Η Ελλάδα έχει στιγματιστεί από υποθέσεις εγκλημάτων που «πάγωσαν» την κοινή γνώμη και ενέπνευσαν συγγραφείς και σεναριογράφους με την ωμή τους βία και την παράνοια που απέπνεαν.

Υποθέσεις που σόκαραν κοινό και αστυνομία, άρρωστες συνειδήσεις, πολύ αίμα και θύματα που έμειναν στα πρακτικά ως «άγρια δολοφονημένα», κατάφεραν να μείνουν στο μυαλό όλως μας ως μερικά από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα με Έλληνες πρωταγωνιστές. 

Από τον Μανώλη Δουρή και τον Θεόφιλο Σεχίδη στην υπόθεση Παναγιώτη Φραντζή, διαβάστε τις 5 υποθέσεις που έμειναν στην ιστορία ως τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα στην ιστορία της Ελλάδας…

Υπόθεση Αρβανίτη - 2008: Αποκεφάλισε την 25χρονη σύζυγό του και… έκανε βόλτες το κεφάλι της στη Σαντορίνη

Το καλοκαίρι του 2008 δε θα ξεχαστεί ποτέ από τους κατοίκους της Σαντορίνης, μιας και το νησί τους έγινε πρωτοσέλιδο τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Πρωταγωνίστρια του δράματος, η 25χρονη δασκάλα, Αδαμαντία Καρκαλή, η οποία στις 3 Αυγούστου δολοφονείται άγρια από τον σύζυγό της, Θανάση Αρβανίτη, κατά τη διάρκεια ενός έντονου καβγά.

Ο 31 ετών άνδρας -ο οποίος έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα και είχε πολλάκις ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή αλλά και νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική -αφού πρώτα έχει αποκεφαλίσει το σκύλο της νεαρής γυναίκας και πετάξει το κεφάλι του στο δρόμο έξω από το σπίτι τους για εκδίκηση, επιτίθεται και στην ίδια με ένα κουζινομάχαιρο 30 εκατοστών μαχαιρώνοντας τη 10 φορές στην περιοχή του λαιμού και το θώρακα. Ανήμπορη πλέον να αντιδράσει, η Καρκαλή δέχεται το τελειωτικό χτύπημα: Ο σύζυγός της, ξεκινά να της κόβει το κεφάλι, ενώ είναι ακόμα ζωντανή.

Μόλις ολοκληρώνει τον αποκεφαλισμό, βγαίνει στο δρόμο του χωριού Βουρβούλο κρατώντας στο ένα του χέρι το κεφάλι της συζύγου του από τα μαλλιά και στο άλλο το γεμάτο αίματα και σάρκα μαχαίρι, σκορπώντας τον πανικό σε κατοίκους του νησιού και τουρίστες που ήρθαν αντιμέτωποι με ένα απόκοσμο θέαμα.

Γρήγορα κινητοποιήθηκε η αστυνομία, με τον Αρβανίτη να έχει διανύσει περίπου 800 μέτρα απόσταση προτού του κλείσουν τον δρόμο τα περιπολικά. Σε κατάσταση αμόκ, προσποιείται πως θέλει να παραδοθεί και καταφέρνει να τραυματίσει με το όπλο του εγκλήματος τον αστυνομικό που επιχείρησε να του περάσει χειροπέδες. Δέχεται 4 πυροβολισμούς από άλλον αστυνομικό που προσπάθησε να τον σταματήσει. Παρά τα τραύματά του στην κοιλιά και το στήθος, όμως, ξεφεύγει πετώντας το κεφάλι της  25χρονης στην ομάδα των νεαρών αστυνομικών, καταφέρνοντας να προκαλέσει σύγχυση και πανικό.

Μπαίνει σε ένα από τα περιπολικά και στην προσπάθειά του να διαφύγει από την αστυνομία, περνά στο αντίθετο ρεύμα παρασύροντας ένα μηχανάκι, τραυματίζοντας πολύ σοβαρά τις 2 γυναίκες που βρίσκονταν πάνω σε αυτό. Η καταδίωξή του έμελλε να έχει κι άλλα θύματα. Όταν το περιπολικό που οδηγούσε προσέκρουσε πλαϊνό στηθαίο του δρόμου, ο 31 ετών Αρβανίτης ξεγέλασε ξανά τους αστυνομικούς, αυτή τη φορά παριστάνοντας τον λιπόθυμο. Μόλις προσπαθεί να αρπάξει το όπλο ενός από τους αστυνομικούς, δέχεται ακόμα 5 σφαίρες και ακινητοποιείται.

Καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη για την δολοφονία της Αδαμαντίας Καρκαλή, σε κάθειρξη 25 ετών κατά συγχώνευση για απόπειρα ανθρωποκτονίας ενός αστυνομικού και δύο γιατρών και σε φυλάκιση δέκα ετών για άλλες παράνομες πράξεις μεταξύ των οποίων η περιύβριση νεκρού,  οπλοχρησία και διατάραξη συγκοινωνιών.

Ουδέποτε δήλωσε μετανιωμένος για όσα έκανε στη σύζυγό του. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, η Καρκαλή γνώριζε τα ψυχολογικά προβλήματα του συζύγου της, έμενε όμως μαζί τους γιατί ήθελε να του σταθεί και να τον βοηθήσει να τα ξεπεράσει.

Υπόθεση Φραντζή – 1987 : Σκότωσε, τεμάχισε και σκόρπισε τα κομμάτια της συζύγου του στα σκουπίδια

Η ιστορία του 27χρονου Παναγιώτη Φραντζή και της 18χρονης Ζωής Γαρμάνη μέχρι σήμερα φέρει τον τίτλο του πιο άγριου εγκλήματος στα χρονικά της Ελλάδας.

24 Ιουνίου 1987. Βρισκόμαστε στα Κάτω Πατήσια, στο σπίτι του ζευγαριού επί της οδού Νεμέσεως 21. Ο Παναγιώτης Φραντζής, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και η Ζωή Γαρμάνη, μαθήτρια Λυκείου, οι οποίοι έχουν παντρευτεί ένα χρόνο πριν, επιστρέφουν από νυχτερινή διασκέδαση και ένας από τους συνηθισμένους τους καβγάδες ξεσπά.

Εκείνη πολύ όμορφη, ξανθιά και κοινωνική κι εκείνος με το αίσθημα της ζήλειας να τον κυριεύει, δεν κατάφεραν ποτέ να συμβιώσουν αρμονικά. Το βράδυ εκείνο, αφορμή για τον τσακωμό τους στάθηκε η επιμονή της Ζωής να συνεχίσουν τη βραδιά τους εκτός σπιτιού, με τον ίδιο να της επιτίθεται λεκτικά μέχρι να ακούσει από το στόμα της τη φράση «είσαι ανίκανος».

«Βγήκα εκτός εαυτού. Τα’ χασα και δεν ήξερα τι έκανα. Την άρπαξα και την έσπρωξα με δύναμη στην άκρη του κρεβατιού, χτυπώντας το κεφάλι της, το οποίο έβγαλε και αίματα. Βρισκόμουν, όπως αντιλαμβάνεστε, σε πλήρη σύγχυση. Η Ζωή ήταν κάτω. Πλησίασα για να δω αν αναπνέει κι αν έχει σφυγμούς. Πιάνοντας το χέρι της, διαπίστωσα ότι δεν είχε σφυγμούς. Ήταν νεκρή», είπε αργότερα στην απολογία του. Παρόλα αυτά ο ιατροδικαστής στο πόρισμά του δήλωσε πως το κορίτσι είχε στραγγαλιστεί.

Τι συνέβη όμως όταν διαπίστωσε πως η σύζυγός του είχε πεθάνει; Ο Φραντζής δεν ήταν διατεθειμένος να πάει φυλακή. Έτσι συνέλαβε το «τέλειο» σχέδιο: Θα τεμάχιζε τη ζωή, θα την πετούσε στους κάδους απορριμμάτων και αργότερα θα δήλωνε την εξαφάνισή της. Έτσι κι έγινε. Οδήγησε το άψυχο σώμα της 18χρονης στη μπανιέρα του σπιτιού τους και επί 4 ώρες, από τις  03.30 τα ξημερώματα μέχρι τις 07.30 το πρωί, την τεμάχιζε χρησιμοποιώντας ένα κρητικό μαχαίρι και ένα σφυρί. «Ήμουν σε κακή κατάσταση. Έκανα εμετό όταν την τεμάχιζα και σταματούσα. Ξανάρχιζα. Υπήρχε και μια έντονη μυρωδιά από τα αίματα. Όμως την αγαπώ. Την αγαπώ πολύ», κατέθεσε στην αστυνομία.

Οι πράξεις του βέβαια μόνο αγάπη δεν υποδείκνυαν. Αφού της έκοψε το κεφάλι στην προσπάθειά του να εξαφανίσει τα ίχνη του στραγγαλισμού, συνέχισε κόβοντας της τα μαλλιά, τη μύτη και τα αυτιά, ενώ δε δίστασε να της αφαιρέσει και τα μάτια, μετατρέποντας το πρόσωπό της σε μια άμορφη μάζα κρέατος. Την τεμάχισε συνολικά σε 16 κομμάτια τα οποία τοποθέτησε προσεκτικά σε πλαστικές σακούλες και σκόρπισε σε γειτονικούς κάδους, περιμένοντας να περάσει το απορριμματοφόρο και να μεταφέρει τη σορό της Ζωής στη χωματερή.

Τα σχέδιά του ματαίωσε ο συλλέκτης γραμματοσήμων, Κώστας Βουζίκης ο οποίος ψάχνοντας στους κάδους εντόπισε μία από τις σακούλες. Κοιτώντας καλύτερα παρατήρησε πως μέσα σ’ αυτή βρίσκονταν κομμάτια γυναικείου κορμιού και ειδοποίησε την αστυνομία. Μέσα σε λίγες ώρες όλα τα κομμάτια της 18χρονης είχαν βρεθεί και οδηγηθεί στο τραπέζι του ιατροδικαστή. Όλα εκτός από το κεφάλι. Η αναγνώριση του πώματος ήταν εξαιρετικά δύσκολη.

Ο Φραντζής δεν έδωσε σημασία στη λεπτομέρεια και έκανε το μοιραίο λάθος να αφήσει μέσα σε μία από τις σακούλες μια απόδειξη κρεοπωλείου πάνω στην οποία αναγραφόταν η ημερομηνία και η ώρα της αγοράς. Η αστυνομία μίλησε με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος κι εκείνος αμέσως θυμήθηκε πως ο άνθρωπος που είχε αγοράσει τα προϊόντα της απόδειξης ήταν ο Φραντζής. Η αστυνομία πλησίαζε στο δράστη. Προτού φτάσει στα ίχνη του, ο δολοφόνος της Γαρμανή σπεύδει στην αστυνομία για να παραδοθεί.

Τι δήλωσε ο ίδιος; Μιλώντας σαν η Ζωή να ζούσε ακόμα, είπε χαρακτηριστικά: «Ήταν εξαρτημένη από τους γονείς της που τη μεταχειρίζονταν με μεγάλη αυστηρότητα. Της είχαν δημιουργήσει ταμπού. Κάνουμε έρωτα μια φορά την εβδομάδα, κι αυτό ύστερα από δική μου πίεση. Μετά μαλώνουμε. Την πιάνει υστερία. Την κρατούσα από τα χέρια σφιχτά και αυτή με γρατζούναγε και με χτυπούσε. Πήγαινε μετά στους γονείς της κι έλεγε ότι τη χτύπησα. Δεν τη χτυπάω αλλά από το σφίξιμο τα χέρια της κάνουν σημάδια γιατί έχει ευαίσθητο δέρμα. Ποτέ οι γονείς της δεν πήραν το δίκιο μου. Όλο εγώ φταίω. Έπεσα σε μελαγχολία. Φοβάμαι να κάνω έρωτα μαζί της πλέον γιατί μετά θα μου επιτεθεί. Δεν τη σκότωσα. Ήταν ατύχημα. Δέχομαι μόνο την προσβολή νεκρού. Δεν τη στραγγάλισα. Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου που δεν έδειξα ψυχραιμία τη στιγμή που πέθανε η Ζωή. Φονιάς δεν είμαι εγώ και ούτε πρόκειται να γίνω. Για να φτάσω εγώ σ’ αυτό το σημείο, πάει να πει ότι φταίει η Ζωζώ. Δεν φταίω καθόλου εγώ».

Μάλιστα, όταν ρωτήθηκε από τον Πάνο Σόμπολο περί της διαδικασίας του τεμαχισμού, ο ίδιος έδωσε την πιο κυνική απάντηση που θα μπορούσε να σκεφτεί: «Δεν είναι ανάγκη να δουλεύω σε κρεοπωλείο για να ξέρω πώς να το κάνω. Είναι πολύ εύκολο. Δεν είναι τίποτα το δύσκολο, αρκεί να σημαδεύεις τις κλειδώσεις».

Τρία χρόνια μετά τη δολοφονία της Ζωής Γαρμανή, ο Φραντζής μοιάζει πιο συνειδητοποιημένος: «Αυτό που δεν σκέφτηκε κανείς ως τώρα είναι ο δικός μου πόνος. Δολοφονήθηκε η γυναίκα μου και δεν είχα κανέναν να κυνηγήσω. Ποιον να κυνηγήσω; Εγώ τη σκότωσα», παραδέχεται.

Ο Παναγιώτης Φραντζής καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και παρέμεινε στη φυλακή μέχρι τον Οκτώβριο του 2005, όταν και έγινε δεκτή η 6η κατά σειρά αίτηση αποφυλάκισής του, μετά από 18 χρόνια εγκλεισμού. Έχοντας εκμεταλλευτεί τη νομοθετική ρύθμιση περί εκπαιδευτικών αδειών των κρατουμένων, καταφέρνει να ολοκληρώσει της σπουδές του παράλληλα με την παραμονή του στις σωφρονιστικές εγκαταστάσεις.

Σήμερα, έχει ξαναφτιάξει τη ζωή του και διατηρεί κατάστημα mini market.

Υπόθεση Σεχίδη – 1996: Ξεκλήρισε την οικογένειά του και τοποθέτησε τους εγκεφάλους στην κατάψυξη για να τους «μελετήσει»

Αύγουστος 1996 και η αστυνομία έρχεται αντιμέτωπη με μία από τις πιο περίεργες υποθέσεις εξαφάνισης στα χρονικά της Θάσου. Πέντε μέλη μιας φαινομενικά «ήσυχης» οικογένειας έχουν εξαφανιστεί μυστηριωδώς, με τον 24χρονο τότε φοιτητή στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Κομοτηνής, Θεόφιλο Σεχίδη, να έχει δολοφονήσει τη μητέρα, τον πατέρα, την αδερφή, τη γιαγιά και τον θείο του.

Η εξαφάνιση ήρθε στο φως στις 2 Αυγούστου, όταν η γυναίκα του θείου του Σεχίδη, Ελένη, η οποία διέμενε μόνιμα στο Βέλγιο, δηλώνει στην Αστυνομική Διεύθυνση Φλώρινας πως είχε να μιλήσει μαζί με τον σύζυγό της, Βασίλη, από τις 19 Μαΐου. Ο ίδιος είχε φτάσει στην Ελλάδα στις 9 του ίδιου μήνα για να βοηθήσει τον αδερφό του –και πατέρα του Θεόφιλου Σεχίδη- να πείσει τον 24χρονο φοιτητή να επισκεφτεί ψυχίατρο ώστε να βοηθηθεί με τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Η Ελένη Σεχίδη τηλεφωνεί επανειλημμένα στο σπίτι της οικογενείας, όμως συνεχώς απαντά ο Θεόφιλος λέγοντάς της πως ο Βασίλης είχε πάει στην Ιταλία, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια βρισκόταν στη Γερμανία, όπου σκόπευαν να μετακομίσουν μόνιμα. Η γυναίκα δεν τον πίστεψε. 

Η αστυνομία ξεκινά να ψάχνει τους 5 αγνοούμενους. Τον 55χρονο πατέρα του φοιτητή, Δημήτρη Σεχίδη, τη 48χρονη μητέρα του, Μαρία Σεχίδη, την 27χρονη αδελφή, του Έμυ (Ερμιόνη), την 75χρονη γιαγιά του, Ερμιόνη Καλαμάρα και τον 58χρονο θείος του, Βασίλης Σεχίδη. Ο πατέρας ήταν δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο της Κεραμωτής, η μητέρα του ασχολούνταν με τα οικιακά, ενώ η μικρή Ερμιόνη αντιμετώπιζε τα δικά της προβλήματα, καθώς έπασχε από σχιζοφρένεια.

Αρκετές μέρες αργότερα, ύστερα από πολύωρες ανακρίσεις και μεγάλες πιέσεις, ο Θεόφιλος Σεχίδης ομολογεί πως στις 19 και 20 Μαΐου ξεκλήρισε την οικογένειά του, τους τεμάχισε και πέταξε τα κομμάτια τους σε χωματερή της Καβάλας. Πρώτο θύμα ήταν ο 58χρονος θείος του.

«Λίγες ημέρες πριν γίνει το κακό, τρεις - τέσσερις ημέρες νομίζω, βρισκόμουν στην Κομοτηνή, όταν ξαφνικά, χωρίς να τους περιμένω, έρχονται ο πατέρας μου με τον θείο μου. Έρχονται δήθεν για να πάρουν το αυτοκίνητο του πατέρα μου που το είχα εγώ. Εγώ ξαφνιάστηκα. Είχα να δω τον θείο μου έναν, ενάμιση χρόνο. Μου είπαν πως μόλις φτάσουν στη Θάσο, την ίδια κιόλας ημέρα να τους πάρω τηλέφωνο να μιλήσουμε. Μου είπαν, μετά την τηλεφωνική επικοινωνία, πως έπρεπε να πάω αμέσως στη Θάσο για να μιλήσουμε. Έτσι, την επόμενη, 18 Μαΐου, πήγα στη Θάσο, στον Λιμένα. Όταν ξημέρωσε, κάποια στιγμή ο θείος μου λέει ότι θέλει να πάμε μια βόλτα πάνω στο αρχαίο θέατρο. Προσπάθησε να με χτυπήσει με ένα μαχαίρι. Τον έσπρωξα και έπεσε σε γκρεμό, από ύψος δέκα μέτρων. Κατέβηκα κάτω και τον είδα να ψυχορραγεί. Και για να μη βασανίζεται άλλο, του έκοψα με το μαχαίρι το κεφάλι», είπε στους αστυνομικούς.

Και συνέχισε: «Γύρισα στο σπίτι. Ήμουν μόνος μου, σε λίγο όμως ήρθε και ο πατέρας μου. Είχε ένα μαχαίρι, φοβήθηκα. Μόλις γύρισε για να πάει στην τουαλέτα, τον πυροβόλησα κι έπεσε νεκρός. Μετά, του έκοψα την καρωτίδα με ένα μαχαίρι. Το ίδιο έκανα στη μητέρα και την αδερφή μου. Κρατούσε και η μητέρα μου μαχαίρι. Της άρπαξα το χέρι και της έκοψα τον λαιμό. Με τον ίδιο τρόπο σκότωσα στη συνέχεια την αδελφή μου, Ερμιόνη», περιέγραψε.

Όλο το βράδυ τεμάχιζε τα πτώματά τους. Η φρικαλεότητα δεν σταματά εκεί, καθώς ο 24χρονος αφαίρεσε τους εγκεφάλους τους και τους τοποθέτησε στην κατάψυξη «για να τους μελετήσει» -όπως υποστήριξε αργότερα. Το επόμενο πρωινό τους επισκέφτηκε η 75χρονη γιαγιά του Θεόφιλου, με το τέλος της να μη διαφέρει από αυτό των υπολοίπων μελών της οικογενείας Σεχίδη. Ο φοιτητής δήλωσε πως και εκείνη κρατούσε μαχαίρι «αναγκάζοντας» τον να τη σκοτώσει.  Τεμάχισε και την ίδια, ενώ αμέσως μετά τοποθέτησε τα κομμάτια τους σε πλαστικές σακούλες και λίγο αργότερα τα πέταξε σε χωματερή της Καβάλας. Τα πτώματά τους δεν βρέθηκαν ποτέ. Ο μοναδικός που βρέθηκε από την αστυνομία ήταν ο θείος του δράστη, Βασίλης.

«Παρανοϊκά ψύχραιμος, διαβολικά έξυπνος, με τάσεις κανιβαλισμού» έγραψαν οι εφημερίδες της εποχής. Ο ίδιος από τη μεριά του δήλωσε:  «Τους ξέκανα πριν με ξεκάνουν. Υπήρχε συνομωσία να με βγάλουν απ’ τη μέση». Αργότερα είπε στην αστυνομία πως ο λόγος των αποτρόπαιων πράξεών του ήταν το γεγονός πως δεν του αποκάλυπταν την ταυτότητα της πραγματικής του μητέρας.

Η ποινή του; Πέντε φορές ισόβια κάθειρξη. Ο Θεόφιλος Σεχίδης ζει έγκλειστος στην ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών από το 1996 και το μόνο που κάνει είναι να ακούει Μπαχ, Μότσαρτ και Τσαϊκόφσκι και να ζωγραφίζει. Μέχρι σήμερα δεν τον έχει επισκεφθεί ούτε ένα άτομο.

Χαρακτηριστικό της «απομόνωσης» του Σεχίδη είναι ένα περιστατικό που διηγήθηκε στο KoolNews.gr, δεσμοφύλακας που ερχόταν καθημερινά σε επαφή με τον Σεχίδη στις φυλακές: «Φώναζε συνεχώς να του φέρουν τσιγάρα. ''Τσιγάρα, φέρτε μου τσιγάρα…''. Για να πάρει την απάντηση: ''Ποιος να σου φέρει τσιγάρα; Σάμπως άφησες και κανέναν ζωντανό…'';».

Υπόθεση Σαμπανιώτη - 1992: Δηλητηρίασε 7 άτομα και μέχρι σήμερα δηλώνει αθώα

Η Μαρία Σαμπανιώτη, η οποία έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό ως «Φαρμακούλα» και «Φραγκογιαννού» (η ηρωίδα της Φόνισσας του Παπαδιαμάντη) κατάφερε να συνδέσει το όνομά της με μία από τις πιο σοκαριστικές υποθέσεις εγκλημάτων που καταγράφηκαν ποτέ. «Μέσα στην ψυχή της έκρυβε μεγάλο μίσος. Αν αφεθεί ελεύθερη θα είναι πιο επικίνδυνη και από τον Ρωχάμη», είχε δηλώσει για εκείνη ο Εισαγγελέας, Σταύρος Μαντακιοζίδης.

Συλλαμβάνεται στις 18 Ιανουαρίου του 1992 στο σπίτι της στο Περιστέρι με την κατηγορία πως προσέφερε δηλητηριασμένη με παραθείο ζύμη για τηγανόψωμα στις οικογένειες των Ελένης Μουστοπούλου και Ειρήνης Κληματσά, με σκοπό να εκδικηθεί.

Για ποιο λόγο; Σύμφωνα με την αστυνομία, οι κόρες της Σαμπανιώτη ήθελαν να παντρευτούν τους γιους των δύο γυναικών, τον 24χρονο Αντώνη Κληματσά και τον 33χρονο Κώστα Μουστόπουλο, οι ίδιοι όμως ήταν αρνητικοί. Οι δύο γυναίκες πράγματι χρησιμοποίησαν τη ζύμη της Σαμπανιώτη με αποτέλεσμα να δηλητηριαστούν 7 άτομα εκ των οποίων τα 3 κατέληξαν.

Από τη μοιραία ζύμη, οδηγήθηκαν στο νοσοκομείο η 46χρονη Ειρήνη Κληματσά, ο γιος της, Αντώνης, ο 60χρονος Θεόδωρος Μουστόπουλος, η σύζυγός του, Ελένη Μουστοπούλου, 57 ετών, ο 33χρονος γιος τους, Κώστας και δύο ακόμα αλλοδαποί φίλοι της οικογενείας, ο Γιάννης και ο Σουλτάν Μουραπτάνγιεφ. Λίγο αργότερα, οι Θόδωρος Μουστόπουλος, Ειρήνη και Αντώνης Κληματσάς, κατέληξαν.  Η Σαμπανιώτη βρίσκεται κατηγορούμενη για φόνους εκ προ μελέτης.

Η ίδια αρνείται όλες τις κατηγορίες δηλώνοντας ότι δεν γνωρίζει το πώς βρέθηκε το ισχυρότατο εντομοκτόνο στη ζύμη που έδωσε στους γείτονές της, μη διστάζοντας να αφήσει υπαινιγμούς μέχρι και για την ίδια της την κόρη! Μάλιστα, δήλωσε ότι υπάρχει περίπτωση κάποιος να ήθελε να σκοτώσει την ίδια και απλά… δεν τα κατάφερε.

Το δικαστήριο την κρίνει ένοχη και την καταδικάζει σε τρεις φορές ισόβια και  25 χρόνια κάθειρξη. Εκείνη εξακολουθεί να δηλώνει αθώα και να ζητά να της κάνουν τον ορό της αλήθειας, ωστόσο δεν πείθει κανέναν. Παραμένει στη φυλακή για 17 χρόνια μέχρι τον Ιανουάριο του 2011, όταν αφέθηκε ελεύθερη ύστερα από αίτησή της για υφ’ όρων απόλυση λόγω καλής διαγωγής και πολλών ωρών εργασίας. Υπέρ της αποδείχθηκε και η ευεργετική διάταξη κατά την οποία μετά το 65ο έτος της ηλικίας του κρατουμένου, κάθε ημέρα κράτησης υπολογίζεται διπλή.

Μετά την αποφυλάκισή της, επέστρεψε στο Περιστέρι, διαμένοντας ωστόσο σε νέο διαμέρισμα. Αυτό που προκαλεί μέχρι σήμερα εντύπωση, πάντως, εκτός από την επιμονή της να δηλώνει αθώα, είναι το γεγονός πως οι συγκρατούμενές της λάτρευαν να τρώνε τα φαγητά που τους μαγείρευε…

Υπόθεση Δουρή - 1993: Κακοποίησε σεξουαλικά και σκότωσε τον 6χρονο γιο του

Η υπόθεση Δουρή είναι η μοναδική περίπτωση στη Ελλάδα που χαρακτηρίζεται σε τόσο μεγάλο βαθμό από το «σύνδρομο τη κλειστής κοινωνίας». Βρισκόμαστε στη Ερμιόνη Αργολίδας. Ήταν αργά το βράδυ της παραμονής Πρωτοχρονιάς του 1994 όταν ο χρόνος άρχισε να μετρά αντίστροφα για την αποκάλυψη ενός φρικτού εγκλήματος με θύμα ένα εξάχρονο παιδί που –κατά κοινή ομολογία- μεγάλωνε σε ένα δραματικά ακατάλληλο περιβάλλον: Τον γιο του Μανώλη Δουρή, Νικόλα.

Λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου οι γονείς του μικρού καλούν την αστυνομία για να δηλώσουν την εξαφάνισή του. Ο Νικόλας είχε φύγει από το σπίτι του αργά το μεσημέρι και παρότι είχε νυχτώσει, δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι. Παρότι δεν έχει περάσει το απαιτούμενο 48ωρο, η κινητοποίηση των ανδρών της ασφάλειας είναι άμεση και ολόκληρο το χωριό ξεκινά να ψάχνει τον εξάχρονο, με τα φώτα της δημοσιότητας να πέφτουν πάνω στον «απελπισμένο πατέρα» που ψάχνει καταρρακωμένος να βρει το παιδί του. Κλαίει μπροστά στις κάμερες, παρακαλά για βοήθεια και ορκίζεται να εκδικηθεί.

Παρά τις προσπάθειες της αστυνομίας, το πτώμα του μικρού Νικόλα βρίσκεται τελικά από τον ίδιο το Μανώλη Δουρή, πολύ κοντά στο σπίτι της οικογενείας, σε μία αλάνα. Σημείο, όμως, που κανένας δεν θα σκεφτόταν να ψάξει. Η αστυνομία ξεκινά να υποψιάζεται πως ο Μανώλης Δουρής γνωρίζει πολλά παραπάνω από όσα λέει, κυρίως όταν ο ιατροδικαστής καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο εξάχρονος έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά και πεθάνει από ασφυξία, καθώς κατά τη διάρκεια του βιασμού του, ο βιαστής του τού είχε φράξει το στόμα και τη μύτη. Το έγκλημα είχε λάβει χώρα το απόγευμα της Παραμονής, με τον Δουρή να δηλώνει αργότερα πως πάνω σε μια κρίση του, επειδή το παιδί είχε αργήσει να γυρίσει στο σπίτι, προέβη στις συγκεκριμένες πράξεις, Παραδέχτηκε μάλιστα, πως προσπάθησε να κάψει το πτώμα, ωστόσο δεν τα κατάφερε, γι’ αυτό και το μετέφερε στο σημείο που «βρέθηκε» λίγο αργότερα από τον ίδιο.

 Ο Μανώλης Δουρής από «χαροκαμένος πατέρας» μετατρέπεται σε «ανθρωπόμορφο τέρας» που δε δίστασε να βιάσει και να σκοτώσει το ίδιο του το παιδί. Συλλαμβάνεται και προφυλακίζεται, ενώ παρότι «σπάει» και ομολογεί αμέσως την ενοχή του κάνοντας λόγο για «αρρώστια» που τον οδήγησε σε αυτές του τις «απάνθρωπες πράξεις» -όπως τις χαρακτήρισε ο ίδιος- γρήγορα το μετανιώνει και δηλώνει αθώος. Παρότι υπήρχαν βασικά στοιχεία που άφηναν αμφιβολίες για το αν ο πατέρας ήταν ο δολοφόνος του Νικόλα –όπως το γεγονός πως στο στόμα και τον πρωκτό του θύματος βρέθηκαν τρίχες που δεν ανήκαν στο Μανώλη Δουρή- ο ίδιος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους για ασέλγεια, 20 ετών για βιασμό και ισόβιας κάθειρξης για «ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση».

Παρά την καταδίκη του, ο άγραφος νόμος της φυλακής ήταν ακόμη πιο σκληρός με τον παιδοκτόνο. Έχοντας κακοποιηθεί σεξουαλικά πολλάκις από τους συγκρατούμενούς του, ο Μανώλης Δουρής δύο χρόνια μετά, στις 24 Φεβρουαρίου του 1996 βρίσκεται κρεμασμένος από ένα καλώδιο τηλεόρασης στο κελί του πριν προλάβει να δικαστεί. Δεν άντεξε τις τύψεις; Ήθελε να γλιτώσει από τα καθημερινά βασανιστήρια;  Τον εκτέλεσαν; Κανείς δε μπορεί να πει με βεβαιότητα.

Τόσα χρόνια μετά ωστόσο, το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον εξακολουθεί τραβήξει η εμμονή των κατοίκων της Ερμιόνης να κρατούν σιγήν ιχθύος για τον προβληματικό πυρήνα της οικογενείας Δουρή, που στήριξε τον πατέρα – δολοφόνο μέχρι την τελευταία στιγμή. Φόβος; Τύψεις; Συνενοχή; Κάθε εκδοχή έχει ακουστεί και έχει τους υποστηρικτές της…