Σε έναν κόσμο που το πιο πιθανό είναι να δεις παιδιά να «λιώνουν» με τις ώρες μόνο πάνω από tablets και κινητά, είναι κάτι παραπάνω από ανακουφιστικό να ξέρεις ότι η γαλήνια φωνή και το σπιρτόζικο λέγειν του Φοίβου Δεληβοριά αποτελούν μία διαφορετική επιλογή για εκείνα. Ο γνωστός τραγουδοποιός, λίγο πριν την παρουσίαση του παιδικού βιβλίου - cd που εμπνεύστηκε ο ίδιος και εικονογράφησε η μικρότερή του αδερφή Μυρτώ Δεληβοριά, μίλησε με την φυσική ευγένεια που τον διακρίνει για τα δικά του παιδικά χρόνια, την εφηβεία του με μέντορα τον Χατζηδάκι, αλλά και για όσα μεσολάβησαν μέχρι την «Ταράτσα» του σήμερα και τον πατέρα πια, Φοίβο. 

Το παιδικό βιβλίο-cd «Πες μου το όνομά σου» πώς προέκυψε;
Εδώ και καιρό, με καλεί κατά κάποιον τρόπο το παιδικό τραγούδι από μόνο του. Το 2005 Γιώργος Χατζηπιερής από την Κύπρο μου πρότεινε να πω το «Ελεφαντάκι» στον δίσκο του «Τεμπέλης Δράκος» και έκτοτε σα να έρχονται διάφοροι απεσταλμένοι από τον κόσμο των παιδιών, ζητώντας μου τραγούδια για αυτά. Ιδιαίτερα αφότου γεννήθηκε η κόρη μου πριν από πέντε χρόνια, ξαφνικά τέτοιου είδους προτάσεις άρχισαν να αυξάνονται από μόνες τους, λες και η αόρατη δημιουργική μου πλευρά είχε και η ίδια ανάγκη να τραγουδήσει για τα παιδιά. Μαζεύτηκαν λοιπόν 15 τραγούδια και σκεφτόμουν ότι από το να τα μαζέψω σε ένα cd απλώς και να τα κυκλοφορήσω, θα ήταν μια ωραία ιδέα να δημιουργηθεί και μια ιστορία να τα ενώνει. Δηλαδή να ψάξω μέσα μου να βρω γιατί τα έγραψα. To έκανα λοιπόν αυτό, παρέα με την αδερφή μου, που είναι ένα χρόνο μικρότερή μου, τη Μυρτώ Δεληβοριά. Είναι πάρα πολύ γνωστή και βραβευμένη εικονογράφος παιδικών βιβλίων και μια μέρα της είπα «θα 'θελες να διηγηθώ την ιστορία μας, το πώς ήμασταν εμείς παιδιά και αυτό το πράγμα να το κάνουμε ένα βιβλίο μαζί;» Την ενθουσίασε η ιδέα, αρχίσαμε να δουλεύουμε από τον Οκτώβριο για το βιβλίο αυτό, έγραφα πράγματα, ζωγράφιζε εκείνη και είναι σα να αναστήσαμε την παιδική μας ηλικία. Βρέθηκε και ο Παρασκευάς Καρασούλος με την Μικρή Άρκτο, ο οποίος μας άνοιξε την αγκαλιά του ώστε η έκδοση να γίνει με άριστες προϋποθέσεις και τώρα είμαι πάρα πολύ ευτυχισμένος που μπόρεσα να το παραδώσω στα χέρια της κόρης μου που είναι και ο ιδανικός ακροατής για αυτήν την ιστορία.

Πώς σου το έχει σχολιάσει;
Το τραγουδάει όλο απ' έξω, ήδη με ρωτάει για την κάθε ζωγραφιά... Μου λέει διάφορα πράγματα, κοροϊδεύει τα μαλλιά μου όπως φαίνονται στο βιβλίο... Λέει πως είναι ακόμη χειρότερα από ό,τι φαίνονται στην πραγματικότητα. Έχουν μία τάση να ανακατεύονται πολύ τα μαλλιά μου, ειδικά όταν ξυπνάω οπότε το πρώτο της σχόλιο ήταν αυτό. Το πήγα και δώρο στο νηπιαγωγείο της όπου τους τραγούδησα και ορισμένα τραγούδια, θα κάνουμε και την παρουσίαση αύριο στο Public οπότε ετοιμάζει κομβόι συμμαθητών της για να μας επισκεφθούν...

Άρα το βιβλίο έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία.
Ναι, είναι κατά κάποιον τρόπο τα παιδικά μου χρόνια στην Καλλιθέα, ορισμένα πράγματα που παρατηρούσα στους γείτονές μου, στην πλατεία, στον τρόπο που είναι φτιαγμένη η συνθήκη μιας αθηναϊκής γειτονιάς. Τα τραγούδια του βιβλίου το σχολιάζουν αυτό, με έναν πολύ δικό μου τρόπο.

Τι θυμάσαι έντονα από τα παιδικά σου χρόνια;
Το πώς ήταν δομημένο το προάστιο τότε. Ένα τυπικό αθηναϊκό προάστιο όπως ήταν τότε η Καλλιθέα, πρώτα από όλα είχε ακόμα πολύ περιθώριο για παιχνίδι στον δρόμο, χωρίς να περνούν συνέχεια αυτοκίνητα και να το καθιστούν αδύνατο, είχε πάρα πολλά σινεμά, πάρα πολλές δραστηριότητες που έβλεπες τους άλλους γύρω σου. Αυτό δεν το πολυβλέπεις σε μία σύγχρονη γειτονιά πια. Το ότι θα πήγαινες την Παρασκευή στο σινεμά να δεις την καινούργια ταινία και θα ήταν εκεί όλοι σου οι συμμαθητές ή όλοι σου οι γείτονες, αυτό είναι κάτι που έχει ξεχαστεί. Ήταν μικροί πυρήνες, μικρές πόλεις-κράτη τα προάστια, που είχαν τη δική τους ζωή, τα δικά τους θέματα, τους δικούς τους τσακωμούς, υπήρχε μία ενεργητικότητα η οποία έχει εκλείψει.

Ο έφηβος Φοίβος πώς ήταν; Ήταν σίγουρα τολμηρός για να πάει να πιάσει τον Χατζηδάκι...
Ήταν μανιακός με τη μουσική, τον κινηματογράφο και το θέατρο. Ένα παιδί που θεωρούσε το σχολείο έξι χαμένες ώρες από αυτά. Πολλές φορές κιόλας το σκάγαμε όταν ήμασταν απογευματινοί με έναν φίλο κολλητό και χωνόμασταν σε κινηματογραφικές αίθουσες. Ή όλα τα Σάββατα το περνούσα στα δισκάδικα του κέντρου, άκουγα-ρώταγα-αγόραζα, περίμενα πώς και πώς τα μαθήματα κιθάρας, ήμουν μανιακός με το τραγούδι, με αυτό που λέμε τέχνη της αφής μέσα από το τραγούδι.

Τι έχει μείνει ανέπαφο σε σένα από τότε;
Αυτή η εμμονικότητα υπάρχει. Ακόμη και τώρα που ζω πολύ διαφορετικά από έναν έφηβο, αυτή μου η πλευρά, το να εξαφανίζομαι για να γράψω ή να χωθώ σε μία αίθουσα ή να ερεθίσω την φαντασία μου με κάτι καλλιτεχνικό που θα με οδηγήσει σε μία απόφαση ζωής, υπάρχει πάντα. Και ευτυχώς μου μοιάζει πολύ και η κόρη μου σ' αυτό, οπότε περνάμε ατέλειωτες ώρες βλέποντας μαζί καρτούν ή ακούγοντας cd και μαθαίνοντας τα λόγια.

Έτσι ερμηνεύεται και η μεγάλη απόσταση που συνήθως μεσολαβεί από το ένα άλμπουμ σου μέχρι το επόμενο;
Γενικώς, δεν θέλω απλώς να βγάλω έναν δίσκο, θέλω να βγει ένα απόσταγμα μιας συγκεκριμένης περιόδου της ζωής μου, να περιγράφει καλά ένα κεφάλαιο. Επειδή είχα την τύχη να βγάλω τον πρώτο μου δίσκο όταν ήμουν 16 χρονών (με τον Χατζηδάκι), στην πραγματικότητα έχω πια «σημειωματάρια» για κάθε μου ηλικία. Δηλαδή έχω για τα 16, τα 20, τα 25, τα 30... Τώρα που είναι να γράψω για το πως είναι η ζωή ενός αγοριού στα 45, θέλω τον χρόνο μου. 

«Κάθε ημέρα είναι μία ιστορία που περιμένει να ειπωθεί» είδα γράφεις για το βιβλίο. Υπάρχει κάποια ιστορία, που στα χρόνια τα οποία ασχολείσαι με τη μουσική έχεις διστάσει να μοιραστείς;
Όχι, τίποτα. Θυμάμαι πάντα μου έδινε κουράγιο αυτό το βιβλιαράκι του Ρίλκε, το «Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή». Ο σπουδαίος αυτός Γερμανός μεταρομαντικός ποιητής είχε στείλει μερικά γράμματα σε έναν θαυμαστή του που ήθελε να γίνει ποιητής και του 'λεγε ο μικρός στα γράμματά του ότι δε βρίσκει έμπνευση κλπ. Του απαντάει ο Ρίλκε λοιπόν, πως αν περνάς μία μέρα από τη ζωή σου, κοιτάξεις καλά γύρω σου τα πράγματα και δε βρεις ούτε μία ιστορία για να ειπωθεί, τότε πραγματικά δεν πρέπει να γίνεις ποιητής. Ένας ποιητής, ένας συγγραφέας, ένα πρόσωπο που θέλει κάτι να περιγράψει, μπορεί και αυτήν τη στιγμή που μιλάει να κοιτάξει κάτι μπροστά του και να πει ωπ, αυτό είναι αξιοδιήγητο. Όχι, δεν υπάρχει τίποτα να φοβάμαι ή να μην θέλω να το πω. Κι αν κάτι δεν το έχω πει ακόμα, μπορεί να έφταιγε μια τεχνική ανεπάρκεια μιας ηλικίας ή κάτι τέτοιο, αλλά θα το κάνω σίγουρα. Θέλω να τα περιγράψω, όλα όσα με περιβάλλουν και όσα με ζουν.

Είμαστε όμως υπεύθυνοι για τις δικές μας ιστορίες. Γιατί ας πούμε αν ο Φοίβος δεν είχε πιάσει τον Χατζιδάκι, πού θα ήταν τώρα;
Ναι σίγουρα. Ο καθένας μας επιλέγει τους δάσκαλούς του, τους ερωτικούς του συντρόφους, τους δίσκους, τις ταινίες του, τα σήματα κατατεθέντα του εαυτού του. Υπάρχουν πράγματα τα οποία δε μπορούμε να ορίσουμε, πχ το σπίτι στο οποίο γεννηθήκαμε, αλλά από την εφηβεία και μετά καθορίζουμε πάρα πολύ το παραμύθι μας.

Ο Φοίβος έπιασε τον Χατζηδάκι. Στα δικά σου lives πόσα φοβισμένα «παιδιά» και μη, βλέπεις;
Έχουν έρθει πολλά παιδιά και πολλά από αυτά έχουν γίνει και γνωστά στο πέρασμα του χρόνου. Δηλαδή από το 1995 που παίζω έχω γνωρίσει στα παρασκήνια των live μου από τον Κωστή Μαραβέγια και τη Μάρω Μαρκέλλου μέχρι τον Ζακ Στεφάνου και τον Σπύρο Γραμμένο. Πάρα πολλά παιδιά έρχονται στα καμαρίνια και όλα αυτά τα πρόσωπα σε σχέση με άλλους που ερχόντουσαν, φαίνονταν «πετροβολημένα» και ικανά να προχωρήσουν. Είχαν όλοι μία περίεργη, ευγενή αποφασιστικότητα. Με την ίδια είχα πάει κι εγώ στον Χατζηδάκι.

Το πώς θα ήταν αν δεν είχες πάει το σκέφτεσαι;
Ε ναι, βέβαια. Θα ήταν τελείως αλλιώτικη η ζωή μου. Νομίζω ότι είναι το μόνο πράγμα που αν ξαναγεννιόμουν θα ήθελα να διασφαλιστεί ότι θα ξανακάνω (γέλια).

Ποια είναι η γνώμη σου για την εικόνα που παρουσιάζει η ελληνική μουσική σήμερα;
Δεν περνάει την πιο δημιουργική της φάση, παρότι έχει πάρα πολύ ταλαντούχα άτομα, δηλαδή υπάρχουν πρόσωπα που θαυμάζω πάρα πολύ. Απλώς βλέπεις πάρα πολλές διασκευές, πολλή αναδρομή και αναφορά σε παλαιότερα πράγματα. Αν κανείς μελετήσει το ελληνικό τραγούδι όπως το μελετάω εγώ και καταπιαστεί με το 1960 ή το 1982 ας πούμε, θα βρει πάρα πολύ έντονη δημιουργικότητα. Δηλαδή, διάφοροι άνθρωποι που είτε δούλευαν στο λαϊκό, είτε στο έντεχνο είτε σε κάποιο πιο ξενόφερτο είδος μουσικής έκαναν βήματα, έκαναν τομές. Αυτό δεν το πολυβλέπεις σήμερα. Βλέπεις αναβιώσεις του punk rock, του swing, του παλιού λαϊκού, δηλαδή μία διάθεση να κρατηθούμε από μία παλαιότερη φόρμα. Αυτό βέβαια, πιστεύω ότι το προκαλεί και το τρομακτικό πλέον περιβάλλον οικονομικά ή γεωπολιτικά ή πολιτικά, μέσα στο οποίο ζει ο πλανήτης πια. Είναι σα να αισθάνεται ο άνθρωπος ότι αυτό που τον περιμένει στο μέλλον είναι λίγο ζοφερό και να προσπαθεί να κρατηθεί από μία περίοδο στην οποία υπήρχαν αξίες και όνειρα λίγο πιο ζωντανά. Το καταλαβαίνω, όμως μέχρι ένα όριο γιατί πιστεύω ότι η εκ του μηδενός είναι η δημιουργία που θα δώσει τη λύση.

Ήταν όμως και λίγο έως πολύ φούσκα όσα ζούσαμε τότε, έτσι δεν είναι;
Βέβαια, και εκεί είναι που το πράγμα χολαίνει και που σίγουρα θα το συνειδητοποιήσουν σιγά σιγά όλοι οι νέοι δημιουργικοί άνθρωποι που ψάχνουν μόνο «φόρμες» από το παρελθόν. Έτσι θα αναγκαστούν να πουν τον καινούργιο λόγο. Το παρατηρώ και δεν είμαι ο μόνος, υπάρχουν και πάρα πολύ έγκυρα βιβλία. Μία πάρα πολύ ωραία μελέτη βρετανική, που ονομάζεται retromania και κυκλοφόρησε πέρυσι από έναν αγγλικό εκδοτικό οίκο περιγράφει ακριβώς τις προεκτάσεις αυτού του φαινομένου.

Πάντως, στην Ελλάδα είναι σα να νοσταλγούμε το ΠΑΣΟΚ ακόμα και στη μουσική.
(γέλια) Έχει πλάκα αυτό που λες.

Μα ανοίγοντας το ραδιόφωνο, σε κάποιες συχνότητες είναι λες και είμαστε μεταξύ των δεκαετιών '80-'90. Ψέματα;
Ναι υπάρχει αυτό, πολύ έντονο. Ενώ αν δεις το '82, είχαν κυκλοφορήσει φοβεροί δίσκοι. Είχε βγει το Σαμποτάζ της Πλάτωνος, είχαν βγει τα Μπαράκια του Γερμανού, είχαν βγει πολύ φρέσκα πράγματα και μίλαγαν για το σήμερα εκείνης της εποχής, είχαν βγει τα Σκουριασμένα χείλια του Κραουνάκη. Τώρα αισθάνεσαι ότι όλοι προσπαθούν να βρουν αναλογικούς ήχους, όπως τότε για να τους μιμηθούν ή να βρουν swing της δεκαετίας του '50 ή παλιά φορέματα. Δε μου πάει και πολύ μακριά όλο αυτό.

Μερικά από αυτά εντωμεταξύ, αντιμετωπίζονται και λίγο με την κακή έννοια του cult, σα να απαξιώνονται.
Ναι φυσικά. Μα μερικά είναι μόνο για ένοχες απολαύσεις ρε παιδί μου... H ταινία «Και ο πρώτος ματάκιας» δε μπορεί να σταθεί σε μία σοβαρή κριτική. Δεν το βλέπεις για κριτικούς λόγους, αλλά γιατί γελάς με τις εμμονές της ελληνικής νεολαίας της εποχής. Δεν τους κοροϊδεύεις ακριβώς, γιατί αναγνωρίζεις και δικά σου στοιχεία εκεί μέσα. Όλοι είχαν μαλλιά αφάνες τότε, ριγέ μπλουζάκια, μανία με τις μηχανές... Ήταν κάτι που κι εμείς τα παιδιά θυμόμαστε πολύ καλά από εκείνη την περίοδο.
 

Άρα δική σου απάντηση στην έλλειψη έμπνευσης λόγω κρίσης είναι η Ταράτσα του Φοίβου;
Ναι, η Ταράτσα ξεκινάει από αυτήν τη διάθεση, δηλαδή παίρνει μία φόρμα η οποία ήταν πολύ ζωντανή κάποια στιγμή στη διασκέδαση της πόλης, του βαριετέ, του αναψυκτηρίου και την ανατρέπει. Την ανατρέπει καλώντας σύγχρονους stand up comedians, σύγχρονα κορίτσια που χορεύουν burlesque, πρόσωπα που φέρνουν έναν αέρα διαφορετικό σε όλο αυτό. Δεν είναι μια ξερή νοσταλγία, ένα «τί ωραία που ήμασταν κάποτε». Είναι κάτι άλλο, υπήρχε ένα κέλυφος, το οποίο καλώς έκανε και πέθανε, αλλά υπήρχε και μία ραχοκοκκαλιά από κάτω που ήταν και εξακολουθεί να είναι τελείως δικιά μας. 

Πάντως, το ξέρεις ότι στο πλαίσιο όσων είπαμε πιο πριν για τις διασκευές, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι κι εσύ με την Ταράτσα ένα είδος διασκευής κάνεις.
Κοίταξε να δεις, για να γράψεις ένα ζεϊμπέκικο ας πούμε, παίρνεις τα εννέα όγδοα. Μπορείς να κάνεις πχ το Αγάπη που γινες δίκοπο μαχαίρι ή και κάτι άλλο πολύ διαφορετικό, ή ένα τραγούδι του Πασχάλη Τερζή. Η φόρμα από μόνη της είναι τέτοια που μπορείς να κάνεις δημιουργία. Η διασκευή είναι άλλη ιστορία. Είναι άλλο το να πάρω το Αγάπη που γινες δίκοπο μαχαίρι και να το ξαναμιξάρω και να το ξαναορχηστώσω με δέκα διαφορετικούς τρόπους, αυτό για μένα δεν είναι δημιουργικό πράγμα και είναι άλλο το να γράψω ένα δικό μου ζεϊμπέκικο. Εγώ λοιπόν, πήρα τη φόρμα του αναψυκτηρίου, δεν αναβίωσα τα παλιά νούμερα ή τα τραγούδια του Αττίκ και την «γεμίζω» με ένα πολύ προσωπικό τρόπο, αυτή είναι η διαφορά.

Ποιους θα ήθελες να καλέσεις στην Ταράτσα και τώρα πια πρακτικά δεν γίνεται;
Από πέρυσι είχα αυτό το πρόβλημα. Ο πρώτος μου καλεσμένος ήταν να είναι πέρυσι ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Δηλαδή ο ιδανικός ενσαρκωτής αυτού του ονείρου, που θα 'θελα να τον είχα δίπλα μου στο πρώτο βήμα ήταν εκείνος. Είναι γενικά ένας άνθρωπος που μου λείπει πάρα πολύ. Τώρα πλήθυναν οι απώλειες από πέρυσι. Η Αρλέτα, ο Τζιμάκος...

Κι αν καλούσες κάποιον ξένο; Ποιος θα ήταν αυτός;
Η πρώτη μου επιλογή πάντα σ' αυτό θα ήταν ο Tom Waits. Είναι ένα πρόσωπο που έχει βοηθήσει πολύ στο να γεννηθούν τέτοιου τύπου όνειρα αναψυκτηρίων, ποτών και θεαμάτων και όλα αυτά. 

Πρώτα το μεσημεριανό πρόγραμμα με τους Γιαν Βαν, ύστερα η Ταράτσα... Πέτυχαν ως πειράματα με τον τρόπο που ήθελες;
Ναι και τα δύο τα ευχαριστήθηκα πάρα πολύ. Την Ταράτσα κιόλας θα την κάνω και φέτος, οπότε ορισμένα πράγματα που μου έμαθε η περσινή εμπειρία, φέτος θα τα κάνω ακόμη καλύτερα. 

Όπως;
Υπάρχουν ορισμένα πράγματα στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο χώρος γενικά και στον τρόπο με τον οποίο μπορεί να λειτουργήσει αυτό το θέαμα στο σήμερα, στους χρόνους του, στο πως το επικοινωνείς με τον κόσμο που θα τα κάνουμε πολύ καλύτερα. Η επιτυχία η περσινή μας έδωσε και την οικονομική δυνατότητα, αλλά πια και την αυτοπεποίθηση. Πέρυσι πήγαμε στα τυφλά, ήταν μία τολμηρή κίνηση, η οποία θα μπορούσε και να αποτύχει παταγωδώς. 

Το αγαπάς το ρίσκο...
Ε μόνο αυτό μπορεί να με σηκώσει από την καρέκλα. Να πάω απλά και να φτιάξω μία ορχήστρα τετραμελή, συμβατική, που να παίζει τα κομμάτια μου όπως ήταν στους δίσκους και να εναλλάσσω προγράμματα στα οποία να λέω απλά με άλλη σειρά τα τραγούδια μου, δε μου λέει τίποτα. Δεν θέλω απλά να βγω και να κάνω ένα ακόμα live όπως ξέρω να το κάνω. Δεν είναι ο λόγος για τον οποίο κυνηγάω αυτήν την υπόθεση με τα τραγούδια από μικρός. Ο αληθινός λόγος είναι ότι αναζητώ νέες εμπειρίες, νέες από την αρχή εμπειρίες, νέους φίλους, πρόσωπα, εμμονές.

Έχεις εμμονές όντως;
Δεκάδες, εκατοντάδες μπορώ να σου πω. Από ορισμένες γεύσεις μέχρι χαρακτηριστικά γυναικείων σωμάτων, ένα σωρό. Είμαι φετιχιστής τύπος, έχω αυτήν την τάση.

Ε πες μου παραδείγματα όμως! (γέλια) 
(γέλια) Ε τώρα αυτά δε μπορώ να τα πω... Να γνωριστούμε λίγο καλύτερα πρώτα! (γέλια)

Έχεις την αίσθηση ότι κάποιοι σε θεωρούν πάρα πολύ... φευγάτο;
Είναι κάτι για το οποίο παλιότερα ένιωθα ενοχές. Γιατί πάρα πολλά κορίτσια ή φίλοι μου την έλεγαν επειδή πολλές φορές είναι σα να μην ακούω τι μου λένε και να σκέφτομαι κάτι άλλο... Είναι κάτι που το αντιμετώπισα με φόβο και με ενοχή κάποια περίοδο, αλλά τώρα είναι ένα μέρος του εαυτού μου που το αγαπάω, δηλαδή έτσι είμαι εγώ, τί να κάνω; Έχω μία τάση προς ονειροπόληση. 

Βέβαια, ο καθένας μπορεί να βγει να πει το κοντό του και το μακρύ του, πόσω μάλλον στα media...
Υπάρχει μία καταπληκτική λαϊκή παροιμία για αυτό: Όποιος δεν έχει γνώση έχει γνώμη. Και ισχύει. Δηλαδή όσο πιο πολύ γνωρίζεις κάτι και εμβαθύνεις σε κάτι, δε μπορείς εύκολα να διατυπώσεις μια γνώμη γιατί γνωρίζεις ότι έχει πάρα πολλές πλευρές, αυτοαναιρούμενες και αλληλοαναιρούμενες. 

Είναι και λίγο φαινόμενο της εποχής να παρουσιάζεται ο καθένας διαφορετικός από αυτό που είναι στην πραγματικότητα...
Ναι βέβαια και αυτό το πρωτοεντόπισα όταν ήμουν φαντάρος. Είχα γράψει ένα τραγούδι που λεγόταν «Ο Καθρέφτης» που είναι ακριβώς αυτό. Έβλεπα και στον εαυτό μου και στους άλλους πιο πολύ μία μέριμνα να δημιουργήσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα ποζάραμε στον καθρέφτη μας, παρά να δούμε τον άλλον ή τον εαυτό μας που κρύβεται από πίσω.  

Όπως γίνεται κατά κόρον και στα social media δηλαδή.
Κάπως έτσι, ναι. Μα ήταν μοιραίο να δημιουργηθούν. Γιατί το '80 και το '90 είναι οι δεκαετίες του εγώ. Ποτέ πιο πριν ο άνθρωπος δεν ήταν τόσο απασχολημένος με το εγώ του και με το όραμά του. Όλοι έβλεπαν σίριαλ όπως η Δυναστεία και ονειρεύονταν τη μεγάλη ζωή, ο καθένας από το μικρό του χωραφάκι να μετατρέπεται σε μεγάλο αρχηγό. Αυτό το πράγμα το εκμεταλλεύθηκαν πάρα πολύ κάποιοι έξυπνοι άνθρωποι όπως ο Ζούκερμπεργκ και έφτιαξαν αυτό που έλεγε ο Γουόρχολ στη δεκαετία του '60, μας έδωσαν το μέσο για να κάνουμε πραγματικότητα τα 15 λεπτά διασημότητας. Ο καθένας πλέον έτσι, έχει τη δική του εφημερίδα, περιοδικό, δισκογραφική εταιρεία, κινηματογραφική εταιρεία... Αυτό θα μπορούσε να είναι πολύ ενδιαφέρον, αν δεν παγιδευόμασταν όλοι τόσο απελπιστικά στον καθρέφτη μας. 

Εσύ ασχολείσαι με τα social media;
Ναι και έχω «αρρωστήσει» πολλές φορές κι εγώ. Είναι ένας καθρέφτης της διάθεσής μου, αρκετές φορές. Εάν είμαι ευάλωτος, ο κόσμος αυτός του facebook με τα hoaxes, τις ψεύτικες ειδήσεις, τις γελοίες γνώμες διαφόρων και τα χρυσαυγίτικα κεφαλαία γράμματα και όλα αυτά, μπορούν να με «ρίξουν» πάρα πολύ χαμηλά. Δηλαδή έχω τους λόγους μου να είμαι χάλια και μέσα σε αυτήν την περίεργη παραμόρφωση της πραγματικότητας, μπορεί να με κάνει χειρότερα. Από την άλλη, υπάρχει και η θετική πλευρά. Μαθαίνεις πιο γρήγορα κάποια στοιχεία π.χ για μία ταινία που μόλις κυκλοφόρησε και σε ενδιαφέρει. Κάτι που είναι καλό μπορεί να μεταδοθεί και να μεταγγιστεί πάρα πολύ πιο γρήγορα.

Ο Φοίβος του σήμερα που διανύει τα 40 κάτι του, έχει βάλει μυαλό πιστεύεις;
Δεν ξέρω πραγματικά. Δεν ξέρω αν είναι ωρίμανση το να κάνεις παιδί για παράδειγμα. Η κοινωνία θεωρεί πως έτσι βάζεις μυαλό κλπ. Σίγουρα ωστόσο, για ορισμένα πράγματα που εγώ ήμουν σίγουρος ότι ποτέ δεν θα τα καταφέρω, με διέψευσα, όπως είναι όντως και η πατρότητα -δηλαδή έλεγα όπως είπες πριν ότι είμαι πολύ φευγάτος ή χαμένος στο δικό μου μικροσύμπαν ώστε να γίνω καλός μπαμπάς. Ε να που το έκανα και που το ανέτρεψα και που έδειξα στον εαυτό μου πόσο λάθος είχα πιο πριν. Τέτοιου είδους πράγματα, αλλά δε θα χρησιμοποιούσα τη φράση «έβαλα μυαλό», γιατί μου θυμίζει γιαγιάδες, σχολείο...

Τι σχέδια έχεις στο εξής;
Θα κυκλοφορήσει γύρω στις 15-20 Μαΐου και ο πρώτος δίσκος της Ταράτσας, οι καλύτερες μουσικές στιγμές της προηγούμενης χρονιάς με όλους μου τους καλεσμένους. Από τον Σαββόπουλο και την Τσανακλίδου μέχρι την Μποφίλιου και τον Μαραβέγια και θα ξεκινήσουμε την φετινή Ταράτσα στις 6 Ιουνίου με νέους καλεσμένους. Αμέσως μετά, τον Οκτώβριο, περιμένω πώς και τι να απομονωθώ για να γράψω τον καινούργιο δίσκο.

Δηλαδή θα σε χάσουμε για κανένα δίχρονο.
Ελπίζω λιγότερο!

*Η παρουσίαση του νέου παιδικού βιβλίου-cd «Πες μου τ΄όνομά σου» του Φοίβου Δεληβοριά που μόλις κυκλοφόρησε θα πραγματοποιηθεί στο Public Συντάγματος το Σάββατο 31 Μαρτίου. Περισσότερα, εδώ.