Για τους περισσότερους που έχουν καταγωγή από κάποιο χωριό, τα παιδικά χρόνια είναι συνυφασμένα με τα πανηγύρια. Ειδικά αυτά που μας τραβολογούσαν οι γονείς και οι παππούδες μας κάθε Δεκαπενταύγουστο. Η τσίκνα από τα ψητά σκέπαζε κυριολεκτικά όλο το χωριό, ενώ στα παραδοσιακά καφενεία ήταν το μοναδικό θέμα συζήτησης μεταξύ των θαμώνων. Από τις προηγούμενες μέρες οι κάτοικοι πήγαιναν να κάνουν τις ετοιμασίες - από την προετοιμασία του φαγητού μέχρι το στήσιμο των τραπεζοκαθισμάτων - και γενικά σε όλο το χωριό επικρατούσε αναβρασμός.
Τα βράδια εκείνα είχαν κάτι αυθεντικό: Eκτυφλωτικά φώτα, παραδοσιακή μουσική και κλαρίνα που διαπερνούσαν το τύμπανο, πλαστικές καρέκλες, τραπέζια γεμάτα κρέας και φυσικά άφθονο κρασί. Ήταν αποκλειστικά κάτι που ανήκε στους μόνιμους κατοίκους των χωριών αφού ήταν και συνδεδεμένα με την εκκλησία και τις παραδόσεις. Στα τραπέζια έβλεπες κυρίως ντόπιους -μεσήλικες και ηλικιωμένους- με τις οικογένειές τους και κάποια μικρά παιδιά που τα έφερναν με το ζόρι και από ένα σημείο και έπειτα, τους ένωναν καρέκλες για να κοιμηθούν μέχρι να τελειώσει το γλέντι.

Ξαφνικά, κυρίως τα τελευταία 10 χρόνια, έχει υπάρξει μια στροφή προς τα πανηγύρια, κυρίως από millennials και zoomers, οι οποίοι σε κάθε μέρος που θα βρεθούν το καλοκαίρι – είτε είναι νησί είτε χωριό, ψάχνουν πάντα που «παίζει καλό πανηγύρι». Αυτό είναι και το σούσουρο των ημερών μεταξύ των νέων οι οποίοι ψάχνουν τη φάση.
Πλέον, τα πανηγύρια έχουν γίνει τόσο διαδεδομένα που εμφανίζονται σε διάφορα άρθρα στα μίντια -π.χ. τα πανηγύρια που πρέπει να ζήσεις φέτος, και φυσικά στο TikTok, ενώ σίγουρα σε κάθε στόρι που θα ανέβει στο Instagram το Δεκαπενταύγουστο, τα πανηγύρια μονοπωλούν το ενδιαφέρον. Είναι σίγουρα πλέον τα event του καλοκαιριού.
Πέρσι το καλοκαίρι που βρέθηκα στην Τήνο, το έζησα στο πετσί μου. Στον δρόμο προς το χωριό είχαν παρκάρει αυτοκίνητα για χιλιόμετρα, ενώ άπειρες παρέες περπατούσαν μέσα στη νύχτα για να φτάσουν στο πανηγύρι, με ποτά στο χέρι από πριν. Όταν φτάσαμε, θύμιζε περισσότερο είσοδο σε club παρά γιορτή του χωριού, καθώς περιμέναμε στην ουρά για να περάσουμε στην πλατεία που γινόταν το πανηγύρι.

Η αναζήτηση της αυθεντικότητας
Ίσως μέσα σε ένα κόσμο που πια όλοι προσπαθούν να μοιάσουν σε κάποιον, που υπάρχει μια γενικότερη ομοιομορφία -από τους τρόπους διασκέδασης μέχρι και πιο προσωπικά στοιχεία όπως το στυλ, το ντύσιμο, τις αισθητικές επεμβάσεις- πολλοί ψάχνουν να βρουν λίγη αυθεντικότητα. Αυτή η μαζική στροφή για κάτι που παλιότερα θεωρούταν ξεπερασμένο, ίσως είναι και μια αναζήτηση για κάτι διαφορετικό, για κάτι γνήσιο.
Ειδικά για αυτές τις γενιές που η μόνη διασκέδαση που έχουν ζήσει είναι τα live με ωράρια και συγκεκριμένη ροή, τα πανηγύρια είναι ένα αντίδοτο. Στα πανηγύρια δεν υπάρχει ούτε line-up, ούτε χορηγοί, ούτε χρονοδιαγράμματα. Υπάρχουν οργανοπαίχτες και ένας αοιδός που μπορεί να τραγουδάει μέχρι τα ξημερώματα, να δέχεται παραγγελιές για τραγούδια και γενικά να το τραβάει όσο τραβάει και το κέφι. Δεν υπάρχουν κοκτέιλ και εκλεπτυσμένα ποτά, αλλά χύμα κρασί, μπίρες, τοπικό τσίπουρο – κάτι που θυμίζει παλιότερες εποχές. Είναι κάτι διαφορετικό, κάτι πιο ζωντανό και σίγουρα κάτι ατόφιο και όχι στημένο.

Η ξεγνοιασιά και η ανθρώπινη επαφή
Πόσες φορές τον χρόνο μας δίνεται πραγματικά η ευκαιρία να χορέψουμε σε κύκλο, αγκαλιασμένοι με ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε, και να νιώσουμε έστω για λίγες ώρες ότι γινόμαστε μια μεγάλη παρέα; Αυτή η εμπειρία, δεν έχει απαραίτητα να κάνει μόνο με τη μουσική ή το φαγητό. Ειδικά για όσους έχουν μεγαλώσει σε μεγάλες πόλεις, που δεν έχουν περάσει τα καλοκαίρια τους σε χωριά και δεν έχουν γνωρίσει από κοντά το τι σημαίνει «πανηγύρι», όλο αυτό μοιάζει σχεδόν εξωτικό και ανεπητίδευτο.
Κι αυτή η ανεμελιά είναι που κάνει τα πανηγύρια ελκυστικά, πέρα από το trend. Πολλοί μπορεί να πάνε για «ένα story στο Instagram», αλλά για κάποιους είναι πολλά περισσότερα από αυτό. Είναι η στιγμή που θα ξεχάσουν για λίγο το κινητό στην άκρη, θα μπουν να χορέψουν σε κύκλο ακόμα και αν δεν ξέρουν τα βήματα, θα γελάσουν, θα φάνε κοψίδια και θα πιουν κρασί.

Από τη γνησιότητα στην εμπορευματοποίηση
Βέβαια, όπως σε κάθε κατάσταση, όλη αυτή η μανία με τα πανηγύρια, δε θα είχε γιγαντωθεί χωρίς τα social media, αφού όλα τα βίντεο που ανεβαίνουν κάθε καλοκαίρι, έχουν μια cult αισθητική, είναι ανεπεξέργαστα, χαοτικά, είναι ίσως μια ανάγκη να δείξουν ότι όντως περνάνε καλά, ότι χορεύουν, ότι είναι μέσα στη φάση της εποχής. Γιατί τα πανηγύρια μπορούν να είναι ινσταγκραμικά χωρίς καν να το επιδιώκουν.
Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη πλευρά μέσα σε όλο αυτό. Για τους κατοίκους των χωριών και των νησιών που το πανηγύρι ήταν πάντοτε κάτι που αφορούσε τις κοινότητές τους, το να βλέπουν χιλιάδες να καταφθάνουν στα χωριά τους, πολλές φορές μπορεί να είναι και κάπως σπαστικό γιατί είναι σαν να αποξενώνονται ξαφνικά από τον τόπο τους. Από ένα σημείο και μετά, είναι λογικό να μη θέλουν τον πολύ κόσμο.
Η εμπορευματοποίηση που πια υπάρχει είναι κάτι που δε μπορεί να αποφευχθεί. Πολλά πανηγύρια πια είναι με είσοδο, γίνονται κρατήσεις για τραπέζια και μπαίνει ελάχιστη κατανάλωση. Όλο αυτό καταστρέφει τον αυθορμητισμό τους, γίνονται αυτόματα πιο εμπορικά, λένε τραγούδια που έχουν hype, γίνονται πια στημένα, σαν μικρά φεστιβάλ. Φέτος το καλοκαίρι σε κάθε story από πανηγύρι έπαιζε το «Μάτια μου εγώ για σένα έχω έρωτα που άλλο δεν αντέχω», που ακόμα και αυτό, δείχνει ότι έχουν γίνει πλέον σαν ένα προϊόν μαζικής κατανάλωσης.
Τα πανηγύρια είναι μια παράδοση που είναι σημαντικό να υπάρχει και να αναβιώνει. Όμως θα μπορούσε αυτό να γίνει και με άλλους όρους, ώστε να μην αλλοιωθούν και να μην μετατραπούν σε ένα ακόμα trend που θα σβήσει μέχρι να έρθει το επόμενο.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.