TV - Media
LIVE: ΑΝΑΝΕΩΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ

«Η μάχη των Μποντ»: Σον Κόνερι και Ρότζερ Μουρ σε μια αναμέτρηση που κρατάει από το 1983

Το 1983 ήταν η απόλυτη χρονιά για τους λάτρεις του θρυλικού πράκτορα 007, καθώς σε διάστημα 4 μηνών κυκλοφόρησαν στις αίθουσες δύο ταινίες του Τζέιμπς Μποντ.

Μέχρι σήμερα, 37 χρόνια μέτα, η μάχη μεταξύ Σον Κόνερι και Ρότζερ Μουρ ψάχνει ακόμη το νικητή της! 

Όσοι γεννήθηκαν το 1953, όταν ο Τζέιμς Μποντ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Καζίνο Ρουαγιάλ, είναι σήμερα... προχωρημένης ηλικίας. 

Ο θρυλικός 007 έχει συμπληρώσει πάνω από μισό αιώνα ζωής, αρκετό διάστημα για να θεωρείται κλασικός και να κατέχει μια θέση ανάμεσα στους μεγάλους μύθους του εικοστού αιώνα.

Στις μέρες μας, μία νέα ταινία του Μποντ εξακολουθεί να αποτελεί, φυσικά, μεγάλη υπόθεση.Οι ταινίες του Ντάνιελ Κρεγκ συνεχίζουν να αποφέρουν εκατομμύρια δολάρια και η ενδεχόμενη απουσία ενός σίκουελ αρκεί για να μπει λουκέτο σε κινηματογραφικές αίθουσες - όπως είδαμε να συμβαίνει με την τελευταία αναβολή του Δεν υπάρχει χρόνος να πεθάνεις. Σήμερα, ωστόσο, ο θρυλικός μυστικός πράκτορας αποτελεί απλώς έναν σπουδαίο ήρωα του τεράστιου χολυγουντιανού οικοσυστήματος, που κατακλύζεται από τις περιπέτειες συναρπαστικών υπερηρώων.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ωστόσο, ο Τζέιμς Μποντ ήταν τα πάντα.

Για αυτό και το 1983 υπήρξε η απόλυτη χρονιά για το βρετανό μυστικό πράκτορα. Μέσα σε μόλις 4 μήνες, δύο ταινίες του Μποντ προβλήθηκαν στις κινηματογραφικές αίθουσες, μία με τον Ρότζερ Μουρ και μία με τον Σον Κόνερι, δημιουργώντας τις συνθήκες για την απόλυτη αναμέτρηση. Ήταν η «Μάχη των Μποντ».

Σον Κόνερι VS Ρότζερ Μουρ

Από τη μία πλευρά ήταν ο Σον Κόνερι, ο οποίος δίκαια κατείχε, για τους λάτρεις του πράκτορα τουλάχιστον, τον τίτλο του πρωταθλητή βαρέων βαρών. Το 1983, ωστόσο, ο πρώτος μυστηριώδης άνδρας της ΜΙ6 ήταν πλέον 52 ετών, ενώ είχε περάσει ήδη μία δεκαετία από την τελευταία φορά που παρήγγειλε το Μαρτίνι του στην ταινία Τα διαμάντια είναι παντοτινά. Ο Κόνερι ενσάρκωσε έξι φορές τον Τζέιμς Μποντ μεταξύ 1962 και 1971, αλλά, όπως όλοι οι ηθοποιοί που ανησυχούν για την υστεροφημία τους, φοβόταν μην παγιδευτεί σε ένα μεγάλο ρόλο. Έτσι και ενώ ταλαντευόταν στο αν θα επιστρέψει σε μία ακόμα ταινία, εμφανίστηκε τελικά αποφασισμένος να γυρίσει την πλάτη του στον επιτυχημένο πράκτορα, με τη διάσημη πλέον φράση του «Ποτέ ξανά». Που να ήξερε ότι έκτοτε θα επέστρεφε όχι μία, αλλά δύο φορές.

Από την άλλη έχουμε τον Ρότζερ Μουρ, τoν διεκδικητή του τίτλου, αν και πλέον είχε «κολλήσει αρκετά ένσημα» στη δουλειά. Μπορεί ο ευγενής και κομψός Βρετανός να εμφανίστηκε λιγότερο δυναμικός και περισσότερο φλεγματικός και ανόητος στις πέντε ταινίες που γύρισε από το Ζήσε και άσε τους άλλους να πεθάνουν το 1973 μέχρι το Για τα μάτια σου μόνο το 1981, αλλά μέχρι το 1983 αποτελούσε πια «παλιά καραβάνα». Ο Μποντ φέρθηκε καλά στον Μουρ, επιτρέποντάς του να αγοράσει ένα σαλέ στην Ελβετία, όπου περνούσε τους χειμώνες του κάνοντας σκι και τα καλοκαίρια παίζοντας τένις. Αλλά το 1983 ήταν εκείνος που απειλούσε, πλέον, να εγκαταλείψει τον θρυλικό πράκτορα. Αφού ανακοίνωσε στον Άλμπερτ Μπρόκολι, παραγωγό των ταινιών, την πρόθεσή του, ξεκίνησαν δημόσιες ακροάσεις, που τελικά τρόμαξαν τον Μουρ. Αναδιπλώθηκε και έτσι υπέγραψε για την επόμενη περιπέτεια, Επιχείρηση: Octopussy.

 

Η δικαστική διαμάχη για τα δικαιώματα

Ενώ συνέβαιναν τα παραπάνω, ένα διαφορετικό... δράμα εκτυλισσόταν στο βρετανικό Ανώτατο Δικαστήριο. Ο Kevin McClory, ανεξάρτητος παραγωγός, και ο Jack Whittingham, σεναριογράφος, που είχαν βοηθήσει τον Ίαν Φλέμινγκ, συγγραφέα της σειράς κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων του Τζέιμς Μποντ, να συλλάβει την ιδέα για το πρώτο του μυθιστόρημα, τον μήνυαν τώρα για παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο McClory κέρδισε τελικά τη δίκη. Έτσι, το 1963, η εταιρεία παραγωγής ΕΟΝ, που γύρισε όλες τις επίσημες ταινίες του Μποντ, προχώρησε σε συμφωνία μαζί του επιτρέποντας του να κάνει ριμέικ της ταινίας Επιχείρηση Κεραυνός μόνο μετά το πέρας μίας δεκαετίας.

Μία δεκαετία μετά, βέβαια, ο πράκτορας 007 ήταν δημοφιλέστερος από ποτέ. Χωρίς νομικά εμπόδια, ο McClory μπορούσε να προχωρήσει στη δική του ταινία. Η ΕΟΝ τον τράβηξε στα δικαστήρια, αλλά η επιμονή του McClory τον δικαίωσε. Και ενώ ο Κόνερι αρχικά εμφανίστηκε απρόθυμος να ξαναπαίξει τον πράκτορα, τα 3 εκατομμύρια δολάρια, που του προσέφεραν, φάνηκαν ικανά να τον μεταπείσουν.

Octopussy

Το Οκτάπουσι του Μουρ έφτασε πρώτο στις κινηματογραφικές αίθουσες. Υπήρξε η μεταφορά διηγήματος από τη συλλογή Octopussy and The Living Daylights του Ιαν Φλέμινγκ και σκηνοθετήθηκε από τον βετεράνο Τζον Γκλεν. Στην ταινία συμπρωταγωνιστούν ο Λουί Ζουρντάν, στον ρόλο του κακού Καμάλ Καν, και η Μοντ Άνταμς, στον ρόλο της σέξι Οκτάπουσι, που ηγείται ομάδας ακροβατριών ντυμένων με στολές σπάντεξ! Ο Τζέιμς Μποντ είναι πιο Μουρ από ποτέ, αυτοσαρκάζεται και μεταμφιέζεται μέχρι και σε κλόουν.

Ο Γκλεν ξόδεψε και το τελευταίο από τα 27,5 εκατομμύρια δολάρια του προϋπολογισμού της ταινίας για να ταξιδέψει τον Μποντ από το Βερολίνο και τη Μόσχα έως την Ινδία, στο κυνήγι ενός παρανοϊκού σοβιετικού στρατηγού, που σχεδιάζει πυρηνική επίθεση εις βάρος του ΝΑΤΟ. Το Οκτάπουσι είναι θεαματικό, γρήγορο και έχει χιούμορ - ίσως παραπάνω από ότι χρειάζεται, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του. Οι κριτικοί, πάντως, που μεγάλωσαν με τις ταινίες του Κόνερι και γνώριζαν πως θα ακολουθήσει δική του ταινία, υποδέχτηκαν χλιαρά την ταινία. Όχι όμως και το κοινό, που κατέκλυσε τις αίθουσες για να την παρακολουθήσει. Οι εισπράξεις ξεπέρασαν, τελικά, παγκοσμίως τα 187,5 εκατομμύρια δολάρια.

Never say never again

Το Ποτέ μην ξαναπείς ποτέ βρήκε τον τίτλο του χάρη στην ιδέα της συζύγου του Κόνερι, να χρησιμοποιήσουν το εσωτερικό τους αστείο για τις βαρύγδουπες δηλώσεις του λίγα χρόνια νωρίτερα. Η ιδέα ήταν καλή και ο τίτλος έμεινε. Η ταινία σκηνοθετήθηκε από τον Ίρβιν Κέρσνερ, μετέπειτα σκηνοθέτη του δεύτερου Star Wars, και είχε μεγαλύτερο μπάτζετ και εξωτικούς προορισμούς, από τη γαλλική Ριβιέρα έως τις Μπαχάμες. Κυρίως, όμως, είχε τον Κόνερι. Αυτός όμως δεν ήταν ο Κόνερι που είχαν λατρέψει οι οπαδοί του Τα διαμάντια είναι παντοτινά. Ο Κόνερι φορούσε, τώρα, ζιβάγκο για να κρύψει το προγούλι του και τριγυρνούσε στο σετ της ταινίας με ένα τουπέ, που ήταν αδύνατο να αγνοήσεις. Είχε το ίδιο αδιαμφισβήτητο χάρισμα, αλλά πλέον ήταν αρκετά πιο αργός.

Εκτός από τον Κόνερι που ήταν εκεί, ωστόσο, απουσίαζαν όλοι οι υπόλοιποι. Το σετ είχε, προφανώς, αντικατασταθεί πλήρως, δίνοντας την εντύπωση μιας ταινίας-αντιγράφου. Ορισμένοι σκέφτηκαν, τότε, πως ίσως θα ήταν καλύτερα να είχε κρατήσει την υπόσχεση του «ποτέ ξανά». Εκτός από εκείνα που δεν λειτούργησαν στην ταινία, όμως, υπήρξαν και ορισμένες φωτεινές εξαιρέσεις. Μεταξύ αυτών, η Κιμ Μπάσιντζερ - πριν τις 9 ½ εβδομάδες - και η Μπάρμπαρα Καρέρα, που κυριολεκτικά κλέβει την παράσταση. Για εκείνη το να σκοτώσει τον Τζέιμπς Μποντ δεν φαντάζει απλά μια αποστολή. Δείχνει πως πραγματικά το απολαμβάνει.

Όταν το Ποτέ μην ξαναπείς ποτέ κυκλοφόρησε στις αίθουσες στις 7 Οκτωβρίου του 1983, οι κριτικοί δεν μπορούσαν παρά να το συγκρίνουν με το Οκτάπουσι. Και η σύγκριση αυτή έδινε νικητή τον Σον Κόνερι. Η εισπρακτική επιτυχία του Οκτάπουσι, ωστόσο, δικαίωσε ξεκάθαρα τον Ρότζερ Μουρ. Ίσως φταίει που βγήκε αυτή η ταινία πρώτη στις αίθουσες, ίσως όχι. Οι λάτρεις του θρυλικού μυστικού πράκτορα παραμένουν 37 χρόνια μετά διχασμένοι σε μια μάχη γεμάτη νοσταλγία.

 

Πηγή: Esquire


Google NewsΑκολουθήστε το reader.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.