Η σκηνοθετική επιλογή του Γιάννη Κακλέα να ανεβάσει το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ, βρήκε αμέσως σύμφωνο τον Ορφέα Αυγουστίδη όπως και την υπόλοιπη ομάδα των ηθοποιών, Σπύρο Παπαδόπουλο, Θανάση Παπαγεωργίου και Άρη Σερβετάλη.

Καθώς υπογράφουν όλοι μαζί την μετάφραση του αριστουργηματικού έργου σημειώνουν ως ομάδα: «Η επιθυμία μας να ανεβάσουμε το "Περιμένοντας τον Γκοντό» γεννήθηκε από μια εσωτερική ανάγκη να κρατήσουμε ζωντανή τη φλόγα της θεατρικής πράξης σε αυτές τις ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές. Για πρώτη φορά στους καιρούς που ζούμε κλείσανε τα Θέατρα και σταμάτησε κάθε καλλιτεχνική δημιουργία. Τώρα όμως που ο κίνδυνος απομακρύνεται, το θέατρο οφείλει να δηλώσει παρόν στην επικοινωνία με τους ανθρώπους που αγαπούν την τέχνη, όπως έκανε αιώνες τώρα, με στόχο την ευχαρίστηση, τη διδαχή, την ψυχαγωγία και να προσφέρει ελπίδα και αισιοδοξία στον άνθρωπο που παλεύει να υπάρξει σε ένα κόσμο σκληρό και αβέβαιο».

Με αφετηρία το Θέατρο Βράχων στο Βύρωνα, 15-17 Ιουλίου, η παράσταση θα παρουσιαστεί σε ανοιχτά θέατρα της Αττικής.

Λίγο πριν την έναρξη των παραστάσεων, ο Ορφέας Αυγουστίδης μιλάει στο Reader.gr.

Ορφέα, σε τι διάθεση σε συναντώ αυτήν την περίοδο που επανεκκινεί ο πολιτισμός;

Επανεκκινεί... με πολλά εισαγωγικά να συμπληρώσω, εννοώντας ότι δεν είναι μόνο τα διαδικαστικά, αλλά χρειάζεται και το σύστημα των δεκτών να είναι ανοικτό. Περιμένουμε να δούμε πώς θα αντιδράσει ο κόσμος, πόσο ανάγκη είχε να ανοίξουν τα θέατρα και να μπούμε ξανά σε αυτή τη διαδικασία του πάρε-δώσε και του διαλόγου. 

Είμαι αισιόδοξος και χαρούμενος γιατί ένα κομμάτι της ύπαρξής μου ακουμπάει και τροφοδοτείται από αυτή τη συνδιαλλαγή. Είμαι χαρούμενος διότι αυτό που πάμε να κάνουμε θεατρικά είναι κάτι που με συγκινεί, όπως και η πρόθεση της στιγμής αλλά και το ίδιο το κείμενο και το έργο. Νιώθω εμπλουτισμένος αυτή την περίοδο.

Πώς προέκυψε η συνεργασία η συμμετοχή σε αυτή την παράσταση;
Είναι μια κίνηση που ξεκινάει από την ομάδα, τους συντελεστές της παράστασης, γιατί λειτουργούμε σαν ομάδα. Ήμουν από αυτούς που μπήκαν στην ομάδα πολύ νωρίς. Οπότε θα μιλήσω σαν κομμάτι ενός συνόλου. Όταν μου προτάθηκε να είμαι κι εγώ μέρος αυτής της ιδέας της παρέας δεν χρειάζεται να σου πω ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να αντισταθώ σε αυτό και να μπω σε αυτή τη διαδικασία. 

Θα μου σκιαγραφήσεις τον ρόλο σου;
Δεν είναι ένας ρόλος καθημερινός, ρεαλιστικός όπως μιας ταινίας. Μιλάμε για ένα «μπεκετικό» ρόλο, όπου πλέον μιλάμε συμβολικά. Αν σου πω πώς τον βλέπω εγώ ή την αρχή του νήματος που με βοήθησε να βγάλω μια άκρη και να τον προσεγγίσω κάπως, θεωρώ ότι θα κατευθύνω τον κόσμο να νιώσει πολύ πιο συγκεκριμένα πράγματα και αυτό είναι κρίμα. Γιατί η πρόκληση για τον ηθοποιό αλλά και τον θεατή -όταν παρακολουθεί Μπέκετ- είναι να αποκωδικοποιήσει αυτούς τους γρίφους και τα σύμβολα μέσα από την ανάγκη του και όχι μέσα από τη ματιά τη δικιά μου.

Εγώ βρήκα τρόπο να πλησιάσω τον «Λάκι» έτσι όπως με εξυπηρετεί εμένα στο να κατασκευάσω κάτι συνεπές και ολοκληρωμένο. Και να μπορέσω να το παρουσιάσω. Αλλά έως εκεί. Μπαίνοντας πιο βαθιά στον κόσμο του Μπέκετ και γνωρίζοντάς τον μέσα από την παράσταση, (ή τα λογοτεχνικά έργα του), όλα μετατοπίζονται, βλέπεις ότι δεν έχει νόημα να τον αναλύσεις, αλλά να αφεθείς στη διαδρομή. Ο Λάκι θα μπορούσε να είναι τα πάντα ή και τίποτα, θα μπορούσε να είναι το κενό που σου αφήνει όταν φεύγει από μέσα σου κάτι σπουδαίο. Το κενό που σου αφήνει ένα βιβλίο που διάβασες και σε άλλαξε αλλά δεν το θυμάσαι πια...

Ποια είναι η σχέση σου με τον Μπέκετ;
Έχοντας δει τον «Γκοντό» στο θέατρο όπως και το «Τέλος του Παιχνιδιού», είχα πάρει μια μυρωδιά αλλά τίποτα παραπέρα. Δεν είχα διαβάσει τα βιβλία του. Και αυτό είναι το καλό στη δουλειά μας, να εμβαθύνεις δηλαδή σε πράγματα που σε αφορούν. 

Πώς είναι οι πρόβες;
Μέσα από τον τρόπο που έχουμε μάθει να αναλύουμε το χρόνο, μέσα από αυτή τη μανία της ανθρωπότητας τα τελευταία 2000 χρόνια, ζούμε μια εποχή που τη λέμε εποχή του κορονοϊού. Δεν ξέρω αν σε 150 χρόνια κοιτάζοντας πίσω αυτή η εποχή θα έχει στιγματιστεί από τον κορονοϊό ή από κάτι άλλο που βιώνουμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια και δεν θέλουμε να το δούμε. Δεν ξέρω τι από όλα θα επικρατήσει ως το χαρακτηριστικό της εποχής μας. Αν θα είναι η μελαγχολία, η τεχνολογία αν θα είναι το χρήμα και η φαντασιακή πραγματικότητα. Δεν είναι 7 χρόνια καραντίνας. Ούτε μείναμε χωρίς δουλειά μια δεκαετία. Βρισκόμαστε στη σκηνή και κάνουμε πρόβες σαν να είναι κάτι φυσιολογικό. Κι έτσι θα έπρεπε να είναι. Και ελπίζουμε ότι αυτό που αναζητούμε και λέμε κανονικότητα να μην είναι η επιστροφή στο πριν αλλά να προσαρμοστούμε σε αυτό που έχουμε μπροστά μας. Γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Και δεν ξέρουμε και τι έχουμε μπροστά μας. Οπότε τι μπορεί να κάνουμε; Να μην κρυφτούμε πίσω από το φόβο γιατί τότε θα παραδοθούμε σε οτιδήποτε κι αν μας συμβεί μετά. Θα είναι τότε σαν να έχουμε δώσει το μεγαλύτερο όπλο στα χέρια αυτών που νομίζουν ότι μπορούν να μας κάνουν ό,τι θέλουν. Δεν σου λέω ότι δεν είναι πραγματικότητα αυτό, αλλά λέω ότι κι εμείς πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη την ατομική ευθύνη. Τι μπορούμε να κάνουμε για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας και τους γύρω μας.

Είμαστε εκεί γιατί πρέπει να είμαστε εκεί, γιατί αυτό κάνουμε. Αλλά το να επανερχόμαστε συνεχώς στο πριν τον κορονοϊό και μετά τον κορονοϊό είναι σαν να θέλουμε από μόνοι μας να είναι τα πράγματα διαστρεβλωμένα και να πρέπει οπωσδήποτε να επιστρέψουμε στο προηγούμενο πρίσμα, γιατί πρίσμα ήταν κι αυτό. Αλλά δεν είναι έτσι. Είναι σαν να προτείνουμε στον κόσμο να μας δει σαν κάτι παράδοξο και διαφορετικό. Είμαστε στη σκηνή και κάνουμε πρόβες όπως θα κάναμε και πριν τον κορονοϊό. 

Σε βρήκαν σύμφωνο οι on line παραστάσεις κατά τη διάρκεια της καραντίνας;
Κατά τη δική μου άποψη το ίντερνετ ξεχείλισε από μαγνητοσκοπημένες παραστάσεις πολύ νωρίς. Δεν θέλω να κριτικάρω γιατί σέβομαι το δικαίωμα ενός καλλιτέχνη που θέλει να κρατήσει επαφή με το κοινό του. Έχει αυτό το δικαίωμα. Άσχετα αν εγώ ως Ορφέας πιστεύω ότι έγινε πολύ νωρίς. Πολύ νωρίς δείξαμε τεράστια ανάγκη να κρατήσουμε αυτή τη σχέση και την επαφή. Όμως το σέβομαι απόλυτα και το κατανοώ. Επίσης πιστεύω ότι δεν μπορείς να χρεώνεις κάτι τη μια μέρα και την επόμενη να το δίνεις τσάμπα επειδή δεν σου δίνεται η δυνατότητα για λίγο, για περιορισμένο χρονικό διάστημα να το κάνεις. Χωρίς να ρωτήσεις κανέναν από τους συντελεστές. Έτσι δημιουργείς μια άνιση σχέση κοινού και προϊόντος, αν πρέπει να το πω προϊόν αυτό που χαρίζεται τσάμπα ενώ πριν πουλιόταν. Όπως διεκδικείς αυτή τη σχέση σε μια φυσιολογική περίοδο και  διεκδικείς το εισιτήριο και βιοπορίζεσαι από αυτό, από την Τέχνη σου, έτσι πρέπει να το προφυλάσσεις λίγο καλύτερα σε στιγμές κρίσης. Πόσω μάλλον όταν αυτές οι στιγμές δεν κρατάνε και 8 μήνες, αλλά κάποιες εβδομάδες. Και ειδικά όταν από αυτές τις εβδομάδες, οι τρεις θα ήταν χωρίς παραστάσεις εξαιτίας της περιόδου του Πάσχα. Αλλά το καταλαβαίνω γιατί κι εμείς δν ξέρουμε πώς να φερθούμε και δεν υπάρχει πρωτόκολλο για τα συναισθήματα και το φόβο. Για αυτό δεν κριτικάρω, περισσότερο αναρωτιέμαι και λέω τη σκέψη μου.

Πώς βίωσες τον εγκλεισμό; Σε πίεσε ή σε ωφέλησε;
Δεν με πίεσε καθόλου. Είμαι ένας άνθρωπος που έχει απολαύσει τη μοναχικότητα. Την έχω διεκδικήσει στη ζωή μου. Δεν ήμουν μόνος μου, ήμουν με τη σύντροφό μου στο σπίτι. Εκμεταλλεύτηκα αυτό τον χρόνο από τη στιγμή που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο. Πήρα αποστάσεις. Από την καθημερινότητα της δουλειάς. Από τα μακροπρόθεσμα όνειρα. Προσπαθώντας να βιώσω αυτό που μου συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Με την αγωνία, το θυμό, την χαρά και παράλληλα την ευγνωμοσύνη για το δώρο της ζωής και πόσο ευμετάβλητο, απρόβλεπτο και μικρό ενδεχομένως είναι αυτό. Όταν λέω το δώρο της ζωή εννοώ όχι του να ζεις μόνο, αλλά και να βιώνεις πράγματα. Να είσαι εδώ, να κοιτάς και να βλέπεις. Να λες «πάλι καλά», όχι μόνο που ζεις, αλλά που αφουγκράζεσαι το εδώ και το τώρα. «Δεν πειράζει που δεν δουλεύω ή που δεν δηλώνω την παρουσία μου σε ανθρώπους που δεν με ξέρουν και δεν τους ξέρω». Το θέμα είναι να δεις από ποιους αποτελείσαι. Από τους ανθρώπους που έχεις επειλέξει να ζεις την καθημερινότητά σου και να μοιράζεσαι τη σκέψη σου. Από τους γονείς και την οικογένειά σου μέχρι τις αναφορές σου τις μουσικές, τις κινηματογραφικές, τις λογοτεχνικές, της κουλτούρας, της πόλης που μένεις. Αυτά ξαναείδα και είμαι ευγνώμων για αυτά. Έτσι το βιώσα.

Κρίνεις ότι έχεις παραμείνει συνεπής ως ηθοποιός;
Αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα. Υπάρχει προσδοκία από τον κόσμο και όσους ρωτάνε, να παραμένεις συνεπής σύμφωνα με ένα μοντέλο που προτείνει αυτοθυσία. Να μείνει πιστός σε κάτι και να μην ξεπουληθείς σε κάτι άλλο που οι περισσότεροι το θεωρούν ευτελές αλλά παρόλα αυτά το καταναλώνουν χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο μύθος αυτός επηρεάζει τα μυαλά, τις ζωές και τις αποφάσεις των περισσότερων όχι μόνο των καλλιτεχνών. 

Ωστόσο, εγώ περιμένω να μου πεις ότι δεν παρέμεινες συνεπής, κάτι απόλυτα φυσιολογικό άλλωστε.
Ακριβώς, εκεί θέλω να καταλήξω. Ναι, δεν ξέρω τι θα πει συνεπής, γιατί δεν είναι φυσιολογικό το να πεις ένα πράγμα στα 20 σου και να παραμείνει έτσι. Το φυσιολογικό είναι αυτό το πράγμα να αλλάζει παρέα με εσένα. Εκτός αν έχεις αποφασίσει ότι θέλεις να είσαι ένα ξερό δέντρο από την πρώτη στιγμή που συνειδητοποιείς τον εαυτό σου μέχρι την τελευταία που θα του επιτρέψεις να ξεριζωθεί. Δεν είμαι κάτι τέτοιο. Θεωρώ ότι είμαι συνεπής σε σχέση με το ποιος είμαι εγώ. Αυτό το πράγμα αλλάζει. Και για αυτό είμαι πάρα πολύ ήσυχος και κοιτάζω να επιλέγω πράγματα που συνδέονται με εμένα τη στιγμή που προκύπτουν. Έτσι, ακόμα κι αν κοιτάξω πίσω και δεν με εκφράζει κάτι που είχα κάνει, δεν με ενδιαφέρει καθόλου γιατί τη στιγμή που το έκανα κάπου και για κάποιο λόγο υπήρχε κάποια σύνδεση και λόγος να το κάνω. Δεν είναι όλα η καρδιά και η ψυχή, υπάρχουν και πρακτικά θέματα που πρέπει να καλύψεις. Μιλάμε για εργασία. Δεν μιλάμε για το χόμπι μας. 

Τι θα σε έκανε να αποδεχτείς μια νέα τηλεοπτική πρόταση;
Για να είμαι πολύ ειλικρινής, ο λόγος που δεν έχω πολλή τηλεοραση τα τελευταία 11 χρόνια είναι θέμα προτεραιτότητων. Δεν έχω συμμετάσχει δηλαδή σε μια ολόκληρη σεζόν, γιατί έχω κάνει διάφορα μικρά, όπως Κοκκινόπουλο, ενώ φέτος θα είμαι στο 2ο κύκλο του «Έτερος Εγώ». Συγκεκριμένα τέλειωσα τα γυρίσματά μου την Παρασκευή 10 του μήνα. Δεν υπήρχε ο χρόνος λοιπόν να κάνω τηλεόραση και αν έπρεπε να διαλέξω, θα διάλεγα θέατρο. Αν μπορούσα κάνω και τα δύο ή να άξιζε τον κόπο, κατά τη δική μου άποψη, να δουλεύω 17-18 ώρες τη μέρα, τότε θα το είχα κάνει. Αν άξιζε να μοιράζω το χρόνο μου ανάμεσα στην τηλεόραση και μια νέα παράσταση που θα ετοίμαζα τοτε ναι θα το είχα κάνει. Τώρα αυτό που θα με έκανε να πω «ναι» σε κάτι τηλεοπτικό θα είναι πάλι το αποτέλεσμα ενός τέτοιου ζυγίσματος, δηλαδή αν θα μπορώ εγώ να τα συνδυάσω αυτά τα δύο: το θέατρο με την τηλεόραση. Τώρα αν μπροστά μας έχουμε μια εποχή δυσοίωνη για το θέατρο και τα πράγματα δεν κινηθούν με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει δηλαδή με μια σεζόν που θα έχει εξάμηνη διάρκεια και τα πράγματα ευνοήσουν μια συνεργασία τηλεοπτική, τοτε ναι θα το κάνω. 

Ανέφερες τη συμμετοχή σου στο «Έτερος Εγώ». Τι μπροούμε να αποκαλύψουμε για το ρόλο σου;
Είναι ένας ρόλος ιδιαίτερος και τον ευχαριστήθηκα πάρα πολύ. Τον ευχαριστήθηκα σαν να είναι ρόλος μιας ταινίας. Γιατί οι συνθήκες στο γύρισμα ήταν απόλυτα κινηματογραφικές. Το σενάριο, η φωτογραφία, η παραγωή, η σκηνοθεσία του Σωτήρη Τσαφούλια. Θέλω να τα πω όλα γιατί πραγματικά ευχαριστήθηκα αυτά τα γυρίσματα. Είχαμε ξεκινήσει πριν τον κορονοϊό και εγώ ολοκλήρωσα τα γυρίσματά μου την Παρασκευή. Η σειρά ξέρω τα ολοκληρώνει σε μια εβδομάδα. Και αυτό που θα σου πω είναι ότι είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση τύπου ο οποίος στέκεται στην σκοτεινή πλευρά της ιστορίας ή μάλλον καλύτερα στην γκρίζα ζώνη, μεταξύ καλού και κακού στην ιστορία, μεταξύ του άσπρου και του μαύρου. Αν δεις κάτι σκηνές που έγιναν, εγώ έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Ήμουν πολύ χαρούμενος. Πραγματικά είναι εντυπωσιακό. Έγινε ωραία δουλειά και ήμασταν όλοι σαν παιδάκια στο γύρισμα. 

Υπάρχουν άλλα σχέδια στα σκαριά;
Όνειρα υπάρχουν. Αίσθηση και σκέψη για το τι θέλω να κάνω γενικά αυτή την περίοδο. Όμως βλέπουμε ότι πάμε μέρα με τη μέρα σε σχέση με την κατάσταση του κορονοϊού και σε μια ενδεχόμενη πανδημία ή έξαρση κρουσμάτων, ακόμα και αν δεν υπάρχει lockdown, τα θέατρα και τα θεάματα, οι χώροι που απαιτούν συνωστισμό, θα είναι τα πρώτα που θα επηρεαστούν από αυτό. Και για αυτό θέλει ένα προσεκτικό σχεδιασμό. Σε σχέση με το πώς θα κινηθούν τα θέατρα, οι παραγωγοί και οι ηθοποιοί το χειμώνα. Γι' αυτό ακόμα λίγα πράγματα είναι ανακοινώσιμα. Και ακόμα και αυτά που θεωρητικά θα ανέβουν ενδέχεται να αλλάξουν.