Με την αντιπολίτευση να θέτει συνεχώς θέμα εκλογών «εδώ και τώρα» και με την Κυβέρνηση να διατρανώνει τη θέση της ότι οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της θητείας της καθώς και με το θέμα της Συνταγματικής Αναθεώρησης να είναι πλέον επί τάπητος, ο πολιτικός επιστήμονας Αλέξανδρος Μπίστης μιλάει στο Reader.gr για… εκλογές. Για την πιθανότητα αυτοδυναμίας του πρώτου κόμματος, για το πόσα κόμματα θα διαβούν τον κατώφλι της επόμενης Βουλής, για το ρόλο που θα παίξουν οι μικρότεροι σχηματισμοί οι οποίοι ήδη υπάρχουν και όσοι ενδεχομένως εμφανιστούν, για τη δυνατότητα της συγκέντρωσης 180 ψήφων, για το αν τα αποτελέσματα των αυτοδιοικητικών και των ευρωεκλογών θα είναι πρόκριμα για τις εθνικές εκλογές αλλά και για την θέση της ακροδεξιάς στη χώρα μας.

Ενώ οδεύουμε προς τις αυτοδιοικητικές και τις ευρωεκλογές, σε περίπτωση που έχουμε και εθνικές εκλογές, βλέπετε να υπάρχει πιθανότητα αυτοδυναμίας του πρώτου κόμματος; Και τι συνεπάγεται αυτό για τα μικρότερα κόμματα;

Απέχουμε περισσότερο από 6 μήνες από τη διενέργεια των αυτοδιοικητικών και των ευρωεκλογών, ενώ το πότε θα διεξαχθούν εθνικές εκλογές είναι αδύνατον να εκτιμηθεί, γιατί αφ’ ενός, στη χώρα μας η προκήρυξή τους αποτελεί τον κατ’ εξοχήν  άσσο στο μανίκι του εκάστοτε πρωθυπουργού και, αφ’ ετέρου, γιατί οι εξελίξεις είναι τόσο πυκνές και απρόβλεπτες (βλ. παραίτηση Κοτζιά τη στιγμή της επίλυσης του Μακεδονικού, εσωκομματική κρίση στους ΑνΕλ κλπ), που οποιαδήποτε απάντηση θα έπαιρνε χαρακτηριστικά μαντείας. 

Παρόλα αυτά, εκτιμώ ότι η πιθανότητα αυτοδυναμίας του πρώτου κόμματος είναι μάλλον μικρή, όποτε κι αν γίνουν οι εθνικές εκλογές. Αυτοδυναμία της ΝΔ δεν μπορεί να αποκλειστεί, καθώς εξαρτάται σημαντικά και από το ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής, χωρίς όμως να θεωρώ δεδομένη τη νίκη της. Σε περίπτωση νίκης του νέου ΣΥΡΙΖΑ, απ' την άλλη, η αυτοδυναμία είναι μάλλον απίθανη. 

Κατά συνέπεια, θα πρέπει να περιμένουμε ως πιθανότερη εξέλιξη μία ακόμη κυβέρνηση συνεργασίας, είτε απευθείας, είτε μετά από δεύτερες εκλογές, οι οποίες, σημειωτέον, θα διεξαχθούν εκτός απροόπτου, με ένα σύστημα σημαντικά αναλογικότερο από το σημερινό, αν και όχι απλής αναλογικής, όπως αρέσκεται να διατρανώνει ο Αλ. Τσίπρας. Στη δεύτερη περίπτωση, η συσπείρωση των κομμάτων θα χαλαρώσει και θα ευνοηθεί η διασπορά των ψήφων προς κόμματα που θα πείσουν ότι μπορούν να περάσουν το κατώφλι της Βουλής και να παίξουν ρόλο, είτε συμμετέχοντας σε κυβέρνηση συνεργασίας, είτε αντιπολιτευόμενα σε αυτή.

Η επόμενη κοινοβουλευτική δύναμη ποια εικάζετε ότι θα είναι συγκριτικά με τη σημερινή 8κομματική Βουλή; 

Και ως προς αυτό το ερώτημα, οποιαδήποτε εικασία είναι εξαιρετικά επισφαλής. Η πόλωση που θα δημιουργηθεί μεταξύ νέου ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ γύρω από επί μέρους θέματα (Μακεδονικό, διαφθορά, ασφάλεια κλπ), προκειμένου να συγκαλυφθεί η συμφωνία γύρω από τον βασικό πυρήνα της πολιτικής των «μονοδρόμων», δεν επιτρέπει μεγάλη διασπορά των ψήφων με το ισχύον εκλογικό σύστημα. Ωστόσο είναι ακόμα νωρίς για να υπολογιστεί η επίδραση της αποχής, στην οποία θα στραφεί πιθανότατα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος. Τα κόμματα που εξασφάλισαν οριακή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση τον Σεπτέμβριο του 2015 (Ποτάμι, Ανεξάρτητοι Έλληνες & Ένωση Κεντρώων) θα ακροβατήσουν στο μεταίχμιο της κοινοβουλευτικής παρουσίας, με ισχυρή πιθανότητα να τη χάσουν. Υπάρχει επίσης το ερωτηματικό της καταγραφής του νέου κόμματος του Γ. Βαρουφάκη (ΜέΡΑ25) ή και άλλων πιθανών σχηματισμών που ίσως εμφανιστούν μέχρι τότε. Επίσης, δεν γνωρίζουμε πώς θα έχει εξελιχθεί η δίκη της Χρυσής Αυγής και τι απήχηση θα έχουν νέα σχήματα στον ακροδεξιό χώρο (βλ. απόφαση για κοινή κάθοδο Κ. Βελόπουλου και Φ. Κρανιδιώτη). Με τα σημερινά δεδομένα, μια πεντακομματική Βουλή φαντάζει ως αρκετά πιθανό σενάριο.

Πιστεύετε ότι η διαφορά των δύο μεγάλων κομμάτων είναι τόσο μικρή ώστε να ανατραπεί το τελικό αποτέλεσμα;

Η δημοσκοπική διαφορά που καταγράφεται σταθερά υπέρ της ΝΔ είναι σημαντική, αλλά όπως προανέφερα δεν θεωρώ απίθανο να ανατραπεί. Η κυβέρνηση γνωρίζει πως αν έκανε εκλογές αυτή τη στιγμή θα τις έχανε πανηγυρικά. Η μόνη της ελπίδα να αντιστρέψει τη σημερινή κατάσταση, είναι να παραμείνει στη θέση της για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα, ελπίζοντας να καταφέρει να προχωρήσει σε σειρά «παροχών» (αναστολή νέας μείωσης συντάξεων, κοινωνικό μέρισμα διά του υπερπλεονάσματος κλπ) για να υποστηρίξει το αφήγημα της εξόδου από τα Μνημόνια, που σε συνδυασμό με πιθανές νέες αποκαλύψεις και εξελίξεις σε επίπεδο απονομής Δικαιοσύνης (βλ. προφυλάκιση Παπαντωνίου, δηλώσεις Πολάκη, δίκη Χρυσής Αυγής κλπ), θα της ενισχύσουν το επιχείρημα ότι «οι άλλοι είναι χειρότεροι». 

Επιπλέον, παράγοντες που μπορούν να συμβάλουν στην αντιστροφή του κλίματος είναι: α) το πολιτικά αποκρουστικό πρόσωπο της ΝΔ για τα χαμηλά, λαϊκά στρώματα, λόγω της ανεξαρτήτως Μνημονίων βούλησής της για συνέχιση και ενίσχυση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της λιτότητας και της οριστικής διάλυσης του κοινωνικού κράτους, β) η αποστροφή που η ΝΔ προκαλεί στους μετριοπαθείς δημοκρατικούς ψηφοφόρους, με τη σταδιακή υιοθέτηση της ακροδεξιάς ατζέντας και ρητορικής, γ) πιθανή αλλαγή στην πολιτική συμμαχιών του νέου ΣΥΡΙΖΑ, με εκπαραθύρωση των ΑνΕλ και άνοιγμα στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας (ΚΙΝΑΛ, Ποτάμι), υπό τις ευλογίες των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών με τους οποίους έχει αναπτύξει προνομιακή σχέση ο Έλληνας Πρωθυπουργός, αλλά και προς τη λεγόμενη καραμανλική δεξιά (βλ. υπουργοποίηση Κ. Παπακώστα, δίαυλοι επικοινωνίας με Ε. Αντώναρο κλπ) και, δ) η απουσία συγκροτημένης αμφισβήτησης της Κυβέρνησης από τα αριστερά.

Η Κυβέρνηση προσδοκά ότι ο χρόνος θα δουλεύει υπέρ της, άρα δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να επιλέξει να εξαντλήσει τη θητεία της, όμως πρόκειται περί δύσκολου γρίφου, γιατί σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αντιστρέψει το κλίμα έχοντας πιθανότατα υποστεί ήττα στις ευρωεκλογές.

Από την παρούσα Βουλή μπορεί να προκύψει άθροισμα 180 ψήφων; Στην επόμενη υπάρχει τέτοια δυνατότητα;

Η δυνατότητα συγκέντρωσης 180 ψήφων θα μας απασχολήσει την επόμενη περίοδο, πρώτον, γιατί επίκειται η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση και, δεύτερον, γιατί την άνοιξη του 2020, δηλαδή σε διάστημα 6 ως 12 μηνών μετά τις εκλογές, ανάλογα με το πότε θα γίνουν, λήγει η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας και η εκλογή του διαδόχου του θα αποτελέσει σημείο τριβής ή/και προάγγελο πιθανών νέων διεργασιών, σε ό, τι αφορά τις πολιτικές συμμαχίες αλλά και την ακεραιότητα της τότε κυβέρνησης και των πολιτικών σχηματισμών.

Ως προς την αναθεώρηση του Συντάγματος, πιθανές εξελίξεις στη σύνθεση του σημερινού Κυβερνητικού συνασπισμού σαν αυτές που προαναφέρθηκαν, θα μπορούσαν να ανοίξουν το δρόμο για ευρύτερες συναινέσεις από την παρούσα Βουλή. 

Όμως, είναι άγνωστο αν θα φτάσουμε στο σημείο να χρειαστούν οι 180, καθώς οι προτάσεις που έχουν καταθέσει τα κόμματα έχουν περισσότερες αποκλίσεις παρά συγκλίσεις, ενώ η ΝΔ έχει τοποθετηθεί ενάντια σε οποιαδήποτε συζήτηση δεν θα περιλαμβάνει την κατάργηση του Άρθρου16 και τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. 

Επίσης, πριν την τελική φάση της διαδικασίας, σίγουρα θα ληφθούν υπόψη οι υπαρκτοί και υπό διαμόρφωση συσχετισμοί δύναμης, διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αναθεώρηση να πάρει εντελώς διαφορετική τροπή από εκείνη που σχεδιάζουν οι εμπνευστές της. 

Συνεπώς, δεν αποκλείω η διαδικασία να αξιοποιηθεί από την Κυβέρνηση μόνο επικοινωνιακά, στην προσπάθειά της να ορίσει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου, να ενισχύσει το «σύγχρονο» και «προοδευτικό» προφίλ της και να «εκθέσει» τη «συντηρητική» και «προσκολλημένη στο παρελθόν» αντιπολίτευση, στην οποία θα επιχειρήσει να χρεώσει πιθανή αποτυχία της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Ως προς την εκλογή ΠτΔ, αν τελικά ολοκληρωθεί η αναθεώρηση, τότε η συγκέντρωση 180 βουλευτών στην επόμενη Βουλή ίσως να μην αποτελεί ζητούμενο, αφού η εκλογή του θα έχει αποσυνδεθεί από τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών, σύμφωνα με όσα προβλέπονται, με διαφοροποιήσεις, στις προτάσεις όλων των κομμάτων. Αν δεν ολοκληρωθεί η διαδικασία, η μέχρι σήμερα εμπειρία από τις προηγούμενες εκλογές ΠτΔ μας δείχνει πως όταν υπάρχει προσδοκία για πολιτική αλλαγή, τότε οι 180 δεν βρίσκονται και οδηγούμαστε σε εκλογές. Αν δεν υπάρχει προσδοκία για σημαντικές αλλαγές, αν δηλαδή κανένα από τα βασικά κόμματα δεν επιθυμεί εκλογές, τότε βρίσκονται και οι 180.

Τα ακροδεξιά στοιχεία εκτιμάτε ότι θα ενισχυθούν στις επόμενες εκλογές;

Δυστυχώς σε όλη την Ευρώπη η διαιώνιση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής ενισχύει την ακροδεξιά και τους εθνικισμούς. Από της χώρες του Βίζεγκραντ (Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία και Τσεχία) μέχρι την Κεντρική Ευρώπη (Ιταλία, Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία) το φάντασμα της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού ανακτά σάρκα και οστά. Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, μετά τις ΗΠΑ του Ντ. Τραμπ έχουμε τώρα και τη Βραζιλία του ακροδεξιού φασίστα Ζ. Μπολσονάρο. Η νεοφιλελεύθερη Δύση οδεύει προς τη δύση της, παραδίνοντας τους λαούς της στην παρακμή των εθνικισμών και της αναβίωσης του φασισμού. 

Στη χώρα μας, τη μόνη χώρα που τα χρόνια της κρίσης πρώτα αναζήτησε τη λύση στα Αριστερά της, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα μας γλίτωσε προσωρινά από το τέρας του εγχώριου νεοναζισμού.

Δυστυχώς, όσο συνεχίζεται η ίδια νεοφιλελεύθερη πολιτική με την Αριστερά να εμφανίζεται ως συνέχεια της συστημικής Δεξιάς και της Σοσιαλδημοκρατίας, ανοίγεται πεδίο δόξας λαμπρό στην ακροδεξιά. Όσο η κυρίαρχη πολιτική θα καθορίζεται από την αέναη επιδίωξη του πλούτου και όχι από την κάλυψη των αναγκών των ανθρώπων, τόσο θα ενισχύονται οι δυνάμεις που καλλιεργούν το μίσος και τον διχασμό. Μόνο όταν ολοκληρωθεί η δίκη της ΧΑ θα μάθουμε αν θα ανακάμψει η ίδια ή αν θα τη διαδεχθούν νέα σχήματα, όπως και αν αυτά θα κατορθώσουν να απορροφήσουν και να ανατροφοδοτήσουν τον εκφασισμό της κοινωνίας, που είναι ορατός από την αδιαφορία για την απάνθρωπη κατάσταση στα κέντρα κράτησης προσφύγων και μεταναστών στη Μόρια της Λέσβου, μέχρι την ανοχή στην εφιαλτική δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου στο κέντρο της Αθήνας.

Θα μπορούσαν οι αυτοδιοικητικές και οι ευρωεκλογές να αποτελέσουν πρόκριμα για τις εθνικές;

Οι ευρωεκλογές και οι εκλογές για την Τοπική Αυτοδιοίκηση έχουν σημαντικές διαφορές, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τις εθνικές εκλογές. Στις δύο αυτές κάλπες, η ψήφος είναι από αρκετά έως πολύ χαλαρή, καθώς στις μεν ευρωεκλογές διοχετεύεται, χωρίς να είναι σίγουρο ότι εκτονώνεται, μια ανέξοδη έκφραση δυσαρέσκειας, στις δε αυτοδιοικητικές τα κριτήρια επιλογής υποψηφίων διαμορφώνονται κυρίως βάσει των κοινωνικών και προσωπικών σχέσεων, ειδικά έξω από τα μεγάλα αστικά κέντρα, και λιγότερο με βάση τα ιδεολογικά και προγραμματικά στοιχεία των υποψηφίων. 

Σίγουρα, τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και των αυτοδιοικητικών εκλογών στα μεγάλα αστικά κέντρα, θα παίξουν ρόλο στη διαμόρφωση κλίματος εν όψει εθνικών εκλογών, αν αυτές δεν προηγηθούν ή συμπέσουν, αλλά η έκβασή τους θα κριθεί από συνδυασμό πολλών παραγόντων, όπως ανέλυσα παραπάνω.