Βράδυ μετά από βροχή στη Μεσογείων, ώρα 11. Καλώ ένα Uber να με σύρει ως το σπίτι, γιατί απόψε δεν μπορώ τα λουσάτα μέσα μεταφοράς. Ένα πεντάλεπτο κι έρχεται. Νέος οδηγός, δεν θα είναι πάνω από 25.
«Καλησπέρα, ο Ματθαίος; Από Κύπρο;», μου κάνει. Κοίτα να δεις τι παθαίνεις όταν βάζεις τα στοιχεία σου σε αυτές τις εφαρμογές. Εεε, όχι, Έλληνας είμαι. Αμήχανα γέλια αμφοτέρωθεν. Μετά ακόμα πιο αμήχανη σιωπή. Αυτός ο μύθος ότι το όνομα «Ματθαίος» έχει έντονη παρουσία στην Κύπρο, πώς προέκυψε; Αυτά συμβαίνουν όταν αφήνεις τον Ανδρέα Γεωργίου να τρυγά και τα τελευταία ίχνη εγκεφάλου από τον Έλληνα τηλεθεατή με το «Μπρούσκο» και τα λοιπά του.
«Με τι ασχολείσαι;», θα με ρωτήσει. Ως εδώ καλά. Κλασική εισαγωγική ερώτηση ταξιτζή, εδώ κολυμπάμε σε γνώριμα, ρηχά νερά. Το ‘χω. Το πολύ πολύ να καταλήξουμε να μιλάμε για την οικονομία τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οι συζητήσεις με τους ταρίφες είναι λίγο πολύ ίδιες. Κάποιες σε κάνουν να γουστάρεις και να το απολαμβάνεις, άλλες πάλι σε αναγκάζουν σε υποχρεωτική αυτοανάφλεξη. Παίζει ρόλο η προσωπικότητα, η γενιά, κυρίως όμως τα επίπεδα φθοράς στην άσφαλτο.
Δημοσιογράφος, απαντώ (αντί να του πω αεριτζής), αφού αυτό καμώνομαι τα τελευταία χρόνια. «Ωραίο, αλλά δύσκολο», σχολιάζει. Καλό είναι, μωρέ. Ξεχνιέμαι μεταξύ κινητού και χαζέματος προς την ήσυχη Μεσογείων από το θολό παράθυρο. Αμήχανη σιωπή και πάλι.
«Τι μουσική ακούς, φίλε μου;», με ρωτάει μετά. Σκαλώνω. Τι μουσική ακούω, σκέφτομαι. Κάπως η ερώτηση με βρήκε σαν το «ελευθερία ή θάνατος».
«Δεν έχω πρόβλημα», απαντάω.
«Πες μου ένα τραγούδι που σου αρέσει, να σου το βάλω να το ακούσεις»
Τι να του πω; Τα πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό έτσι στα γρήγορα είναι το ντουέτο της Judy Garland και της Barbra Streisand στο “Happy Days Are Here Again/Get Happy” και το “Breathe Me”, της Sia. Αυτά έπαιζαν μες στο μυαλό μου, δηλαδή, στο repeat, από το πρωί. Άσε, θα σουργελιαστούμε, είναι κι αργά. Έλα, πες του κάτι. Μην τον κακοκαρδίζεις. Να του πω να βάλει το “Taxi Ride”, της Tori Amos; Α, όχι ρε. Το «Τα πεντοχίλιαρα», από Γλυκερία; Λίγη Μποφιλίτσα; Μπα.
Όχι, μωρέ, δεν με πειράζει αυτό που ακούς, καλά είμαι. Εγώ μπήκα να πάω στο σπίτι μου, πώς κατέληξα σε DJ set του En Lefko; Τι να σου λέω τώρα. Αν σου πω θα γίνουμε ταινία του Μπουνιουέλ. Στο μεταξύ παίζει κάτι που φέρνει σε ξένο ραπ. «Δεν έχω πρόβλημα, να ξέρεις. Μου έχουν ζητήσει μέχρι και σκληρό ροκ και μέταλ. Και τους το έβαλα, παρ΄όλο που δεν ακούω τέτοια. Αρκεί να τους αρέσει και να περνά ωραία ο χρόνος τους εδώ μέσα». Πολύ καλά κάνεις, έτσι πρέπει. Από το να είστε σαν ψυχραμένοι συγγενείς, καλύτερο το καραόκε πάρτι.
«Εγώ, φίλε μου, να ξέρεις, την κάνω σε όλους αυτήν την ερώτηση». Έλα, γιατί; «Θέλω οι πελάτες μου να νιώθουν άνετα και να απολαύσουν τη διαδρομή. Να είναι ένα ταξίδι που θα τους μείνει. Υπάρχουν άλλοι ταξιτζήδες που σε ρωτάνε μόνο “Πού πας;” κι είναι οι μόνες κουβέντες που θα ανταλλάξετε σε όλη τη διαδρομή, μετά υπάρχει μόνο σιωπή».
«Ξέρεις γιατί; Πες μου έναν λόγο που το κάνω». Ο μεγάλος μού πετάει τη μπάλα. Για να σπάσεις τον πάγο, υποθέτω φλώρικα. «Γιατί έτσι θα καταλάβω με ποιον έχω να κάνω. Αν, ας πούμε, μου πει ο πελάτης ότι ακούει τραπ και χιπ χοπ, θα του μιλήσω πιο χύμα. Αν μου πει ότι ακούει κλασική μουσική, θα του μιλήσω με το “σεις” και με το “σας”. Μπορεί να φαίνεται απλή, αλλά είναι η πιο σημαντική ερώτηση αυτή. Και μου έχει τύχει και πελάτης που ταιριάξαμε και κάναμε και κοινά πράγματα μετά. Ποτέ δεν ξέρεις πού μπορεί να οδηγήσει μια γνωριμία». Ok, πείστηκα, μου την πέφτει ο τύπος. Σκέφτομαι τη φίλη μου, τη Δήμητρα, που κάθε φορά που έμπαινε σε ταξί μού έστελνε τον αριθμό της πινακίδας – κάτι ήξερε. Σταματάω να μιλάω.
«Ας πούμε πριν από εσένα είχα τον Μπέζο». Τον ηθοποιό; «Ναι». Δηλαδή πριν μπω εγώ εδώ μέσα ήταν ο Γιάννης Μπέζος; Και πού τον πήγες; «Σπίτι του». Και εκείνος τι σου απάντησε, όταν τον ρώτησες για τη μουσική; «Τίποτα, είχα Pop Smoke, όπως καλή ώρα τώρα και μου είπε “άσ’ το αυτό, καλό είναι, μου αρέσει και με ηρεμεί”. Είναι υποχρέωσή μου να την κάνω αυτήν την ερώτηση σε όλους, φίλε».
Μάλιστα. Κάνω εικόνα τον Γιάννη Μπέζο αραχτό στο ταξί, να τη βρίσκει με Pop Smoke. Κουφέτο! Ακόμα κι αν με τρόλαρε άσχημα, ο τύπος με έκανε να καταλάβω κάποιες αλήθειες. Έτσι μάγκικα και μαεστρικά, όπως μόνο οι οδηγοί ταξί τα καταφέρνουν. Λίγο μετά έχασε τη στροφή που του έδειχνε το GPS και αναγκάστηκα να του ζητήσω να με αφήσει όπου μπορούσε για να κατέβω. Ευχαριστώ, καληνύχτα, κλείνει η πόρτα.
Σκέφτομαι πως, με τα ταξί να έχουν εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε πιο «προσωπικούς» χώρους για τους επιβάτες, οι οδηγοί είναι εύλογο να εφευρίσκουν διάφορους επιτήδειους τρόπους για να κατασκευάσουν μια ευχάριστη ατμόσφαιρα και να συνδεθούν ουσιαστικά με τον επιβάτη. Πόσο μάλλον οι οδηγοί που συμβάλλονται με μεγάλες εταιρίες μετακίνησης, όπως η Uber, και βασίζονται στη θετική εμπειρία του πελάτη, στο tip, στα rates, στη θετική αξιολόγηση μετά κ.ά.
Λειτουργούν κάπως ως mood selectors. Νιώθεις ατρόμητος; Θα το ζήσεις με David Bowie. Έχεις introspective διάθεση; Διαλέγεις ένα ορχηστρικό από Hans Zimmer. Είσαι φρεσκοχωρισμένος; Μπορείς να τα σπάσεις με Καιτάρα. Όπου κάτσει η μπίλια μέσα σου. Εσύ «διαλέγεις» την ατμόσφαιρα του ταξιδιού. Δες το ταξί ως έναν ενίοτε αναγκαίο χώρο απομόνωσης, που προσφέρει, έστω και προσωρινά, μια μικρή στιγμή «ιδιωτικότητας» και “me time” μες στην πόλη.
Και ναι, παλιότερα δεν συνέβαινε αυτό. Και τώρα ακόμα, δηλαδή, οι πιο μεγάλοι σε ηλικία και οι πιο απογοητευμένοι από τη ζωή, δεν έχουν όρεξη για κουβέντες. Είναι βαρύμαγκες και ζαμανφού. Οι νεότεροι πάλι, κάθε άλλο. Σήμερα, οι νέοι οδηγοί ταξί σε ρωτάνε πριν ανάψουν τσιγάρο ή σε ενημερώνουν ότι μπορείς να ανοίξεις το παράθυρο αν ζεσταίνεσαι.
Οριακά σε ρωτάνε αν μπορούν να αναπνέουν τον ίδιο αέρα με εσένα. Δεν παραμένουν ακοινώνητοι γρουσούζηδες. Το αυτοκίνητό τους δεν ζέχνει σαν πληγή κατάκλισης. Δεν τρίζει σαν πόρτα στο The Conjuring. Τα πόμολα δεν είναι ξεχαρβαλωμένα, οι στροφές δεν είναι ποτέ απότομες και, κυρίως, δεν πατάνε τον συμπλέκτη σαν να θέλουν να ξορκίσουν κάθε καημό και βάσανο. Με τόση περιποίηση, βγαίνοντας νιώθεις πως τους χρωστάς tip και βαθμολογία 5 αστέρια στο Uber.
Η εποχή (ναι, ναι, η εποχή) επιτρέπει αυτό το αίσθημα θαλπωρής. Στην εποχή του seamless, ακόμα και η διαδρομή Αγία Παρασκευή-κέντρο είναι απρόσκοπτη, απαλή σα σύννεφο και μαλακή σαν μπουκιά σε bao bun. Σήμερα έχουμε smartphones και steaming και CarPlay, οπότε προφανώς και θα σε ρωτήσουν τι μουσική ακούς. Είναι, άλλωστε, προτιμότερο από το να τη βγάζεις μόνο με ΕΡΑ Σπορ και Real FM.
Κι έτσι, με μικρές μικρές πινελιές, όπως αυτή με τη μουσική, προσπαθούν οι δόλιοι να ξεχωρίσουν μες στο σύστημα. Να σου προσφέρουν «μια ευχάριστη εμπειρία». Για να επιβιώσουν και να μπορέσουν να βγάλουν το ψωμί τους. Χωρίς να παρεξηγώ την καλή πρόθεση ενός ανθρώπου που θέλησε να με κάνει να νιώσω όμορφα, σκέφτομαι πως ακόμα και μια απλή διαδρομή σε ένα ταξί από το σημείο Α στο σημείο Β, φτάσαμε να έχει αναχθεί σε ένα είδος παροχής υπηρεσίας με μπόλικο marketing και υπερβολικές προσδοκίες.
Δεν ξέρω, σκέψεις. Αλλά εννοείται πως εκτίμησα την ευγένεια αυτού του παιδιού και τον ευχαριστώ. Κάποια στιγμή στο μέλλον, θα το δείτε, θα ενσωματωθεί και ψυχολόγος για να σου λύνει τα κόμπλεξ κι ένας μπάρμπαν που θα κερνάει σφηνάκια. Εκεί να δείτε ανταγωνισμό.
Μετά σκέφτομαι πόσο διαφορετική και αξιομνημόνευτη θα ήταν αυτή η διαδρομή αν του είχα ζητήσει να παίξει ένα αγαπημένο μου τραγούδι. Ζω για την ημέρα που οι οδηγοί ταξί θα μας αφήνουν να ξεφωνίζουμε άφοβα τραγούδια από μιούζικαλ. Έχω απομνημονεύσει τα λόγια του λέξη προς λέξη. Φτάνω σπίτι τρέχοντας και γράφω για να μην τα ξεχάσω.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.