Μενού

Αποφυλάκιση Κασιδιάρη: Πότε θα τελειώσουμε με την Ακροδεξιά;

KASIDIARIS
O Κασιδιάρης στη Βουλή την εποχή της Χρυσής Αυγής | eurokinissi
  • Α-
  • Α+

Στις 7 Οκτωβρίου 2020, η ελληνική δημοκρατία έζησε μία από τις σημαντικότερες δικαστικές στιγμές της μεταπολίτευσης. Το δικαστήριο έκρινε τη Χρυσή Αυγή εγκληματική οργάνωση, αναγνωρίζοντας ότι πίσω από το κοινοβουλευτικό της προσωπείο υπήρχε μια οργανωμένη εγκληματική δράση. Δεκαπέντε ημέρες αργότερα, στις 22 Οκτωβρίου, ανακοινώθηκαν οι ποινές.

Εκείνη τη στιγμή έμοιαζε σαν να έκλεινε ένας κύκλος. Η Χρυσή Αυγή είχε ηττηθεί πολιτικά, η ηγεσία της είχε καταδικαστεί και η ελληνική δημοκρατία είχε στείλει το μήνυμα ότι ο ναζισμός και η πολιτική βία δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από την κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση.

Έξι χρόνια αργότερα, όμως, ένας από τους πρωταγωνιστές εκείνης της ιστορίας βγαίνει από τη φυλακή.

Ο Ηλίας Κασιδιάρης, καταδικασμένος σε κάθειρξη 13 ετών για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, αποφυλακίζεται στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, έχοντας εκτίσει την ποινή του. Και η επιστροφή του δεν αποτελεί μια τυπική επιστροφή ενός πρώην πολιτικού στην ιδιωτική ζωή. Η πλευρά του έχει ήδη προαναγγείλει την επιστροφή του στην πολιτική και η ίδια η συζήτηση γύρω από την επόμενη εκλογική του κίνηση έχει ανοίξει.

Και εδώ είναι που ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα ματαιωτικό αλλά πραγματικό ερώτημα. Τελειώσαμε πράγματι με την Ακροδεξιά στις 7 Οκτωβρίου 2020;

Η απάντηση είναι όχι. Και αυτό δεν αφορά μόνο τον Κασιδιάρη.

Μπορεί ο Κασιδιάρης να επιστρέψει στην πολιτική;

Η αποφυλάκιση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ένας καταδικασμένος μπορεί να επιστρέψει στην πολιτική με οποιονδήποτε τρόπο. Μετά την καταδίκη της Χρυσής Αυγής, η πολιτεία δημιούργησε ένα αυστηρότερο θεσμικό πλαίσιο ακριβώς για να εμποδίσει την επανεμφάνιση ενός εγκληματικού πολιτικού σχηματισμού μέσα από ένα νέο όνομα ή μέσω προσώπων που θα λειτουργούσαν ως τυπικοί επικεφαλής.

Το 2023 ο Άρειος Πάγος απέκλεισε από τις εκλογές το «Εθνικό Κόμμα ΕΛΛΗΝΕΣ», κρίνοντας ότι πραγματικός αρχηγός του ήταν ο Κασιδιάρης και ότι ο σχηματισμός αποτελούσε συνέχεια της πολιτικής και οργανωτικής δράσης της Χρυσής Αυγής. Όταν επιχειρήθηκε να παρακαμφθεί ο αποκλεισμός μέσω άλλου συνδυασμού, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε και πάλι ότι πίσω από την τυπική ηγεσία βρισκόταν ο Κασιδιάρης. Το θεσμικό μήνυμα ήταν και παραμένει σαφές. Δεν μπορεί μια εγκληματική οργάνωση να αλλάξει απλώς ταμπέλα και να επιστρέψει στην κάλπη.

Υπάρχει, ωστόσο, διαφορά ανάμεσα στην πραγματική ηγεσία ενός κόμματος και στην προσωπική υποψηφιότητα. Το αν ο Κασιδιάρης μπορεί να είναι υποψήφιος ως ανεξάρτητος ή με άλλον τρόπο είναι διαφορετικό νομικό ζήτημα και θα κριθεί από το ισχύον εκλογικό και συνταγματικό πλαίσιο και, τελικά, από τα αρμόδια δικαστικά όργανα.

Άρα η αποφυλάκισή του δεν ισοδυναμεί με αυτόματη επιστροφή του στη Βουλή. Σημαίνει όμως ότι ένας άνθρωπος που καταδικάστηκε ως ηγετικό στέλεχος της Χρυσής Αυγής έχει πλέον ξανά τη δυνατότητα να επιχειρήσει να διεκδικήσει δημόσιο πολιτικό ρόλο. Και αυτό συμβαίνει σε μια συγκυρία πολύ διαφορετική από εκείνη του 2020.

kasidiaris
Eurokinissi

Η Χρυσή Αυγή έφυγε, η ακροδεξιά όχι

Η Χρυσή Αυγή δεν υπάρχει πλέον ως κοινοβουλευτική δύναμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκαν ούτε οι ιδέες ούτε οι κοινωνικές συνθήκες που συνέβαλαν στην άνοδό της.

Η σημερινή ακροδεξιά είναι, σε μεγάλο βαθμό, διαφορετική από εκείνη που γνωρίσαμε στην Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία.

Δεν χρειάζεται τα τάγματα εφόδου, τα ναζιστικά σύμβολα και την ανοιχτή πολιτική βία για να γίνει αναγνωρίσιμη. Έχει μάθει να μιλά μια γλώσσα περισσότερο προσαρμοσμένη στο mainstream. «Ασφάλεια», «νόμος και τάξη», «προστασία της οικογένειας», «εθνική κυριαρχία», «έλεγχος των συνόρων», «ελευθερία της έκφρασης», αντίθεση στην «πολιτική ορθότητα».

Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει ότι η ακροδεξιά έγινε λιγότερο επικίνδυνη. Σημαίνει ότι έγινε πολιτικά πιο εύπεπτη. Και αυτό είναι το σημαντικότερο στοιχείο του μετασχηματισμού της.

Η σύγχρονη ακροδεξιά δεν χρειάζεται πάντα να πείσει την πλειοψηφία να γίνει ακροδεξιά. Αρκεί σε πολλές περιπτώσεις να μετακινήσει τη συζήτηση προς τα δεξιά. Να κάνει μια ακραία θέση να μοιάζει με «ρεαλισμό» και μια ανθρωπιστική θέση με «αφέλεια». Να επιβάλει την ατζέντα της ακόμη και όταν δεν κερδίζει την εκλογή.

Αυτό έχει συμβεί ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό. Η ακροδεξιά έχει καταφέρει να καταστήσει τη μετανάστευση, τα σύνορα και την ασφάλεια κεντρικούς πολιτικούς άξονες και να επηρεάσει τη γλώσσα και τις πολιτικές των παραδοσιακών κομμάτων. Έτσι, μπορεί να κερδίζει πολιτικά ακόμη και όταν δεν κερδίζει μόνη της την εξουσία. 

Παράλληλα, έχει βρει ένα νέο και πολύ ισχυρό όπλο. Tα social media. Η σημερινή ακροδεξιά δεν χρειάζεται τα mainstream media ή κάποιο κομματικό μηχανισμό για να φτάσει σε εκατομμύρια ανθρώπους. Influencers, κλειστές διαδικτυακές κοινότητες και αλγόριθμοι, ευνοϊκοί για τέτοιου είδους περιεχόμενο, επιτρέπουν σε ρατσιστικό, συνωμοσιολογικό και αυταρχικό περιεχόμενο να κυκλοφορεί πολύ πιο γρήγορα και να παρουσιάζεται ως «αντισυστημική αλήθεια».

Η Ακροδεξιά δεν είναι πλέον περιθώριο

Τα τελευταία χρόνια η ευρωπαϊκή ακροδεξιά έχει μετακινηθεί από το περιθώριο προς το κέντρο της πολιτικής σκηνής. Ακροδεξιά κόμματα συμμετέχουν σε κυβερνήσεις ή στηρίζουν κυβερνητικούς συνασπισμούς σε ευρωπαϊκές χώρες, ενώ στις εκλογές του 2024 κατέγραψαν σημαντικές επιδόσεις. Στη Γερμανία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία αναδείχθηκε δεύτερη δύναμη στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, ενώ το 2026 η εκλογική της επιτυχία στη Σαξονία-Άνχαλτ έφερε ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την άνοδο της Ακροδεξιάς στη χώρα.

Στην Ιταλία η Τζόρτζια Μελόνι βρίσκεται στην κυβέρνηση. Στη Γαλλία η Εθνική Συσπείρωση παραμένει μία από τις ισχυρότερες πολιτικές δυνάμεις. Στην Πορτογαλία το Τσέγκα κατέγραψε 22,8% στις εκλογές του 2025. Και συνολικά στην Ευρώπη η ριζοσπαστική Δεξιά δεν αποτελεί πλέον μια περιθωριακή πολιτική εξαίρεση, αλλά έναν από τους βασικούς διεκδικητές της πολιτικής εξουσίας.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ έχει δημιουργήσει ένα ακόμη ευνοϊκότερο διεθνές περιβάλλον για την Ακροδεξιά και τον αυταρχικό λαϊκισμό. Η πολιτική του MAGA, η σκληρή αντιμεταναστευτική ρητορική και η ανοιχτή πολιτική υποστήριξη που έχει εκφραστεί προς ευρωπαϊκές ακροδεξιές δυνάμεις δείχνουν ότι η ακροδεξιά του 2026 δεν είναι εκείνη που ήταν το 2020.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι άσχετη με τη γενικότερη κοινωνική συγκυρία. Οικονομική ανασφάλεια, στεγαστική κρίση, ακρίβεια, επισφάλεια στην εργασία, αίσθηση εγκατάλειψης από τους θεσμούς, δυσπιστία απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα και φόβος απέναντι σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα.

Η ακροδεξιά δεν δημιουργεί όλες αυτές τις κρίσεις. Τις πολιτικοποιεί με τον δικό της τρόπο. Παίρνει την ανασφάλεια και της δίνει έναν εχθρό. Παίρνει την κοινωνική δυσαρέσκεια και της δίνει έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Παίρνει την αίσθηση ότι «κανείς δεν με ακούει» και την μετατρέπει σε πολιτική οργή. Και αυτός είναι ο λόγος που δεν αρκεί να απαντήσουμε στην Ακροδεξιά λέγοντας απλώς ότι «είναι φασίστες».

Και τώρα, τι;

Η δικαστική αντιμετώπιση είναι απαραίτητη όταν παραβιάζεται ο νόμος. Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ήταν μια τεράστια νίκη του κράτους δικαίου. Το ίδιο και η δυνατότητα αποκλεισμού ενός πολιτικού σχηματισμού που αποτελεί στην πραγματικότητα όχημα μιας εγκληματικής οργάνωσης.

Αλλά μια ιδεολογία δεν καταδικάζεται σε μια δικαστική αίθουσα. Αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε πραγματικά την ακροδεξιά, πρέπει πρώτα να σταματήσουμε να την κανονικοποιούμε. 

Γιατί δεν αντιμετωπίζεις την κοινωνική ανασφάλεια απαντώντας στον άνθρωπο που δεν μπορεί να πληρώσει το νοίκι ότι «ο ρατσισμός είναι κακός». Του απαντάς εξηγώντας γιατί δεν μπορεί να πληρώσει το νοίκι.

Με κοινωνική πολιτική, δημόσιες υπηρεσίες που λειτουργούν, εργασιακά δικαιώματα, πρόσβαση στη στέγη, υγεία και παιδεία, πραγματική προστασία από την αυθαιρεσία και θεσμούς που δεν δίνουν την αίσθηση ότι λειτουργούν μόνο για όσους έχουν δύναμη.

Γιατί όσο η δημοκρατία αφήνει ανθρώπους να αισθάνονται ότι είναι μόνοι τους απέναντι στην ακρίβεια, την επισφάλεια και την αδικία, τόσο ευκολότερο είναι για την Ακροδεξιά να εμφανίζεται ως η δύναμη που «θα βάλει τάξη».

Η απάντηση, επομένως, δεν μπορεί να είναι μόνο «μην ψηφίζεις τους φασίστες».

Πρέπει να επικοινωνηθεί ότι υπάρχει κι  άλλος τρόπος να αισθάνεσαι ασφαλής, χωρίς να χρειάζεται κάποιος άλλος να φοβάται για να νιώθεις εσύ ασφαλής.

Σήμερα, έξι χρόνια μετά, ο Ηλίας Κασιδιάρης βγαίνει από τη φυλακή σε μια Ευρώπη όπου η Ακροδεξιά βρίσκεται πιο κοντά στην εξουσία από ό,τι ήταν το 2020. Δεν επιστρέφει, επομένως, στο ίδιο πολιτικό περιβάλλον από το οποίο έφυγε. Επιστρέφει σε ένα περιβάλλον που, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, έχει ήδη μετακινηθεί.

Και θα έπρεπε να αναρρωτηθούμε αν έχουμε δημιουργήσει μια κοινωνία στην οποία η Χρυσή Αυγή, ή οποιαδήποτε νέα εκδοχή της, δεν θα μπορεί να γίνει ξανά απαραίτητη σε κανέναν.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.