Μετά τον πρώτο κύκλο του True Detective, ο Κάρι Φουκουνάγκα είδε τον Πιτσολάτο να μην τον εμπιστεύεται για τον δεύτερο και σίγουρα αυτή τη στιγμή θα γελάει σαρδόνια για την θέση που βρίσκεται αυτός και την θέση που βρίσκεται ο Πιτσολάτο. Ο δεύτερος είδε και διάβασε μπόλικο κράξιμο για την δεύτερη σεζόν και ο Κάρι Φουκουνάγκα μπορεί να απολαμβάνει αναπαυτικά αυτό που έφτιαξε.

Αναφέρομαι στο Beasts of No Nation, την πρώτη μεγάλη τηλεταινία του Netflix, η οποία ήρθε ως απάντηση στο περσινό Normal Heart του ΗΒΟ και πιστοποίησε για ακόμα μια φορά ότι η τηλεόραση μπορεί να πατσίσει τη δυναμική του κινηματογράφου ως προς το περιεχόμενο και την στοχοπροσήλωση που της δίνουν τα στελέχη τέτοιων τηλεοπτικών και διαδικτυακών κολοσσών όπως το Netflix.

Το Beasts of No Nation περιγράφει μια κατάσταση πολύ γνώριμη σε όλη την Αφρική. Μια ιστορία που περιγράφει με λίγες λέξεις τα ήθη και έθιμα εν καιρώ πολέμου στην Αφρική των τελευταίων δύο αιώνων. Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Ουντονζίμα Ιβεάλα, η ταινία περιγράφει την πορεία ενός αγοριού από την ήρεμη ζωή του χωριού, όπου μεγάλωνε με γέλιο και σκανταλιά μαζί με την οικογένεια του, προς την πρώτη συνάντηση με τη βία του εμφυλίου και το αίμα κι από κει στην άμεση και άρρηκτη σχέση με αυτά.

Ο Αγκού περνάει μια κλασσική ζωή ενός παιδιού στην Μαύρη Ήπειρο, σε ένα χωριό με παραπήγματα, όντας από τους προνομιούχους, αφού απολαμβάνει ένα μεγάλο κήπο, ένα άνετο για τα δεδομένα της ηπείρου σπίτι, πηγαίνει καθημερινά με τον μεγάλο του αδερφό να φέρει το νερό από το ποτάμι και πιάνει κορόιδο τους περαστικούς με πονηρά κόλπα για να κερδίσει ένα νόμισμα. Κάπου κάπου πειράζει τον τυφλό παππού του. Και είναι χαρούμενος με αυτό. Κάθε μέρα ξυπνάει με γέλιο και τελειώνει με γέλιο.

Ώσπου η ανηλεής κόντρα του καθεστώτος με τους αντάρτες θα αναγκάσει όλο το χωριό σε διωγμό. Οι άντρες αποφασίζουν να διώξουν γυναίκες και παιδιά και μένουν πίσω για να παλέψουν για το σπίτι τους. Όχι να επιτεθούν. Μόνο να προστατεύσουν και να αμυνθούν. Ο Αγκού, αν και μόλις 10-12 ετών, θα παραμείνει, μιας και ο πατέρας του έχει λεφτά μόνο για τη μάνα και τη μικρή αδερφή. Όταν φτάνει ο στρατός το πιστολίδι είναι διαρκές, χωρίς διακρίσεις και αδιανόητα αιματηρό. Ο Αγκού με τον μεγάλο του αδερφό αρχίζουν να τρέχουν για να γλιτώσουν, καθώς ο πατέρας τους πέφτει νεκρός από τις σφαίρες. Το ίδιο και ο μεγάλος αδερφός.

Ο Αγκού υποκινούμενος μόνο από το κλάμα και τον πόνο του, τρέχει ασταμάτητα και χάνεται μες στο δάσος. Εκεί θα πέσει στα χέρια του πολέμαρχου-αντάρτη (Ίντρις Έλμπα) και θα στρατολογηθεί για να γίνει μέρος της μηχανής του πολέμου από την πλευρά των αντιμαχόμενων το καθεστώς. Σε μια τέτοια ηλικία είναι εμφανές ότι η γραμμή μεταξύ «κοινωνικής ευταξίας» και «πλήρους παράδοσης στο νόμο της ζούγκλας» δεν είναι ευκρινής. Κανένα παιδί σε αυτή την ηλικία δε νιώθει το θάνατο. Νιώθει μόνο την απώλεια. Και η απώλεια της οικογένειας του είναι κινητήρια δύναμη για να εκδικηθεί. Εκδίκηση κατά πάντων. Ένα τυφλό μίσος.

Μέσα σε λίγες μέρες θα κληθεί να σκοτώσει εν ψυχρώ έναν άνθρωπο που τον κρατάνε γονατισμένο και ικετεύει για άφεση αμαρτιών. Άγνωστο εκφραστικό σχήμα σε μια τέτοια κατάσταση. Και θα κληθεί να τον σκοτώσει όχι με πιστόλι, εξ αποστάσεως. Αλλά με μαχαίρι. Να το καρφώσει στο κεφάλι του. Γιατί με το πιστόλι, ακόμα και μετά την πρώτη δολοφονία, η αμφιβολία και η αδυναμία δεν φεύγουν εντελώς από μέσα σου.

Αντιθέτως, με το μαχαίρι έρχεσαι σε άμεση επαφή με τη σκοτεινότερη πλευρά του εαυτού σου. Η λεπίδα γίνεται προέκταση του χεριού σου, πρέπει να έρθεις σε απόσταση λιγότερη του ενός μέτρου με το θύμα, και η προέκταση του χεριού σου να τον διαπεράσει. Είναι σα να χώνεις το χέρι σου μέσα στο κορμί του και να το τρυπάς. Νιώθει το χέρι την αντίσταση των οργάνων και την ενθηκεύει στη δική του μνήμη. Κι από τότε έχεις πάρει τον δρόμο χωρίς γυρισμό. Μετά δεν χρειάζεσαι κανένα να σου κρατάει το χέρι καθώς μαχαιρώνεις.

Σύντομα ο Αγκού θα μπει στη δίνη του εμφυλίου και ακόμα χειρότερα, θα αντιληφθεί ότι τα ιδεαλιστικά λόγια του Κομαντάντε δεν είναι παρά αισχρά ψέμματα. Είναι μια συγκεκαλυμμένη ψευδαίσθηση. Στόχος του δεν είναι να έχουν όλοι δικαιώματα. Στόχος του είναι να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Αρκετά γνώριμη κατάσταση για την Ελλάδα, με άλλους όρους βέβαια.

Στο τέλος, ο Αγκού και οι άλλοι έχουν σταματήσει κάθε προσπάθεια που καταλήγει σε λουτρό αίματος και βρίσκονται σε έναν καταυλισμό κοντά στη θάλασσα. Ένα περιβάλλον ιδανικό για ένα παιδί. Ο Αγκού όμως πάει καιρός που περνούσε τη μέρα του σαν παιδί. Μέσα στην ψυχή του βρίσκονται κηλίδες. Μία για κάθε έναν που δολοφόνησε. Μία για κάθε έναν κοντινό του που έχασε. Η τελευταία σκηνή τα λέει όλα. Οι φίλοι του βρίσκονται στη θάλασσα και παίζουν, ενώ αυτός στέκεται και κοιτάζει από μακριά λες και κάποιος δισταγμός ευτυχίας τον χαλιναγωγεί. Οι οιμωγές και οι σειρήνες δεν ηχούν για όλους. Για εκείνον παραμένουν εκκωφαντικά ηχητικά θραύσματα.

Η μεγαλύτερη μαγεία του βιβλίου και κατ' επέκταση της ταινίας είναι αυτό το Country Noname. Υπάρχουν τα ονόματα των ανθρώπων, αλλά όχι το όνομα της χώρας ή έστω του χωριού. Γιατί αυτό δεν είναι κάτι που μένει στα σύνορα μιας χώρας. Είναι κάτι που εξαπλώνεται σε όλη την ήπειρο, κάτι που ακραγγίζει την τυπική κοινωνική ευαισθησία του δυτικού κόσμου. Ένας δυτικός κόσμος που αποφεύγεται να φανεί εδώ, αλλά λειτουργεί σαν ένας αόρατος τοίχος. Μια ιστορία δίχως όνομα. Δίχως ορισμούς. Μόνο γεγονότα και θρυμματισμός της ψυχής. Ένας ατομικός πόνος και ένα συνολικό θρασίμι.

Τα όσα βιώνει ο Αγκού δεν φαίνονται από το αφηγηματικό παρόν. Αλλά από την μικρή αφήγηση που κάνει, όντας ένας μελλοντικός παρατηρητής του παρελθόντος του. Και μέσα από αυτήν σκιαγραφείται η απελπισία που τον κατατρύχει. Σε ανύποπτες στιγμές γυρίζει το βλέμμα του προς τον ουρανό και ψάχνει ένα σημάδι ενός φιλεύσπλαχνου Θεού. Ο πατέρας του τού λέει ότι όλο αυτό είναι μια δοκιμασία του Θεού. Η ανάγκη του να πιστέψει ότι υπάρχει μια ανίκητη δύναμη που έχει στρέψει το βλέμμα της πάνω του και θα αλλάξει τη μοίρα του, πεθαίνει κάθε μέρα. Στην τελευταία σκηνή είναι η έσχατη ανάσα της ανάγκης αυτής που βγαίνει από το βλέμμα του. Είναι το πραγματικό πρόσωπο του κόσμου που θα μεγαλώσει που περνάει σαν πολαρόιντ από μπροστά του. Και συμβιβάζεται στην απόλαυση της στιγμής. Δίχως όνειρα, φιλοδοξίες, στόχους. Δεν ελπίζει καν να βρει τη μητέρα και την αδερφή του. Η προσδοκία του είναι να έχει ένα φαΐ της προκοπής και να ζήσει άλλη μια μέρα.

Ο Ίντρις Έλμπα στο ρόλο του Στρατηγού δίνει ρέστα και δομεί μια φιγούρα που ζητάει τον φόβο στην όψη του, γεννά μέσα στον στρατιώτη του τον σεβασμό προς το πρόσωπο του, το κάνει τόσο αδιάφθορα γνωρίζοντας ότι δεν θα τηρήσει αυτό που λέει και στο τέλος παίρνει αυτό που έδωσε. Την εγκατάλειψη.

Ο Φουκουνάγκα έχει δώσει μεγάλη προσοχή στην λεπτομέρεια και το παιχνίδι του με τον φωτισμό σε όλη την διάρκεια μιας σκοτεινής χρωματικά ταινίας δημιουργεί το αναγκαίο υπόβαθρο για να προσληφθεί αυτό που θέλει. Για να δει ο θεατής το σημείο που θέλει κι ο ίδιος να δει φωτισμένο. Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Τα παιδιά που είχαν την ατυχία να βρεθούν σε μια κατάσταση που δεν την επέλεξαν αυτοί, αλλά ούτε οι γονείς, ούτε καν οι παππούδες τους. Δεν είναι αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα. Είναι αμαρτίαι πλαστού εχθρού και απληστίας παιδεύουσι τέκνα. Το φως έρχεται σαν μια βελόνα που τρυπάει το σκοτάδι κι όχι σαν κάτι που το καλύπτει. Άλλωστε και το λευκό είναι μια άλλη όψη του θανάτου. Το λευκό είναι το κενό. Πρώτα έρχεται η θλίψη για την απώλεια στον Αγκού και μετά έρχεται ένα φως ασπροκίτρινο που του αδειάζει το μέσα του. Κι αυτό είναι ένα ηθελημένο δίπολο του Φουκουνάγκα. Έτσι καταφέρνει να πάρεις αυτό που προορίστηκε η ταινία να σου δώσει.