Πρόκειται ίσως για το πιο διάσημο ζευγάρι της εποχής που κατάφερε μέσα σε μόλις 4 χρόνια εγκληματικής δράσης να επισκιάσει τη φήμη ακόμα και των πιο αγαπημένων στο κοινό χολιγουντιανών αστέρων. Η Μπόνι Ελίζαμπεθ Πάρκερ και ο Κλάιντ Τσέστνατ Μπάροου αποτέλεσαν το νούμερο ένα θέμα συζήτησης του συντηρητικού Τέξας της δεκαετίας του 1930 και έμειναν στην ιστορία με τα μικρά τους ονόματα πλήρως συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Μπόνι και Κλάιντ λοιπόν. Οι διαβόητοι κακοποιοί που έκαναν τη ληστεία... must και έδωσαν στον έρωτα μια πιο συναρπαστική υπόσταση, από την οποία δε θα μπορούσε να λείπει το τραγικό φινάλε.

Ποιοι ήταν τελικά;

Ποιοι ήταν οι Μπόνι και Κλάιντ – Από τα παιδικά όνειρα στην παρανομία

Πρόκειται σίγουρα για δύο παιδιά που έζησαν μέσα στο πρόβλημα ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Από τη μία η Μπόνι, παιδί μιας πενταμελούς οικογένειας που βίωσε στα τέσσερά της χρόνια τον χαμό του πατέρα της και έκτοτε αναγκάστηκε να ζει κάτω υπό άθλιες συνθήκες, στερούμενη ακόμα και τα βασικά και από την άλλη ο Κλάιντ, ο οποίος ήταν το 5ο παιδί από τα 7 της οικογένειάς του και γρήγορα μπήκε στο τριπάκι της κλοπής για να βγει –όπως νόμιζε- από τη φτώχεια στην οποία είχε να μάθει να ζει.

Η Μπόνι Πάρκερ ήταν ένα μικροκαμωμένο κορίτσι καλλιτεχνικής φύσης που λάτρευε την ποίηση και ονειρεύονταν να κατακτήσει τον κινηματογράφο. Γεννημένη την 1η Οκτωβρίου του 1910 από τους Τσαρλς και Έμμα Πάρκερ, στην πόλη Ροουένα του Τέξας, από μικρή ήθελε να έρθει η στιγμή που θα έβλεπε τις αφίσες της να φιγουράρουν σε όλους τους δρόμους της Αμερικής και ο κόσμος θα αναφερόταν σε εκείνη με το μικρό της όνομα. Η τραγική ειρωνεία; Τα κατάφερε. Όχι όμως για το ταλέντο της στο σινεμά, αλλά για την ικανότητά της να ηγείται μιας εγκληματικής συμμορίας με απόλυτη επιτυχία, παρά το 1,47 της ύψος.

Το 1926, στα 16 της, επιλέγει να παντρευτεί και να απομακρυνθεί από την οικογένειά της, για να καταλήξει ένα χρόνο αργότερα να αποχωριστεί τον σύζυγό της, Ρέι Θόρντον, όταν εκείνος συνελήφθη λόγω εγκληματικών ενεργειών. Καταδικάστηκε μάλιστα σε 55 χρόνια φυλάκισης, όμως παρά την απουσία του, η ίδια δεν τον χώρισε μέχρι το 1929, όταν εκείνος αποφυλακίστηκε και θέλησε να γυρίσει κοντά της.

Η Μπόνι λέγεται πως είχε εξομολογηθεί στη μητέρα της πως θεωρούσε άτιμο το να τον χωρίσει ενώ εκείνος βρισκόταν στη φυλακή, όμως σε καμία περίπτωση δεν επρόκειτο να μείνει στο πλευρό του. Για να επιβιώσει αναγκάζεται να αναλάβει τις οικιακές δουλειές μιας γειτόνισσάς της, η οποία τύγχανε σύντροφος του Κλάιντ.

Η συνάντησή τους έμοιαζε προδιαγεγραμμένη απ’ τη μοίρα.

Τα όνειρα του Κλάιντ Μπάροου δεν απείχαν πολύ από εκείνα της Μπόνι. Παρά τη φτώχεια της οικογένειάς του, από μικρός λάτρευε τη μουσική και ευελπιστούσε να έρθει η στιγμή που θα γινόταν διάσημος για αυτό του το ταλέντο. Γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου του 1909 στο Έλις του Τέξας και μεγάλωσε σε μια αγροτική, πολυμελής οικογένεια, μαθαίνοντας να ζει στην ανέχεια. Αυτό δεν του στέρησε τη χαρά της μουσικής, όμως, αφού οι καλύτεροι φίλοι του υπήρξαν ανέκαθεν μια κιθάρα και ένα σαξόφωνο, το οποίο μάλιστα έμαθε να παίζει ολομόναχος, χωρίς βοήθεια δασκάλου.

Τη χρονιά που η Μπόνι παντρεύτηκε, ο ίδιος συνελήφθη για πρώτη φορά με την κατηγορία κλοπής αυτοκινήτου, το οποίο δεν επέστρεψε ποτέ στον ιδιοκτήτη του γιατί δεν είχε χρήματα να πληρώσει το ποσό της ενοικίασης. Ο αδερφός του, Μάρβιν Μπάροου –γνωστός και ως «Μπακ»- έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του Κλάιντ, καθώς αυτός ήταν που τον ώθησε στην παρανομία και του μετέδωσε το «μικρόβιο» των μικροκλοπών. Λίγο αργότερα, η αστυνομία συνέλαβε και τους δυο τους διότι βρέθηκαν στην κατοχής τους μερικές κλεμμένες… γαλοπούλες!

«Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά» - Η γνωριμία της νοικοκυράς Μπόνι με τον κακοποιό Κλάιντ

Το θρυλικό ζευγάρι γνωρίστηκε το 1930, όταν ο Κλάιντ επισκέφτηκε το σπίτι της συντρόφου του και πέτυχε την 20χρονη τότε Μπόνι να ετοιμάζει ζεστή σοκολάτα για την κυρία της στην κουζίνα. «Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά», έλεγαν έκτοτε στις παρέες τους.  Αμέσως μετά τη γνωριμία τους, ο Κλάιντ συλλαμβάνεται ξανά για κλοπές αυτοκινήτων και οδηγείται στις φυλακές - φάρμα καταναγκαστικών έργων του Eastham όπου βίωσε την ασιτία, τη σωματική κακοποίηση και τους απανωτούς βιασμούς από τους δεσμοφύλακες.

Για να γλιτώσει από τα βασανιστήρια, τραυμάτισε πολύ σοβαρά –σε σημείο ακρωτηριασμού- το ίδιο του το πόδι, στην περιοχή της φτέρνας για να απομακρυνθεί από το συγκεκριμένο ίδρυμα.

Όταν 17 μήνες αργότερα αποφυλακίστηκε, μέσα του είχαν αλλάξει όλα. Διψασμένος για εκδίκηση, επέστρεψε στην παρανομία πιο επιθετικός και αποφασισμένος από ποτέ. Το πρόβλημα στο βάδισμά του, το οποίο επιδεινώθηκε με τον ακρωτηριασμό τριών δαχτύλων από το ένα του πόδι –επίσης μέσα στη φυλακή- δε θα τον εμπόδιζε να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο διαβόητους κακοποιούς της Αμερικής.

Ο μύθος πίσω από τις ληστείες, τις απαγωγές, τις δολοφονίες και την υποτιθέμενη πλουσιοπάροχη ζωή

Μετά την αποφυλάκιση του Κλάιντ, η επανένωση των δυο εραστών ήταν αναπόφευκτη. Η Μπόνι εγκατέλειψε το σπίτι και τη δουλειά της και έγινε το δεξί χέρι του ληστή που έτρεμαν τα παντοπωλεία και τα βενζινάδικα. Κάπου εδώ οι δημοσιογράφοι της εποχής ξεκινούν να χτίζουν το μύθο του ζευγαριού, με παρερμηνείες, υπερβολές και την τάση τους να κάνουν λόγο για παρανομίες που οφείλονταν στον έρωτα που Μπόνι και Κλάιντ έτρεφαν ο ένας για τον άλλον.

Η υποτιθέμενη ανάγκη τους για μια πλουσιοπάροχη ζωή ήταν ακόμα ένα στοιχείο που τους έκανε να μοιάζουν... αστέρες του Τέξας. Η πραγματικότητα βεβαίως, απείχε πολύ από τα δημοσιογραφικά σενάρια και τους καλοστημένους τίτλους στα εξώφυλλα των εφημερίδων. Το ζευγάρι ξεκινά να γίνεται… πονοκέφαλος για την αστυνομία το 1932 όταν οι δυο τους προσπάθησαν να κλέψουν ένα αυτοκίνητο.

Οι αστυνομικοί, όμως, χάλασαν τα σχέδιά τους και παρότι η Μπόνι κατάφερε να διαφύγει, ο Κλάιντ οδηγήθηκε ξανά στη φυλακή για μερικούς μήνες. Μόλις αποφυλακίστηκε, η Συμμορία του Μπάροου θα τους χάριζε την «αίγλη» για την οποία έκαναν λόγο οι δημοσιογράφοι.

Οι δυο τους ανέλαβαν την ηγεσία της συγκεκριμένης ομάδας κακοποιών της οποίας υπήρξαν επίσης μέλη οι Ουίλιαμ Τζόουνς, Χένρι Μέθβαϊν, Μπακ και Μπλάνς Μπάροου, Τζο Πάλμερ, Ραλφ Φαλτς και Ρέιμοντ Χάμιλτον. Παρότι το ζευγάρι προτιμούσε να ληστεύει βενζινάδικα και παντοπωλεία λόγω περισσότερων χρημάτων και μικρότερου κινδύνου, η συμμετοχή τους σε ληστείες τραπεζών δε θα μπορούσε να αποφευχθεί, καθώς τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας είχαν υψηλότερους στόχους και επεδίωκαν μεγαλύτερα κέρδη. Λέγεται πως συμμετείχαν μόλις σε 15, ενώ τις περισσότερες φορές έφευγαν με πολύ λίγα χρήματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το περιστατικό όπου κατάφεραν να διαφύγουν έχοντας αποσπάσει μόλις 80 δολάρια από τα ταμεία. Η Μπόνι, σύμφωνα με μαρτυρίες, δε συμμετείχε στις ληστείες εντός των τραπεζών, αλλά ήταν εκείνη που οδηγούσε το αυτοκίνητο της διαφυγής.

Στο απόγειο της δόξας τους

Η φήμη τους εκτοξεύεται τον Απρίλιο του 1933 όταν μια ομάδα  αστυνομικών εισβάλλει σε γκαράζ της πολιτείας Μιζούρι επιδιώκοντας να συλλάβει λαθρεμπόρους. Το συγκεκριμένο γκαράζ όμως τύγχανε καταφύγιο μελών της Συμμορίας του Μπάροου, γεγονός που καθιστούσε αδύνατο το ομαλό τέλος. Η ανταλλαγή πυρών οδήγησε στον θάνατο δύο αστυνομικούς, με τα πράγματα που άφησαν πίσω τους οι Μπόνι και Κλάιντ να δίνουν αδιάσειστα στοιχεία για την ταυτότητά τους.

Ένα φιλμ φωτογραφιών ήταν το νούμερο ένα αποδεικτικό στοιχείο εις βάρος τους, με τις φωτογραφίες που εμφανίστηκαν να φιγουράρουν σε όλες τις εφημερίδες και τις αφίσες στους δρόμους. Οι νοτιοδυτικές πολιτείες της Αμερικής τους φοβόντουσαν πλέον όσο κανέναν. Η μικροσκοπική Μπόνι εμφανίζεται σε μια ασυνήθιστη για την εποχή πόζα κρατώντας ένα περίστροφο, στηριγμένη σε ένα αυτοκίνητο μάρκας Ford, φορώντας στραβά το μπερέ της και με ένα πούρο στο στόμα.

Όπως αποδείχτηκε αργότερα, δεν κάπνιζε πούρα, αλλά είχε στηθεί κατά αυτόν τον τρόπο επίτηδες για να κάνει πλάκα με τον Κλάιντ, στην προσπάθειά τους να αναπαραστήσουν διάσημες πόζες από γκανγκστερικές ταινίες της εποχής. Η συγκεκριμένη θυμίζει έντονα σκηνή της ταινίας «Little Caesar» που παίχτηκε το 1931 με πρωταγωνιστή τον Εντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον.

Οι δυο τους κάπνιζαν τσιγάρα Camel μετά μανίας, με την ατρόμητη λησταρχίνα να λατρεύει το ουίσκι. Μάρτυρες μάλιστα κατέθεσαν πως την είχαν πετύχει μεθυσμένη κατά τη διάρκεια των ληστειών τους. Αντιθέτως, ο Κλάιντ επέλεγε να είναι νηφάλιος και με τα αντανακλαστικά του σε εγρήγορση για να μπορεί να οδηγεί κάνοντας ελιγμούς σε περίπτωση ανθρωποκυνηγητού.

Γιατί ο κόσμος ήταν με το μέρος των δύο κακοποιών;

Ο θανάσιμος τραυματισμός του αδελφού του, Μπακ, και η σύλληψη της συζύγου του, Μπλανς, κατά τη διάρκεια μιας εφόδου της αστυνομίας στο Μισούρι, το 1933 έκανε τον Κλάιντ ακόμα πιο σκληρό και έτοιμο για όλα. Παρά τις μικροκλοπές και τις ληστείες, το ζευγάρι ήταν αγαπητό στο κοινό κυρίως λόγο του love story του, το οποίο οι δημοσιογράφοι προέβαλλαν για να πουλήσουν τις φυλλάδες της εποχής. Τα πρόσωπά τους ήταν από τα πλέον αναγνωρίσιμα στο Τέξας, με τη Μπόνι και τον Κλάιντ φυγάδες, χωρίς σταθερό σπίτι, ζώντας κυρίως στην ύπαιθρο και κάνοντας μπάνια στα ρυάκια που θα έβρισκαν στο δρόμο τους.

Τα χρήματά τους ήταν πάντα ελάχιστα όμως το «χούι» της τέχνης δεν έλεγε να τους εγκαταλείψει. Στα κλεμμένα αυτοκίνητα που αναγκάζονταν να αφήσουν στη μέση του δρόμου λόγω κυνηγητού της αστυνομίας, είχαν βρεθεί κατά καιρούς περιοδικά με κινηματογραφικά νέα, βιβλία ποίησης και η κιθάρα του Κλάιντ, της οποίας η απώλεια του στοίχισε πολύ. Κατά τη διάρκεια μιας παλαιότερης σύλληψής του μάλιστα, την είχε ζητήσει από τους αστυνομικούς, αλλά ποτέ δεν την πήρε πίσω.

Η Μπόνι από τη μεριά της, εξακολουθούσε να λατρεύει την ποίηση. Συχνά έγραφε ποιήματα και τα έστελνε στις εφημερίδες προβάλλοντας την καλλιτεχνική της φύση σε μια περίοδο που ο κόσμος την είχε στο μυαλό του ως την πιο επικίνδυνη λησταρχίνα της δεκαετίας. Αυτό που έκανε την κοινή γνώμη να μην επιθυμεί πάση θυσία τη σύλληψη του δολοφονικού ζευγαριού ήταν οι μαρτυρίες των ανθρώπων που είχαν κρατηθεί ως όμηροι, οι οποίοι υποστήριξαν πως τόσο η Μπόνι όσο και ο Κλάιντ τους φέρθηκαν με τον καλύτερο τρόπο.

Δεν τους κακοποίησαν ποτέ και οι ίδιοι έδωσαν στην αστυνομία να καταλάβει πως ουδέποτε οι δυο κακοποιοί είχαν το έγκλημα στα σχέδιά τους. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις ο Κλάιντ έδινε χρήματα στα θύματά του ως... αποζημίωση για την ταλαιπωρία που τους προκάλεσαν και πάντα ζητούσε συγγνώμη εξηγώντας τους πως το μόνο που ήθελαν ο ίδιος και η συμμορία του ήταν να γλιτώσουν τη σύλληψη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μαρτυρία του Ντίλαρντ Ντάρμπι, ενός άνδρα που είχε απαχθεί από το δίδυμο στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την αστυνομία. Ο Ντάρμπι κατέθεσε στην ασφάλεια πως όταν ρωτήθηκε τι δουλειά κάνει και απάντησε πως δούλευε σε γραφείο κηδειών, ο Κλάιντ προτού τον ελευθερώσει του έδωσε αρκετά δολάρια ζητώντας του το αυτονόητο: «Όταν πεθάνουμε, κανόνισε να μας περιποιηθείς». Τα λόγια του αποδείχθηκαν προφητικά.

Η «ασυγχώρητη» δολοφονία που έμελλε να σημάνει το τέλος τους

Κατά τη διάρκεια της δράσης του, το ζευγάρι είχε αφήσει πίσω του περίπου 12 θύματα, εκ των οποίων τα 9 ήταν αστυνομικοί. Όλα ήταν παράπλευρες απώλειες. Το να ξεφεύγουν από τις συμπλοκές άλλωστε, δεν ήταν τόσο εύκολο κυρίως λόγω της αναπηρίας που ταλαιπωρούσε και τους δυο τους. Ο Κλάιντ ποτέ δεν ξεπέρασε τον πόνο στο πόδι του μετά τον ακρωτηριασμό του, ενώ η Μπόνι σε μία από τις προσπάθειες διαφυγής τους είχε καεί πολύ σοβαρά στο πόδι από υγρά μπαταρίας που έπεσαν επάνω της  όταν το αυτοκίνητό τους ντεραπάρισε.

Ο τραυματισμός της ήταν κάθε άλλο παρά επιφανειακός, όμως ποτέ δεν πήγε στο νοσοκομείο, αλλά αρκέστηκε στη «γιατρειά» της πληγής με μαγειρική σόδα. Έκτοτε κούτσαινε γι’ αυτό και συχνά έβλεπαν τον Κλάιντ να την κουβαλά στην αγκαλιά του.

Την 1η Απριλίου 1934 ο Κλάιντ περνά τα όρια και από τον γοητευτικό ιδεαλιστή και ερωτευμένο εγκληματία, γίνεται ο αδίστακτος δολοφόνος που σκοπίμως αφαίρεσε τη ζωή δυο αστυνομικών για «να κάνει επίδειξη δύναμης». Όλα ξεκίνησαν όταν δύο νεαροί άνδρες τις ασφάλειας σταμάτησαν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ο Κλάιντ με τον συνεργό του, Χένρι Μέθβαϊν. Χωρίς προειδοποίηση, ο δεύτερος πυροβολεί και σκοτώνει έναν εκ των δύο με τον Κλάιντ να αποτελειώνει τη δουλειά σκοτώνοντας τον δεύτερο, ο οποίος μάλιστα βρισκόταν στην πρώτη του περιπολία.

Το κλίμα στην κηδεία τους ήταν ιδιαιτέρως βαρύ, με τα βλέμματα να είναι στραμμένα στην αρραβωνιαστικιά του νεαρού που σκότωσε ο Κλάιντ και το δαχτυλίδι που αυτή φορούσε στο αριστερό της χέρι. Ετοιμάζονταν να παντρευτούν. Οι Μπόνι και Κλάιντ κυκλοφορούσαν ελεύθεροι την ώρα που δυο παιδιά που είχαν την ατυχία να βρεθούν στο δρόμο τους κηδεύονταν.

Η κοινή γνώμη τους είχε καταδικάσει.

Η δολοφονική ενέδρα εναντίον τους και η προδοσία του συνεργού τους

Η εγκληματική τους δράση συνεχίστηκε μέχρι τις 23 Μαΐου του ίδιου έτους, όταν οργανωμένη επιχείρηση της αστυνομίας της Λουιζιάνα τους εγκλώβισε και τους εκτέλεσε εν ψυχρώ. Μπόνι και Κλάιντ έπεσαν σε μια καλοστημένη παγίδα της οποίας ο εγκέφαλος δεν ήταν άλλος από τον συνεργό τους, Χένρι Μέθβαϊν, ο οποίος σε συνεννόηση με τη χωροφυλακή της Λουιζιάνα κατάφερε να βγάλει μια για πάντα τους «φίλους» του απ’ τη μέση, με το «αντάλλαγμα» της προδοσίας του να μένει κρυφό.

Εκμεταλλευόμενος την αδυναμία που και οι δύο έτρεφαν στις οικογένειές τους, τους ζητά να τον βοηθήσουν να επισκεφτεί τον πατέρα του χωρίς να γίνει αντιληπτός. Εκείνοι συμφωνούν και η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά… Μόλις επέστρεψαν να τον πάρουν έπεσαν στη δολοφονική ενέδρα των αστυνομικών για τους οποίους ισχύει ο άγραφος νόμος που υποδηλώνει πως όποιος τολμήσει να σκοτώσει «μπάτσο» εκτελείται με συνοπτικές διαδικασίες.

Αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση των Μπόνι και Κλάιντ. Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν, το θρυλικό πλέον Ford 730, γαζώθηκε στην κυριολεξία με 187 σφαίρες χωρίς καν πρώτα οι εκτελεστές να τους διαβάσουν τα δικαιώματά τους. Εκείνοι δεν πρόλαβαν να απαντήσουν στα πυρά, καθώς το ένα τους όπλο βρισκόταν δεμένο στη ζώνη του Κλάιντ και το άλλο στο εσωτερικό του μηρού της Μπόνι. Βρέθηκαν ακόμη ένα ριβόλβερ και μία καραμπίνα με κομμένη κάννη στο πορτμπαγκάζ.

Όπως αποδείχθηκε, το ζευγάρι δεν ήταν προετοιμασμένο για την εμφάνιση της αστυνομίας και σκοτώθηκε ακαριαία. Στο χέρι της Μπόνι βρέθηκε ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς, ενώ στο πίσω κάθισμα ο Κλάιντ είχε τοποθετήσει προσεκτικά το αγαπημένο του σαξόφωνο. Το μένος των αστυνομικών ήταν έκδηλο δεδομένου του ότι εξακολουθούσαν να αδειάζουν τα όπλα τους στα νεκρά κορμιά των καταζητούμενων κακοποιών ακόμα και αφού τους είχαν σκοτώσει.

Σύμφωνα με τους ιατροδικαστές στο κορμί της Μπόνι βρέθηκαν 26 σφαίρες και σε αυτό του Κλάιντ 17, ωστόσο τα τραύματα ήταν ακόμα περισσότερα. Το «πάρτι» που στήθηκε πάνω από τα άψυχα κορμιά τους ήταν πρωτοφανές, με τους δημοσιογράφους και τους γεμάτους περιέργεια πολίτες να πασχίζουν ακόμα και για ένα κομμάτι από τα ρούχα τους. Σπασμένα τζάμια, κάλυκες και τα ματωμένα μαλλιά της Μπόνι δε γλίτωσαν την αρπαγή.

Δεν έλειψαν μάλιστα κι εκείνοι που προσπάθησαν να αφαιρέσουν και κομμάτια από τη σάρκα τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον καρπό του χεριού της Μπόνι που είχε θρυμματιστεί από τις σφαίρες.

Η προφητική Μπαλάντα της Μπόνι

Ανάμεσα στα πολλά ποιήματα που η λησταρχίνα είχε στείλει στις εφημερίδες ήταν η «Μπαλάντα της Μπόνι και του Κλάιντ», με τους στίχους της να αποδεικνύονται προφητικοί, καθιστώντας σαφές πως η ίδια δεν εθελοτυφλούσε όσον αφορά την κατάληξη που θα είχε:

«Συνήθιζαν να κοροϊδεύουν το θάνατο,

όμως μέσα τους ήξεραν πως πολύ σύντομα

θα βρίσκονταν ξαπλωμένοι, μαζί

κάτω από το χώμα».

Η Μπόνι κατάφερε να προβλέψει με απόλυτη ακρίβεια το τραγικό τους τέλος, ωστόσο δεν τάφηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο, καθώς οι οικογένειές τους αποφάσισαν να τους θάψουν χωριστά. Τα όνοματά τους, όμως, πέρασαν στα πρακτικά και τη μνήμη όλων απόλυτα συνδεδεμένα.

Η ζωή και το φινάλε τους γίνονται ταινία

Το 1967 η Φέι Ντάναγουεϊ και ο Γουόρεν Μπίτι ενσαρκώνουν το δαιμόνιο ζευγάρι στη μεγάλη οθόνη, με την επιτυχία τους να είναι μη αμφισβητήσιμη.  Η ταινία «Bonnie and Clyde» του Άρθουρ Πεν σπάει ταμεία αποδίδοντας την ιστορία των δύο κακοποιών πιο… grande και ειδυλλιακή από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.

Η μικροσκοπική κακοποιός μένει στην (κινηματογραφική) ιστορία για τη φινέτσα και το στυλ της, ενώ ο Κλάιντ μαγεύει το κοινό με το γοητευτικό του χαμόγελο και τις –πάντα εγκληματικές- ιδέες του.

Οι θαυμαστές τους ανέρχονται σε χιλιάδες και 81 χρόνια μετά την ενέδρα που τους στέρησε τη ζωή, οι φανατικοί συλλέκτες ξοδεύουν εκατομμύρια για να τους νιώσουν λίγο πιο κοντά τους. Τα όπλα που βρέθηκαν επάνω τους αλλά και τα προσωπικά τους αντικείμενα έχουν πλέον συλλεκτική αξία και έχουν περάσει στην κατοχή πλούσιων «φίλων» των κακοποιών, ενώ το Ford 730 μέσα στο οποίο δολοφονήθηκαν, κοσμεί την είσοδο του Whiskey Pete's Resort and Casino στο Λας Βέγκας.

Το μόνο βέβαιο είναι πως η Μπόνι και ο Κλάιντ κατάφεραν να πετύχουν τη διασημότητα και την υστεροφημία, όχι όμως με τον τρόπο που ονειρεύονταν στα παιδικά τους χρόνια.