία παραμένει στα χέρια των Ρεπουμπλικάνων όμως, οπότε δύσκολα η διαδικασία θα προχωρήσει.

Το Watergate το... Ιράνγκέιτ και η Μόνικα Λεβίνσκι

Η υπόθεση που χρησιμοποιούν όσοι υποστηρίζουν πως πρέπει, παρόλαυτα, να κατατεθεί η πρόταση μομφής είναι το Watergate. Τον Ιανουάριο του 1974, ο πρώτος βοηθός της καμπάνιας του Ρίτσαρντ Νίξον παραδέχτηκε την ενοχή του. Ακολούθησαν κι άλλα κατηγορητήρια και δίκες και τον Αύγουστο του ίδιου έτους ο Νίξον παραιτήθηκε. Σύμφωνα με αυτό το χρονοδιάγραμμα, ο Τραμπ θα έχανε την προεδρία κάπου γύρω στην επόμενη άνοιξη.

Η σύγκριση όμως με τον Νίξον και την υπόθεση Watergate είναι λάθος. Καταρχήν υπήρξαν κι άλλοι πρόεδροι που αντιμετώπισαν παρόμοια προβλήματα και κατάφεραν να αποφύγουν τις πραγματικές συνέπειες.

Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο του Ιράν – Κόντρας ( ή αλλιώς «Ιράνγκέιτ», όπως ονομάστηκε τότε) η προεδρία του Ρόναλντ Ρέιγκαν απειλήθηκε ουσιαστικά. Το σκάνδαλο αφορούσε παραβιάσεις του αμερικανικού δικαίου, μυστικές συμφωνίες όπλων, μαζικό σκάνδαλο εξωτερικής πολιτικής και καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων. Αφού το Κογκρέσο ψήφισε ένα νόμο που απαγόρευε την παροχή βοήθειας από τις ΗΠΑ στη δεξιά εξέγερση στη Νικαράγουα, η ομάδα του Ρέιγκαν προσπάθησε να διοχετεύσει χρήματα στους «Κόντρας» με άλλα μέσα. Έτσι πούλησαν όπλα στο Ιράν, το οποίο οι ΗΠΑ είχαν χαρακτηρίσει ως ένα κράτος - χορηγό τρομοκρατίας, σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωση επτά Αμερικανών ομήρων.

Ήταν μια καταφανή κατάχρηση εξουσίας. Ο ειδικός σύμβουλος που ανατέθηκε να ερευνήσει την υπόθεση έφερε τελικά κατηγορητήρια εναντίον 14 ατόμων και εξασφάλισε 11 καταδικαστικές αποφάσεις (οι οποίες τελικά θα σβηστούν μέσα από εφέσεις και προεδρικές χάρες). Ωστόσο, παρόλο που ο Ρέιγκαν είχε περισσότερα από δύο χρόνια στη δεύτερη θητεία του τη στιγμή που το σκάνδαλο ξέσπασε, ο αντίκτυπος στην προεδρία του ήταν περιορισμένος. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν πως παρότι η δημοτικότητα του έπεσαν αρχικά, στη συνέχεια και πολύ γρήγορα, ανέκαμψε. Και παρόλο που οι Δημοκρατικοί είχαν την πλειοψηφία και στους δύο οίκους του Κογκρέσου μέχρι τις αρχές του 1987, δεν ακολούθησε καμία διαδικασία επιβολής μομφής - παρά τις συνεδριάσεις του Κογκρέσου που βρήκαν τον Ρέιγκαν «τελικά υπεύθυνο» για το σκάνδαλο.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε την υπόθεση Ιράν-Κόντρας, επειδή ο πειρασμός των συγκρίσεων του Τραμπ με το Watergate είναι ισχυρός, ιδιαίτερα δεδομένου ότι υποδηλώνει ότι η προεδρική παραβατικότητα τελειώνει μόνο με έναν τρόπο: Την παραίτηση. Η εμπειρία του Ρέιγκαν δείχνει όμως ότι δεν συμβαίνει πάντα αυτό.

Ο άλλος πρόεδρος που υποβλήθηκε στην διαδικασία μομφής ήταν φυσικά ο Μπιλ Κλίντον για το σκάνδαλο της Μόνικα Λεβίνσκι. Κατηγορήθηκε για ψευδορκία και παρακώλυση της δικαιοσύνης το 1998 - το τελικό αποτέλεσμα μιας τετραετούς έρευνας για πολλαπλά σκάνδαλα (ακατάλληλες διαπραγματεύσεις για ακίνητα στο Αρκάνσας, παραβατικότητα, παραβιάσεις κεφαλαίων και κατηγορίες σεξουαλικής παρενόχλησης που κατέληξαν στην αποκάλυψη μιας σχέσης μεταξύ του προέδρου και μιας ασκούμενης στον Λευκό Οίκο).

Στις 12 Φεβρουαρίου 1999 , η Γερουσία των ΗΠΑ ψήφισε τα άρθρα. Η κατηγορία της ψευδορκίας έλαβε μόνο 45 «ένοχες» ψήφους (10 Ρεπουμπλικάνοι ψήφισαν αθώος). Το σώμα ήταν ομοιόμορφα χωρισμένο, 50-50 (5 Ρεπουμπλικάνοι ψήφισαν αθώος), για την κατηγορία της παρεμπόδισης της δικαιοσύνης.

Κάτι τέτοιο λοιπόν, εκτιμούν οι ειδικοί, πως θα συμβεί σε περίπτωση που οι Δημοκρατικοί αποφασίσουν να καταθέσουν πρόταση μομφής για τον τωρινό πρόεδρο των ΗΠΑ. Οι ετυμηγορίες της περασμένης εβδομάδας χρησιμεύουν ως υπενθύμιση για το πόσο απίθανη είναι στην πραγματικότητα η απομάκρυνση του Τραμπ από το αξίωμα του.

Ο Κλίντον έφυγε από το Οβάλ γραφείο δύο χρόνια αργότερα, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν πως ήταν ένας από τους πιο δημοφιλείς προέδρους στην ιστορία.

Τι φοβούνται οι αντίπαλοι

Η κατάθεση πρότασης μομφής είναι μια πολιτική διαδικασία. Είναι μια δίκη των πολιτικών. Η αφοσίωση στην παράταξη και οι προοπτικές επανεκλογής είναι τόσο σημαντικές όσο τα γεγονότα ή οι κατηγορίες. Οι μόνες περιπτώσεις κατά τις οποίες η μομφή μπορεί να ανέλθει πάνω από την αναπόφευκτη κομματική χροιά είναι αν τα γεγονότα και οι κατηγορίες απειλούν αναμφισβήτητα τη δημοκρατία κι αν οι εκπρόσωποι του κόμματος του προέδρου είναι διατεθειμένοι να ψηφίσουν εναντίον του για το καλό του έθνους.

Αυτές οι συνθήκες ικανοποιήθηκαν στην περίπτωση του Ρίτσαρντ Νίξον το 1974. Στις αρχές Αυγούστου του 1974, οι Ρεπουμπλικάνοι έκαναν άρση της εμπιστοσύνης τους μετά την κυκλοφορία των ηχογραφήσεων που αποδείκνυαν ότι ο Νίξον είχε μπλοκάρει τις έρευνες στο Watergate και είχε πει ψέματα σχετικά με το γεγονός. Υπήρχαν ατράνταχτες αποδείξεις ότι ο πρόεδρος είχε ενεργήσει εγκληματικά. Ως αποτέλεσμα, οι Ρεπουμπλικάνοι της Βουλής και της Γερουσίας δεν ήταν διατεθειμένοι να τον υπερασπιστούν. Ο Νίξον παραιτήθηκε και η πρόταση μομφής δεν προχώρησε ποτέ.

Αλλά το ίδιο δεν έγινε και στην υπόθεση του Μπιλ Κλίντον το 1998. Στην περίπτωση αυτή όλα κινήθηκαν κομματικά από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι Ρεπουμπλικάνοι επιθυμούσαν από καιρό να έχουν μια ευκαιρία να καθαιρέσουν τον Κλίντον, ενώ οι Δημοκρατικοί στέκονταν στο πλευρό του. Οι ποινικές κατηγορίες για ψευδορκία και παρεμπόδιση της δικαιοσύνης ήταν πολύ λιγότερο «βαριές» από εκείνες στο Watergate και η διαδικασία ήταν τόσο πολωμένη όσο και διχαστική. Η κοινή γνώμη συσπειρώθηκε πίσω από την Κλίντον και οι κατηγορίες έπεσαν. Ο Κλίντον έφυγε από το Οβάλ γραφείο δύο χρόνια αργότερα, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν πως ήταν ένας από τους πιο δημοφιλείς προέδρους στην ιστορία.

Η πρόταση μομφής εναντίον του Τραμπ οι Δημοκρατικοί ρισκάρουν να μοιάζει περισσότερο με την περίπτωση του Κλίντον από ό,τι με αυτή του Νίξον. Οι ενδιάμεσες εκλογές όμως ήταν κρίσιμες ώστε να έχει την παραμικρή πιθανότητα να πετύχει οποιαδήποτε προσπάθεια να τεθεί υπό αμφισβήτηση ο Αμερικανός πρόεδρος.

Πολλοί Δημοκρατικοί θεωρείται πως κινητοποιήθηκαν από τη πιθανότητα επιβολής μομφής. Αλλά και πολλοί Ρεπουμπλικάνοι. Οι δημοσκοπήσεις μάλιστα έδειχναν ότι οι Ρεπουμπλικάνοι ψηφοφόροι είχαν κινητοποιηθεί περισσότερο, λόγω της αντίθεσής τους στην επίθεση κατά του Τραμπ από ό, τι οι Δημοκρατικοί, στην πιθανότητα να κατατεθεί πρόταση μομφής εναντίον του.

Θεωρήθηκε λοιπόν ό,τι η πρόταση μομφής θα μπορούσε να γυρίσει... μπούμερανγκ στο κατώφλι των Δημοκρατικών, γι 'αυτό και οι Δημοκρατικοί ισχυροί του Κογκρέσου σταμάτησαν να το «κυνηγάνε».

Ακόμηκαι μετά τη νίκη των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων όμως, η επιβολή πρότασης μομφής πιστεύεται πως θα είναι έντονα διχαστική. Θα μπορούσε ακόμη και να συμβάλει στη συγκέντρωση της χώρας πίσω από τον πρόεδρο. Είναι αλήθεια ότι ο Τραμπ δεν διαθέτει την ικανότητα του Κλίντον να προσελκύει υποστήριξη από όλο το φάσμα. Αλλά ούτε, όμως, ο Τραμπ κατηγορείται ότι διαπράττει το αδίκημα - ως πρόεδρος - που ο Νίξον διέπραξε. Οι κατηγορίες εναντίον του Νίξον σχετίζονταν άμεσα με τον τρόπο που προήγαγε την προεδρία του. Αυτοί κατά του Τραμπ αφορούν την περίοδο πριν από την είσοδό του στο Λευκό Οίκο.

Πολλοί άνθρωποι υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ δεν είναι ικανός και άξιος για να είναι πρόεδρος των ΗΠΑ, αλλά αυτό δεν αποτελεί αδίκημα, ακόμη και υπό τους γενικούς όρους του Αμερικανικού συντάγματος.

Αν η πρόταση μομφής στον Πρόεδρο Τραμπ περνούσε πάντως και απομακρύνονταν από το αξίωμα, κάτι που επί του παρόντος δεν φαίνεται πιθανό, τότε ο Αντιπρόεδρος Μάικ Πενς θα έπαιρνε τα ηνία της διακυβέρνησης των ΗΠΑ.

Τι σημαίνει για τον υπόλοιπο κόσμο η απειλή καθαίρεσης του Τραμπ

Όπως έχουν διαμορφωθεί οι συνθήκες, ένας «στριμωγμένος» Τραμπ είναι πιθανό να ξοδέψει το υπόλοιπο της θητείας του κάτω από την απειλή της επιβολής πρότασης μομφής και της αδιάκοπης αναταραχής που αυτή η απειλή φέρνει.

Είτε ο Τραμπ τελικά καθαιρεθεί είτε όχι, η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις αρνητικές παρενέργειες της διαδικασίας αμφισβήτησης του.

Αντιμετωπίζοντας μια μάχη για πολιτική επιβίωση, ο παρορμητικός πρόεδρος των ΗΠΑ δεν δείχνει πρόθυμος να ... παραδοθεί. Αντ 'αυτού, συνεχίζει να κάνει νέες κινήσεις με στόχο την επιβίωση.

Ως εκ τούτου, θεωρείται δεδομένο πως ο Τραμπ θα συνεχίσει την επιθετική εξωτερική πολιτική. Για να διατηρήσει άλλωστε τη βάση του κινητοποιημένη, δεν έχει άλλη επιλογή από το να βρει νέα ζητήματα.

O πρόεδρος των ΗΠΑ, πιστεύεται από τους αναλυτές ότι θα προσπαθήσει να ενισχύσει την πολιτική του θέση.

Ένας τρόπος για να γίνει αυτό θα μπορούσε να είναι να αποσπάσει τους ψηφοφόρους από τα εσωτερικά προβλήματα, μεταφέροντας την εστίαση στον συνεχιζόμενο εμπορικό πόλεμο με την Κίνα. Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ ενδέχεται να βρίσκονται κοντά στην κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.

Γενικότερα, οι πρόσφατοι «πόλεμοι» με τη Βόρεια Κορέα, την Κίνα, το Ιράν και την Τουρκία, για να μην αναφέρουμε την αμφιλεγόμενη απόφαση για την Ιερουσαλήμ, συνδέονταν άμεσα με αυτόν τον στόχο. Ως εκ τούτου, η μάχη του Τραμπ για επιβίωση δεν είναι πλέον μια μορφή αναταραχής που περιορίζεται στην πολιτική των ΗΠΑ. Αντίθετα, μπορεί να εισάγει μια νέα εποχή παγκόσμιου χάους.