Το ελληνικό #MeToo, με όλες τις δυσκολίες και τις καθυστερήσεις που βρήκε στο διάβα του, κατάφερε να σπάσει μια μακροχρόνια σιωπή στον χώρο του πολιτισμού. Η δίκη του Πέτρου Φιλιππίδη – ο οποίος κατηγορείται για απόπειρες βιασμού – είναι ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα αυτής της συλλογικής αφύπνισης. Και όμως, παρά τη σοβαρότητα των κατηγοριών, ορισμένοι από τους μάρτυρες που καταθέτουν στη δίκη, επιμένουν να αντιμετωπίζουν την κατάσταση σαν να πρόκειται για μια φθηνή φαρσοκωμωδία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σημερινή κατάθεση του Παύλου Χαϊκάλη, ο οποίος, επιχειρώντας να «ξεπλύνει» τον Φιλιππίδη, ισχυρίστηκε ότι «το θέατρο ήταν ένα μεγάλο κρεβάτι». Ο ηθοποιός και πρώην βουλευτής στην προσπάθεια να τον υπερασπιστεί εις βάρος των γυναικών που έχουν πέσει θύματα απόπειρας βιασμού, υπονόησε στην ουσία ότι οι ερωτικές σχέσεις ήταν ένα κομμάτι της καθημερινότητας στον καλλιτεχνικό χώρο. Μάλλον τον κ. Χαϊκάλη δεν τον απασχολεί εάν αυτές οι ερωτικές σχέσεις ήταν συναινετικές ή όχι.
Μια τέτοια δήλωση δεν είναι ατυχής, αντιθέτως είναι πολύ στοχευμένη. Δεν μπορεί ο κ. Χαϊκάλης να βαφτίζει «κρεβάτι» έναν χώρο που περιλαμβάνει ατελείωτες ώρες πρόβας υπό δυσμενείς συνθήκες, σωματική έκθεση και ψυχική εξουθένωση. Δεν είναι απλώς γραφικό, αλλά άκρως προσβλητικό και επικίνδυνο. Και εν τέλει γίνεται συνένοχος μιας από τις πιο ακραίες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης.
«Περιβάλλον χαλαρών ηθών»
Μάλιστα ο ίδιος χαρακτήρισε τον θεατρικό χώρο των προηγούμενων δεκαετιών ως «περιβάλλον χαλαρών ηθών» με ελευθερία έκφρασης, όπου – όπως υποστήριξε – υπήρχαν ακόμα και περιστατικά με ναρκωτικά, βίαιες ή χυδαίες συμπεριφορές.
Αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι ότι επιχειρεί να αποπροσανατολίσει τη συζήτηση και να απονομιμοποιήσει τις καταγγελίες, παρουσιάζοντάς τις ως μέρος ενός «παιχνιδιού εξουσίας» που κάπως όλοι ήξεραν και όλοι συμμετείχαν. Είναι σαν να λέει ότι «έτσι γινόταν πάντα», σαν να υπαινίσσεται ότι οι γυναίκες που κατήγγειλαν είχαν επίγνωση ή συναίνεση σε ένα σύστημα εξουσίας που τελικά καταπάτησε τα δικαιώματά τους.
Γνώριζαν ότι αυτό συμβαίνει στο θέατρο γενικά, άρα έχουν και εκείνες ευθύνη. Αυτή είναι η ρητορική που για χρόνια επέτρεπε στους θύτες να δρουν ανενόχλητοι και στα θύματα να σιωπούν. Και όταν αυτή η ρητορική ξεστομίζεται από κάποιον που υπήρξε ενεργό και ισχυρό μέλος του καλλιτεχνικού χώρου, δεν είναι απλώς ατυχής – είναι επικίνδυνη.
Ας είμαστε ξεκάθαροι, κανείς δεν κατηγορεί τον Χαϊκάλη για συνέργεια, αλλά η δημόσια στάση του είναι ενδεικτική μιας ευρύτερης κουλτούρας συνενοχής, ατιμωρησίας και συγκάλυψης. Της ίδιας κουλτούρας που επέτρεψε σε άνδρες με εξουσία να ασκούν βία επί δεκαετίες – γιατί απλώς «έτσι λειτουργεί το θέατρο», «έτσι ήταν πάντα». Και είναι απαράδεκτο ότι η δήλωση αυτή έρχεται από έναν άνθρωπο που είχε και πολιτική θέση εξουσίας.
Από τα πιο εξοργιστικά στη δική, είναι ότι ο ίδιος, ανέφερε τη ζήλια και την εκδίκηση ως πιθανά κίνητρα των καταγγελιών που – όπως υποστήριξε – ήταν μία «λανθάνουσα κρίση φεμινισμού».
Ο Παύλος Χαϊκάλης και το πέπλο της σιωπής
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Π. Χαϊκάλης προκαλεί με τις δημόσιες παρεμβάσεις του. Το ζήτημα όμως είναι το μήνυμα που στέλνει – σε μια εποχή που η κοινωνία προσπαθεί με κόπο να ξηλώσει το πέπλο της σιωπής γύρω από τη σεξουαλική κακοποίηση. Οι λέξεις έχουν βαρύτητα, ειδικά όταν εκφέρονται μέσα σε μια δικαστική αίθουσα. Και όταν αυτές οι λέξεις επιχειρούν να μετατρέψουν μια δίκη για βιασμό σε νοσταλγική αφήγηση για τα «άτακτα» παρασκήνια του θεάτρου, τότε το πρόβλημα είναι δομικό.
Όπως είπε κυνικά και δίχως αιδώ, «αυτές οι καταστάσεις δεν μπορεί να καταδικάζονται εκ των υστέρων» αν τότε κανείς δεν τις κατήγγειλε.
Οι γυναίκες πολύ συχνά δεν καταγγέλλουν βιασμούς ή απόπειρες βιασμών, εξαιτίας του φόβου, του στιγματισμού, της ενοχής και κυρίως της έλλειψης εμπιστοσύνης σε θεσμούς και της ψυχολογικής επιβάρυνσης.
Ακόμα και σήμερα, σε πολλές κοινωνίες ο βιασμός θεωρείται ντροπή για το θύμα και όχι για τον δράστη. Πολλές γυναίκες φοβούνται ότι θα κατηγορηθούν, ενώ η εμπιστοσύνη στις αρχές, την αστυνομία και το δικαστικό σύστημα είναι τόσο χαμηλή ειδικά όταν μιλάμε για περιστατικά έμφυλης βίας. Όταν γυναίκες δολοφονούνται έξω από αστυνομικά τμήματα από τους πρώην συντρόφους τους επειδή ο αστυνομικός αρνήθηκε να τις συνοδέψει σπίτι, λέγοντας ότι «το περιπολικό δεν είναι ταξί», πόση ασφάλεια θεωρεί ότι αισθανόμαστε;

Το victim blaming στις γυναίκες
Όταν γίνεται victim blaiming στις γυναίκες που είναι θύματα με τους δικαστές να τις ρωτούν εάν προκάλεσαν με το ντύσιμό τους, για ποια εμπιστοσύνη να μιλήσουμε; Όταν βιώνουν το ίδιο τραύμα επαναλαμβανόμενα με το να το αναλύουν συνεχώς, μέσα σε χρονοβόρες και ψυχοφθόρες δικαστικές διαδικασίες, για ποια εμπιστοσύνη μιλάμε;
Καλό θα ήταν οι άντρες να μην εκφράζουν άποψη για το πως αισθάνονται οι θηλυκότητες, για το τι ψυχικά αποθέματα χρειάζεται για να καταγγείλλουν παραβιαστικές συμπεριφορές και απόπειρες ή βιασμούς, γιατί δεν έχουν μπει ούτε ποτέ θα μπουν στη θέση μας. Αν πραγματικά θέλουμε να αλλάξει κάτι, οφείλουμε να μην αφήνουμε τέτοιες δηλώσεις να πέφτουν κάτω, να μην τις χαρακτηρίζουμε ως γραφικές, γιατί υποτιμάμε τη ζημιά που προκαλούν και το αποτύπωμα που αφήνουν. Δεν είναι απλώς αστεία ή παρεξηγήσιμα σχόλια – είναι λόγια που ενισχύουν πολύ συνειδητά την ενοχοποίηση των θυμάτων και την απαλλαγή των ισχυρών.
Το θέατρο δεν είναι «ένα μεγάλο κρεβάτι». Είναι ένας χώρος δουλειάς. Είναι ένας χώρος δημιουργίας. Και για κάποιες γυναίκες, υπήρξε – και παραμένει – ένας χώρος τραύματος. Όποιος αδυνατεί να το αναγνωρίσει αυτό, δεν έχει θέση ούτε στη δημόσια σφαίρα, ούτε στις αίθουσες των δικαστηρίων ως μάρτυρας υπεράσπισης.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.