Μετά τις «Γυναίκες της Μικρής Πατρίδας» και τα «Λιανοκέρια της Μικρής Πατρίδας», ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου ολοκληρώνει την πολύκροτη σειρά του «Μακεδονικού Αγώνα» με το τρίτο μυθιστόρημα, «Συναξάρια της Μικρής Πατρίδας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Ο συγγραφέας μιλάει στο Reader.gr για την ιδιαίτερα επίκαιρη σειρά-έπος για τη Μακεδονία, που τη χαρακτηρίζει η ιστορική ακρίβεια και η συνταρακτική πλοκή και μεταξύ άλλων αναφέρει για:

  • Το ρόλο της γυναίκας σε σκοτεινούς καιρούς της νεότερης ελληνικής Ιστορίας
  • Το λόγο που ο Μακεδονικός Αγώνας είναι από τις πιο άγνωστες περιόδους της Ιστορίας που διδάσκεται στα σχολεία
  • Την ημιμάθεια και το πάσχον εκπαιδευτικό σύστημα
  • Το ρόλο του ιστορικού μυθιστορήματος
  • Την φιλοπατρία ως παρεξηγημένη έννοια
  • Τη συγκινητική μαρτυρία για τον Παύλο Μελά

Με τα Συναξάρια της Μικρής Πατρίδας ολοκληρώνεται μια (άκρως επίκαιρη) τριλογία-έπος για τον Μακεδονικό Αγώνα. Τώρα που και το τρίτο βιβλίο θα βρεθεί στα χέρια των αναγνωστών, θέλω να μου περιγράψετε τις σκέψεις και τα συναισθήματα σας για το μεγάλο αυτό ταξίδι πίσω στο χρόνο, στο Μακεδονικό Έπος και στα δεινά που έζησαν οι Βορειοελλαδίτες.
Στον βόρειο τόπο που γεννήθηκα και μεγάλωσα, δυο λογιών ιστορίες άκουγε κανείς από το στόμα των γεροντότερων. Για τον καιρό των σλάβικων μαχαιριών και για την προσφυγιά στις απαρχές του προηγούμενου αιώνα, αλλά και για τον Εμφύλιο που πόνεσε την πατρίδα μας και τον λαό μας τόσο σκληρά μερικές δεκαετίες αργότερα. Πολλοί Νοτιοελλαδίτες πιστεύουν ειλικρινά πως η εχθρική διάθεση των Μακεδόνων και των Θρακών για τους βόρειους γείτονες, στηρίζεται σε ανόητα στερεότυπα υποτίμησης. Κάνουν λάθος. Στηρίζεται στην απίστευτη βιαιότητα που δοκίμασαν στο πετσί τους από τους Σλάβους στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα. Οφείλεται στις λεηλασίες, στα πλιάτσικα, στις πιέσεις, στις διώξεις, στις πυρπολήσεις, στις σφαγές. Το μαρτυρικό Δοξάτο που δυο φορές βίωσε ομαδικές εκτελέσεις από τους Βουλγάρους και μάλιστα παντελώς αναίτια, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της διαρκούς τρομοκρατίας, αρκεί να σας πω ότι ενώ ολόκληρη η Θράκη ήταν υπό Βουλγαρική κατοχή την περίοδο 1941 - 1944, η παραμεθόριος του Έβρου με την Τουρκία, λόγω κυρίως της σιδηροδρομικής γραμμής, ήταν υπό Γερμανική. Ε, λοιπόν, τα παραμεθόρια γερμανοκρατούμενα χωριά του Έβρου μακάριζαν την τύχη τους. Είναι αδιανόητο το μέγεθος της ωμής βίας που ασκήθηκε στους Έλληνες της Βόρειας Ελλάδας από τις σλαβικές τσέτες και αυτό εξηγεί εν μέρει την συντριπτική αντίθεση και τα πληγωμένα αισθήματά τους από την επονομαζόμενη «Συμφωνία των Πρεσπών».  

Για ακόμα μια φορά, μέσα από τα ιστορικά μυθιστορήματά σας έρχεται στην επιφάνεια ο σπουδαίος ρόλος της γυναίκας σε σκοτεινούς καιρούς της Ιστορίας και η συμβολή τους στον Αγώνα. Στην προκειμένη περίπτωση τον Μακεδονικό, που μεταξύ άλλων, ο ρόλος της δασκάλας υπήρξε καθοριστικός.
Ξέρετε αγαπητή κ. Ντούτση, η Ιστορία αγαπά κυρίως τους άνδρες, τους πολεμιστές, τους ήρωες, κι αυτούς καταγράφει στα κιτάπια της. Πίσω όμως από αυτούς τους ήρωες, υπήρξαν χιλιάδες γυναίκες που στήριξαν κάθε πόλεμο και κάθε αγώνα του λαού μας με αυτοθυσία και τόλμη εφάμιλλη των ανδρών. Έτσι, και σε τούτα τα μυθιστορήματά μου, πάσχισα να αναδείξω τις ηρωικές γυναίκες που στήριξαν με όλες τους τις δυνάμεις και με ασύλληπτους κινδύνους τον Μακεδονικό Αγώνα. Τις νοσοκόμες που περιέθαλπαν τους Μακεδονομάχους σε μυστικά, πρόχειρα νοσοκομεία και σε σπίτια, τις ταχυδρόμους που μετέφεραν έγγραφα, κώδικες, ακόμη και πυρομαχικά κρυμμένα σε καλαθούνες και ταγάρια, τις πράκτορες Α΄ και Β΄ τάξεως που συνέδραμαν με τις πληροφορίες τους τα Ελληνικά Προξενεία και τις Εθνικές Επιτροπές Άμυνας, τα μέλη των συλλόγων Κυριών και Δεσποινίδων που είχαν μετατρέψει κάθε φιλανθρωπικό σύλλογο σε εστία εθνικής κατήχησης και άσυλο κυνηγημένων. Και, φυσικά, πρώτες μεταξύ αυτών, τις ηρωικές δασκάλισσες, απόφοιτες των Παρθεναγωγείων και των Διδασκαλείων της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Φιλιππούπολης και της Αδριανούπολης, που ολομόναχες στα απομονωμένα χωριά πάλευαν να κρατήσουν ζωντανή την πίστη, τη γλώσσα και το φρόνημα του Ελληνισμού, κυνηγημένες απ’ τους κομιτατζήδες, πληρώνοντας πολλές φορές αυτή τους την πίστη με τη ζωή τους. Σε αυτές τις ατρόμητες, ηρωικές δασκάλισσες για τις οποίες τόσο λίγα γνωρίζουμε, αφιέρωσα σαν φόρο τιμής το πρώτο βιβλίο της τριλογίας: «Γυναίκες της Μικρής Πατρίδας».

Τι μπορούν να πάρουν, να διδαχθούν οι σύγχρονες Ελληνίδες από τις Μακεδόνισσες;
Την αφοσίωση σε απαρασάλευτες αρχές και αξίες. Την υπομονή και την επιμονή ώστε να αναστήσουν τα παιδιά τους πατριαρχικά κι ελληνικά όπως πρόσταζε η καρδιά τους και το φρόνημά τους. Τον μόχθο της καθημερινότητάς τους ταΐζοντας με το ένα χέρι το βλαστάρι τους και ζυμώνοντας με το άλλο ψωμί για τα ανταρτικά Ελληνικά Σώματα. Την άσβεστη φιλοπατρία τους κι ας είχαν μονάχα ακουστά την Ελλάδα κι ας μην είδαν επίσημη ελληνική βοήθεια ποτέ στις δύσκολες στιγμές τους, άρκεσαν οι Έλληνες εθελοντές σαν τον ανθυπολοχαγό Μελά ή σαν τον Κρητικό οπλαρχηγό Κατσίγαρη για να βασταχτεί η ελληνική τους πίστη που δικαιώθηκε λίγα χρόνια αργότερα με τους Βαλκανικούς Πολέμους.  

Γιατί ο Μακεδονικός Αγώνας είναι από τις πιο άγνωστες περιόδους της νεότερης ελληνικής Ιστορίας; 
Για πολιτικές σκοπιμότητες. Για μικροκομματικά συμφέροντα. Για βολέματα και εξυπηρετήσεις. Το ονομαζόμενο σήμερα «Μακεδονικό πρόβλημα», δεν ξεκίνησε τώρα, με τους νυν κυβερνώντες, ούτε καν πριν από τρεις δεκαετίες όταν τα κομμουνιστικά καθεστώτα κατέρρευσαν σαν χάρτινοι πύργοι. Ξεκίνησε με το τέλος του Εμφυλίου γύρω στο 1952, επί κυβερνήσεων ΕΡΕ που δεν αντέδρασαν διόλου στις ανιστόρητες επιδιώξεις και τις μεγαλομανίες του Τίτο και άφησαν το «πρόβλημα» να χρονίσει και να παγιωθεί ώστε σήμερα να μην μπορούμε να το διαχειριστούμε. Ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν μια υπενθύμιση της κεφαλαιώδους διαφοράς ανάμεσα στην λεβέντικη και ηρωική στάση των εθελοντών πολεμιστών εκείνης της περιόδου με τη συμβιβαστική, συμφεροντολογική και ελαφρώς ραγιάδικη στάση των πολιτικών μας στο θέμα τα τελευταία εβδομήντα χρόνια. 

Πάσχει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα κατά τη γνώμη σας, χαρακτηριζόμαστε από ημιμάθεια, είμαστε ιστορικά αναλφάβητοι; 
Ασφαλώς και πάσχει. Όχι τώρα. Εδώ και χρόνια. Μα χειροτερεύει διαρκώς, και με την τωρινή πολιτική ηγεσία του υπουργείου, κινδυνεύει να πέσει σε κώμα. Η διδαχή της Ιστορίας στα σχολειά, παρεκτός των απαράδεκτων εγχειριδίων και της τυπολατρικής, ξύλινης γλώσσας τους, ακολουθεί μια κεντρική γραμμή που εκπορεύεται από τον εκάστοτε Υπουργό και τους βολεμένους αυλοκόλακες και παρατρεχάμενούς του. Άλλοτε σβήνει, άλλοτε γράφει, άλλοτε ράβει κι άλλοτε ξηλώνει, πολλές φορές όχι με επιστημονικά, αλλά με πολιτικά, κομματικά, ακόμη και μικροκομματικά συμφέροντα. Η απόφαση για περικοπή του Μακεδονικού Αγώνα και η διαγραφή από την ύλη του Παύλου Μελά με μια απλή υπηρεσιακή εντολή από τον νυν υπουργό Παιδείας, είναι χαρακτηριστικό γεγονός. Σήμερα είναι ο Παύλος Μελάς, παλιότερα, για να είμαι απολύτως δίκαιος, ήταν η πλήρης απουσία της Εθνικής Αντίστασης από τη διδασκόμενη ύλη της Ιστορίας, ό,τι μάθαιναν τα παιδιά τελείωνε με τα οχυρά στο Ρούπελ, λες και η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου ήταν προδοσία ή μίασμα. Κάπως έτσι αντιλαμβάνονται οι εκάστοτε κυβερνώντες την ιστορία του λαού μας, ράβε ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει. Κάπως έτσι φτάσαμε σήμερα ένας έφηβος να γνωρίζει κάθε απίθανη λεπτομέρεια για τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή που εξετάζεται στις Πανελλαδικές και να αγνοεί παντελώς πως πριν από μόλις εβδομήντα χρόνια έλαβε χώρα στην πατρίδα μας ένας αδελφοκτόνος σπαραγμός που ταλάνισε τον λαό μας για δεκαετίες.  

Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του ιστορικού μυθιστορήματος κατά τη γνώμη σας και ποιες παγίδες μπορεί ενίοτε να κρύβει; 
Σας ρωτώ με το χέρι στην καρδιά αγαπητή κ. Ντούτση. Πότε κανείς μπορεί να κάνει κτήμα του την Ιστορία με τον καλύτερο τρόπο; Όταν απλώς διαβάζει κάτι ή όταν το ζει; Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του ιστορικού μυθιστορήματος, δεν σου κουνάει το δάχτυλο, δεν σου αραδιάζει νούμερα, γεγονότα και πηγές με ξύλινη, πολλάκις αποκρουστική, γλώσσα. Σε μπάζει στα δρώμενα της ιστορικής περιόδου, στις καθημερινές λεπτομέρειες της εποχής, στις σκέψεις, στις συνήθειες, στα χούγια των ανθρώπων και στα βιώματά τους, έτσι ώστε να αισθανθείς πως ζεις τα γεγονότα με τους ήρωες και συμπάσχεις μαζί τους. Όσο για την παγίδα; Προσωπικά βλέπω μόνο μία. Να γεμίσει το μυθιστόρημα με κάθε λογής ασήμαντες λεπτομέρειες που δεν έχουν καμία σημασία στην πλοκή, προκειμένου να αποδείξει ο ακκιζόμενος συγγραφέας πόσο μεγάλη έρευνα έχει κάνει. Έτσι το βαραίνει, το κουράζει και αποδιώχνει κάθε συναίσθημα.

Παρεξηγημένη έννοια σήμερα η φιλοπατρία η οποία συχνά συγχέεται με άλλες επικίνδυνες έννοιες.
Κι αυτή, η μεγίστη από αρχαιοτάτων χρόνων αρετή, έπεσε στις μέρες μας θύμα των μικροκομματικών συμφερόντων και σκοπιμοτήτων. Η αγάπη για την πατρίδα, την κοινή σκέπη όλων μας, είναι ένα συναίσθημα που διαπερνά οριζόντια ολάκερη την ελληνική κοινωνία, ανεξάρτητα από πολιτικές θέσεις, απόψεις και ιδεολογίες. Πώς μπορεί ένας αριστερός να μην είναι πατριώτης όταν όλοι γνωρίζουμε τί πρόσφεραν οι αριστεροί κατά τη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης; Και γιατί ένας δεξιός ή ένας κεντρώος γίνεται αυτομάτως φασίστας όταν υπερασπίζεται με σθένος την πατριωτική του ευαισθησία; Στο κάτω κάτω, πόσο είναι σωστό και καλό για τη δημοκρατία μας να χαρίζουμε τούτη την αρετή στους ακραίους και να τους αφήνουμε να την μονοπωλούν; Προσωπικά δεν μου καίγεται καρφί αν με χαρακτηρίσουν πατριδολάγνο, σοβινιστή, ακόμη και φασίστα. Αγαπώ απλώς την πατρίδα μου και σε πείσμα των καιρών, περηφάνια μόνο νιώθω γι’ αυτήν και τη λαμπρή Ιστορία της. 

Θέλω να σταθώ στο σημείο της έρευνας κατά τη συγγραφή της τριλογίας σας και να ζητήσω να μοιραστείτε μαζί μας κάποια ενδεχομένως μαρτυρία που σας συγκλόνισε και η οποία σας βοήθησε να μεταφέρεται συναισθήματα ζωντανά στις σελίδες και να τα μεταδώσετε στους αναγνώστες σας.
Γράφω μυθιστορήματα αγαπητή κ. Ντούτση, όχι ακαδημαϊκά δοκίμια. Συνεπώς δεν με ενδιαφέρει πόσα φυσίγγια μετέφερε ακριβώς ο Παύλος Μελάς ανεβαίνοντας στη Μακεδονία, μα ποια ήταν η μυστική ουσία που φλόγισε την ψυχή αυτού του πλούσιου και ευκατάστατου ανθρώπου ώστε να παρατήσει τις απολαύσεις και το βόλεμα των Αθηνών και να ανέβει στη Μακεδονία για να βοηθήσει τους δοκιμαζόμενους αδελφούς του γνωρίζοντας πόσο δυσχερές θα ήταν το τόλμημά του, γνωρίζοντας ενδεχομένως πως μπορεί να θυσίαζε και την ίδια του τη ζωή. Κατά συνέπεια, η έρευνα που προηγήθηκε της συγγραφής, μια μακρά, επίμοχθη, αλλά και πολλάκις συγκινητική εμπειρία, δεν αφορούσε μόνο μελέτες επί μελετών σε βιβλιοθήκες. Αφορούσε και περπατησιές σε όλους τους τόπους που διαδραματίζονται τα γεγονότα της Τριλογίας, αφορούσε και κουβέντες με τους γεροντότερους ανθρώπους αυτών των τόπων που μου άνοιξαν το σεντούκι της ψυχής τους και μοιράστηκαν μαζί μου τις αναμνήσεις και τις ιστορίες των παππούδων τους. Η πλέον συγκινητική στιγμή ήταν για εμένα όταν στο ορεινό χωριό Μελάς, τότε Στάτιστα, στο σπίτι του Βασίλειου Ντίνα που φιλοξένησε τον Παύλο Μελά εκείνο το μοιραίο βράδυ της 13ης Οκτωβρίου 1913, στο σπίτι που λαβώθηκε και ξεψύχησε και που ακόμα σώζεται, συνάντησα τον ηλικιωμένο ενενηντάχρονο ορεσίβιο που το συντηρεί και το φροντίζει. Το όνομά του είναι Βασίλειος Ντίνας και είναι εγγονός εκείνου του ανθρώπου που φιλοξένησε τον Παύλο Μελά. Όταν κουβεντιάσαμε, όταν μου εξιστόρησε όσα του είχε εμπιστευτεί ο παππούς του, τα χέρια του έτρεμαν, η φωνή του κόμπιαζε, τα μάτια του είχαν βουρκώσει, μου μετέδιδε μία φόρτιση και μια ανάταση που θα ήταν αδύνατο να μου τη μεταδώσει οποιοδήποτε βιβλίο. Ώρες αργότερα κατηφόρισα κι εγώ από εκείνο το ορεινό χωριό των είκοσι κατοίκων με μάτια βουρκωμένα και με την ανάσα μου να τρέμει. Τούτα τα συγκλονιστικά συναισθήματα προσπαθώ να μοιραστώ με τους αναγνώστες και τις αναγνώστριές μου.

Η τριλογία σας είναι άκρως επίκαιρη καθώς τα βιβλία κυκλοφορούν παράλληλα με τη συμφωνία των Πρεσπών. Θέλω το σχόλιό σας για το όνομα των Σκοπίων σε Βόρεια Μακεδονία, ποιοι είναι οι πραγματικοί κίνδυνοι, τί κερδίζει η Ελλάδα και ποιες οι ανησυχίες οι δικές σας.
Ήμουν ξεκάθαρος εξαρχής. Διαφωνώ με τη συγκεκριμένη συμφωνία, μα όχι τόσο για το όνομα, όσο για την αναγνώριση από μέρους μας «μακεδονικής γλώσσας» και κυρίως «μακεδονικής εθνότητας». Αυτή η αναγνώριση ανοίγει μια κερκόπορτα από την οποία μπορεί να περάσουν θέματα μειονοτικά και κατά συνέπεια αλυτρωτικά. Ποια «μακεδονική γλώσσα»; Ο κάθε Βορειοελλαδίτης ξέρει πως τα σκοπιανά είναι μια βουλγαρική διάλεκτος στην οποία ο Τίτο πρόσθεσε ολίγα Σερβοκροατικά για πολιτικούς λόγους και στην οποία, επίσης για πολιτικούς λόγους, προστέθηκαν το 1992 και ολίγα αλβανικά. Ένας επίπλαστος αχταρμάς δηλαδή για να αποκτήσει το κρατίδιο επίσημη γλώσσα μπας και παραμείνει ενωμένο. Χειρότερο όμως κι από αυτό, είναι η αναγνώριση «μακεδονική εθνότητας». Οποιαδήποτε στιγμή πλέον, ο κάθε τυχάρπαστος, προβοκάτορας ή απλώς ψώνιο που ποθεί δημοσιότητα, μπορεί να δηλώσει πως ανήκει στη «μακεδονική εθνότητα» και να προσφύγει στα ελληνικά ή τα ευρωπαϊκά δικαστήρια ζητώντας μειονοτικά σχολεία, αναγνώριση αλυτρωτικών σωματείων, αναγνώριση αλυτρωτικών δικαιωμάτων και πάει λέγοντας. Άλλη μια «Θράκη» δηλαδή στα βορειοδυτικά σύνορά μας. Το σηκώνει αυτό η πατρίδα μας σήμερα;

Θα μπορούσε στην παρούσα φάση να επιτευχθεί μια καλύτερη συμφωνία; Σε ποια σημεία συμφωνείτε και σε ποια όχι;
Και γιατί να επιτευχθεί ντε και καλά στην παρούσα φάση; Τι ήταν αυτό το τόσο επιτακτικό που πίεζε εμάς για να τρέχουμε άρον άρον να υπογράφουμε συμφωνίες χωρίς διαβούλευση με τον λαό και χωρίς συναίνεση από τον λαό; Και εν μία νυκτί να περνάμε από τη Βουλή συμφωνία για μείζον εθνικό θέμα με πρωτοφανή μυστικότητα και βιασύνη, στηριζόμενοι σε μια κάτισχνη, συγκυριακή πλειοψηφία από μια κυβέρνηση 145 βουλευτών, από τα μπαλώματα μιας περιφερόμενης κουρελαρίας και από δυο τρεις δήθεν ευρωπαϊστές. Προσωπικά πιστεύω πως οι πιέσεις από το εξωτερικό ήταν τρομερές και η παραδοχή αυτού του γεγονότος από την Κυβέρνηση θα δικαιολογούσε εν μέρει στα μάτια μου τη σπουδή και τη βιασύνη της. Πιστεύω επίσης πως η συμφωνία ήταν γραμμένη από πριν στα βασικά της σημεία και ήταν το αντιστάθμισμα για την υποστήριξη των Αμερικανών και την διατήρησή μας στο ευρώ και στις ευρωπαϊκές δομές εκείνο το καταστροφικό καλοκαίρι του 2015. Όσο για το αν κερδίσαμε κάτι; Ασφαλώς κερδίσαμε. Τα διθυραμβικά σχόλια του Τραμπ και του Σόρος στο Twitter.  

Ποιο είναι το λιθαράκι που ελπίζετε ότι βάζετε με τα ιστορικά σας μυθιστορήματα;
Την ιστορική γνώση, την ανίχνευση του δρόμου που μας οδήγησε μέχρι εδώ, τις ρίζες και τις παραδόσεις μας. Και την αποφυγή της κατάρας που ισχυρίζεται πως: λαός που δεν γνωρίζει τα λάθη του, είναι σίγουρο πως θα τα επαναλάβει. Όπως πολλές κοινοτοπίες, κρύβει κι αυτή μια μεγάλη δόση αλήθειας. 

Αν και ακόμα είναι νωρίς, ποιο θα είναι το επόμενο συγγραφικό σας ταξίδι;
Όπως είπατε κι εσείς, είναι ακόμη πολύ νωρίς. Συμπάσχω ακόμη με τους ήρωες και τις ηρωίδες μου: την Αρετή, τη Φωτεινή, τη Βάσιλκα, τον Μάνο, τον Λευτέρη, τον Παύλο Μελά, τον Τέλλο Άγρα. Προσώρας, μου είναι αδύνατο να τους αποχωριστώ...