Μενού

H τρίτη εποχή του ελληνικού μπάσκετ

euroleague
Eurokinissi
  • Α-
  • Α+

Όταν μιλούσα με έναν Γάλλο διαμένοντα στα Εξάρχεια, παραμονές του 5ου ματς του Παναθηναϊκού με την Εφές, δεν περίμενα ότι κάποιος εξωτερικός παρατηρητής θα είχε εντυπωσιαστεί με το ενδιαφέρον που υπάρχει στην Ελλάδα για το μπάσκετ. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ώστε να θεωρεί ότι αυτό θα ήταν το νούμερο 1 άθλημα στη χώρα.

Αφού τον διόρθωσα τονίζοντας ότι και εδώ η βασιλεία του ποδοσφαίρου παραμένει ακλόνητη, τον ρώτησα αν στη Γαλλία ασχολούνται με το μπάσκετ. «Ναι», μου λέει, «με το NBA». Για τη Euroleague δεν ήξερε πολλά. Βασικά, δεν ήξερε σχεδόν τίποτα. Ούτε ότι συμμετέχουν τρεις γαλλικές ομάδες η μία εκ των οποίων έμελλε να φτάσει στον τελικό. «Ήξερα ότι η Euroleague είναι διοργάνωση Ελλήνων, Σέρβων και Ισπανών αλλά όχι τόσο πολύ».

Αυτή η συζήτηση βέβαια με έβαλε σε σκέψεις. Για κάποιον που ήρθε να μείνει στην Ελλάδα πριν δύο καλοκαίρια, πράγματι δεν είναι δύσκολο να σχηματιστεί η (λανθασμένη) εντύπωση ότι το μπάσκετ είναι το πιο δημοφιλές σπορ στην Ελλάδα. Σε αυτή τη διετία ζούμε τη νέα εποχή του ελληνικού μπάσκετ. Αυτή που ακολουθεί την πρώτη (του Γκάλη και το μεγάλου Άρη) και τη δεύτερη (με τις μαζεμένες κατακτήσεις της Euroleague και τις επιτυχίες της εποχής).

Η επιστροφή του Παναθηναϊκού, σε συνδυασμό με τον νέο τρόπο που καταναλώνουμε τα αθλητικά δρώμενα, σήμανε ουσιαστικά τη νέα εποχή του ελληνικού αθλητισμού. Αυτή στην οποία ο Σπανούλης φοράει γραβάτα και όχι σορτσάκι και ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός μπαίνουν στη σεζόν ως τα απόλυτα φαβορί για την κατάκτηση της Euroleague.

Ειδικά φέτος υπήρξε μία σχεδόν ταυτοτική σύνδεση οπαδών με τις ομάδες τους που ξεπερνούσε το αμιγώς μπασκετικό κοινό. Σε κάθε παρέα υπήρχε τουλάχιστον ένας που φέτος είδε για πρώτη φορά Final Four. Την ίδια στιγμή οι οπαδοί του ΠΑΟΚ και της ΑΕΚ γέμιζαν το γήπεδο για τις δικές τους ευρωπαϊκές επιτυχίες.

To μπάσκετ είναι το εθνικό σπορ

nikos-galis
AP Photos

Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, η Ελλάδα ένιωσε μία ξεχωριστή δύναμη σε ένα άθλημα που στο παρελθόν δεν την πολυαπασχολούσε. Το ποδόσφαιρο είναι, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, η λατρεία των Ελλήνων. Στο μπάσκετ όμως γνωρίζουμε ότι είμαστε καλοί. Έχουμε παίκτες, έχουμε προπονητές, δυνατές εθνικές ομάδες, κορυφαίους συλλόγους. Έχουμε αυτό που λέμε «σχολή».

Το σημαντικότερο; Σε καμία περίπτωση, το ελληνικό μπάσκετ δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τους Έλληνες. Βλέπουμε ένα άθλημα που σπάει λίγο τα στεγανά της ασφυκτικής ελληνικής πραγματικότητας. Για έναν τελικό Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού θα παραμιλούσε όλη η (μπασκετική) Ευρώπη.

Ρωτάω τον Ηλία Αναστασιάδη, διευθυντή του Reader, πώς εξηγεί αυτή την εκτόξευση του ενδιαφέροντος για το ελληνικό μπάσκετ.

«Κακά τα ψέματα, με το μπάσκετ έχουμε βιώσει συλλογικά σαν λαός ότι είμαστε παιδιά, ή φίλαθλοι, ή έστω οπαδοί, ενός ανώτερου θεού. Η σταθερή εκπροσώπησή μας τα τελευταία 40 χρόνια στην ελίτ της Ευρώπης σε επίπεδο συλλόγων είναι μια πολύ ελκυστική πραγματικότητα.

Μπορεί να μην το αποδεχόμαστε φωναχτά, λέμε φερ' ειπείν, είμαι το ίδιο ΠΑΟ/ΑΕΚ/Ολυμπιακός σε όλα τα αθλήματα, αλλά το ότι ποτέ δεν ήμασταν αυτό που λέμε α' ρόλος στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, έχει κάτσει μέσα μας. Μας έχει διαμορφώσει».

Αυτή η βάση είναι απαραίτητη για τον τρόπο που βλέπουμε το μπάσκετ στη χώρα μας. Αυτό το άθλημα ξέρουμε να το παίζουμε καλά. Αυτό βέβαια δεν αρκεί για να ασχοληθούμε τόσο εμμονικά μαζί του.

Είναι επίσης το άθλημα που ταιριάζει στην εποχή μας

Το ποδόσφαιρο είναι σίγουρα ένα πολύ απλό άθλημα ως προς τους κανόνες του. Δεν είναι όμως ιδιαίτερα εύκολο για να το παρακολουθήσεις, αν δεν έχεις μυηθεί σε αυτό. Ένας αγώνας ποδοσφαίρου ουσιαστικά αποτελείται από 90 λεπτά στα περισσότερα εκ των οποίων δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. 

Και αν αυτό δίνει τη μαγεία της στιγμής και κάνει κάθε γκολ ξεχωριστό, κάνει και το θέαμα πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο της εποχής μας με αποσπασματική προσοχή και με εμμονή με την ταχύτητα και «το κάτι να συμβαίνει». Το ποδόσφαιρο έχει μέσα του την πλήξη, η οποία είναι ένα συναίσθημα τελείως ξεχασμένο στην εποχή μας.

Το μπάσκετ με τη σειρά του είναι ένα παιχνίδι συνεχόμενων κατοχών. Κάθε 24 δευτερόλεπτα είναι αναγκαστικό, από τη φύση του παιχνιδιού, να συμβαίνει κάτι. Κι αν οι μυημένοι στο ποδόσφαιρο θα ορκίζονται την πίστη τους στο παιχνίδι, οι ουδέτεροι σίγουρα θα βλέπουν πιο εύκολα ένα σημαντικό μπασκετικό ματς από ό,τι ένα ποδοσφαιρικό.

Η παλινόρθωση μίας αυτοκρατορίας

Η μεταγραφή του Σλούκα στον Παναθηναϊκό στην αρχή του καλοκαιριού του 2023 σήμανε την επαναφορά του Παναθηναϊκού στην ελίτ του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Γέννησε όμως και μία εντυπωσιακή ιστορία στην οποία εμπλεκόταν ο Σλούκας, ο Μπαρτζώκας και οι δύο αιώνιοι αντίπαλοι.

Η επανόρθωση της αυτοκρατορίας του Παναθηναϊκού -μετά από χρόνια όπου η ομάδα ήταν ωσεί παρούσα- αποτέλεσε ουσιαστικά και το έναυσμα για να βρει τη χαμένη του αίγλη το μεγαλύτερο ντέρμπι του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Αν κάτσει κανείς να το σκεφτεί, δεν είναι και πολλές οι χρονιές που οι δύο ομάδες είναι σχεδόν ισοδύναμες. Πολλώ δε μάλλον ισοδύναμες και στην κορυφή της Ευρώπης.

Παρά τη φετινή «αποτυχία» και των δύο, Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός έφεραν για ακόμα μία χρονιά τεράστια ονόματα (Ναν, Φουρνιέ, Βεζένκοφ, Χουάντσο), ενώ ο Παναθηναϊκός διαθέτει πλέον το πιο σύγχρονο κλειστό γήπεδο της Ευρώπης. Καθ’όλη τη διάρκεια της χρονιάς, άπαντες μιλούσαν για την προοπτική ενός ευρωπαϊκού τελικού ανάμεσα στους αιωνίους.

Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι, σε αντίθεση με την πρώτη εκτόξευση του ελληνικού μπάσκετ που ήρθε με τον Γκάλη και τα αναπτυξιακά προγράμματα, στην εποχή μας το άθλημα είναι πολύ πιο αθηνοκεντρικό. Αυτό βέβαια ξεκινάει πολύ πιο πίσω, όταν άρχισαν να μπαίνουν τα μεγάλα κεφάλαια από τις οικογένειες Γιαννακόπουλου και Κόκκαλη. 

Ταυτόχρονα, το ελληνικό μπάσκετ δεν βασίζεται σε μία ομόνοια πάνω σε μία συγκλονιστική ομάδα, αλλά στην παραδοσιακή αντιπαλότητα δύο συλλόγων. Μία έχθρα που έκανε πολλούς οπαδούς να λένε αναμεταξύ τους ότι η πιθανότητα ενός ελληνικού τελικού θα καλυπτόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από συναισθήματα άγχους, ματαίωσης και πανικού. Σίγουρα όχι ενθουσιασμού.

«Η περσινή σεζόν γέννησε στους Παναθηναϊκούς μνήμες»

euroleague
AP Photos

Moυ λέει ο Κώστας Κωστάκος, γνωστός για τα κείμενά του μερικά εκ των οποίων αφορών και τον Παναθηναϊκο: 

«Για μας τους Παναθηναϊκούς η περσινή σεζόν είχε όλα τα φόντα να είναι μια ακόμα μεγαλοπρεπής αποτυχία. Απλά αυτή τη φορά πολύ πιο ακριβοπληρωμένη. Ναι, είχαμε πάρει παίκτες - ονόματα, ναι, είχαμε πάρει προπονητή - όνομα, ναι, το χρήμα έρεε άφθονο ξανά, αλλά η αρχική φιλοδοξία ήταν βασικά η επιστροφή στα πλέι οφ, μετά από μια τριετία στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης και μετά από έντεκα σερί σεζόν εκτός φάιναλ φορ. 

Όταν όμως το πράγμα άρχισε με την πάροδο λίγων μηνών να ρολάρει, άρχισαν να ξυπνάνε μνήμες. Μνήμες του πώς είχαμε συνηθίσει την ομάδα. Μνήμες του ποια είναι η συγκεκριμένη ομάδα. Με τα έξι της ως τότε ευρωπαϊκά. Μνήμες που ξανάγιναν τραγούδια, με τα οποία ζητούσαμε το έβδομο.

Κι αυτή η επανασύνδεση με ένα βιωμένο μεγαλείο, έγινε με τη σειρά της φυτίλι που σε ένα βαθμό οδήγησε στο καινούργιο μεγαλείο. Που ίσως ξεπέρασε και τις προηγούμενες έξι κατακτήσεις»

Φέτος, τη βραδιά που περνούσαμε στο πέμπτο ματς την Εφές, η φίλαθλη Ευρώπη εκστασιαζόταν με το Ίντερ - Μπαρτσελόνα. Την επόμενη έγραψα σε μια ανάρτηση ότι δεν ζηλεύω κάτι, ότι δεν ζηλεύω αυτό που έζησαν οι οπαδοί της Ίντερ, ότι η ομάδα μου με έχει κάνει να νιώσω με τρόπο που δεν πάει πιο πέρα συναισθηματικά. Αρκετές μέρες αργότερα ο ημιτελικός με την Φενέρ ήταν μια μεγάλη απογοήτευση και η εμφάνιση σχεδόν αποκαρδιωτική. Και το ματς έμοιαζε εντελώς χαμένο. 

Όταν προς το τέλος αρχίσαμε να τους φτάνουμε, όταν ο Λεσόρ είχε στηθεί στις βολές ροκανίζοντας τη διαφορά, άρχισα να σπάω με έναν τρόπο που δεν θυμάμαι να έχω σπάσει ούτε στους μεγαλύτερους θριάμβους. Δεν μίλαγα, δεν φώναζα, είχα κάτι σαν εσωτερικούς λυγμούς. Μου φαινόταν αδιανόητο ότι θα μπορούσαμε να το κάνουμε ακόμη και τώρα. Δεν το κάναμε. Αλλά η καρδιά θυμάται. 

Και νομίζω ότι Παναθηναϊκός στο μπάσκετ είναι ακριβώς αυτό: το να σε πιάνει μια συγκίνηση που δεν μπορείς να ελέγξεις ακόμα και στην πιο κακή εμφάνιση της ομάδας, μόνο και μόνο επειδή η καρδιά θυμάται. Και ξέρει».

«Για εμένα ο Ολυμπιακός είναι…» 

olympiakos
Eurokinissi

Mία παρόμοια άποψη ζήτησα και από τη συντάκτρια του Bold, Άντυ Κουκλάδα. Η ερώτηση ήταν γιατί ασχολείσαι κυρίως με το μπάσκετ αφού στην ομάδα σου, το ποδόσφαιρο είναι αυτό που έχει δώσει τις μεγαλύτερες χαρές.

«Ο Ολυμπιακός ήταν στη ζωή μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου ο παππούς μου έβλεπε αγώνες καπνίζοντας ατελείωτα τσιγάρα. Ήταν το πάθος του, που κάπως μου το μετέδωσε και μένα. 

Επί οκτώ χρόνια ως παιδί έπαιζα μπάσκετ, πορωνόμουν με αυτό, ασχολιόμουν όλη μέρα. Ξέρω ότι το ποδόσφαιρο μας έχει φέρει τις μεγαλύτερες χαρές, όμως το μπάσκετ είναι το αγκάθι στην ψυχή μου, είναι το άθλημα που κάνει την καρδιά μου να χτυπά δυνατά, η ομάδα, το γήπεδο, ο παλμός, οι νίκες και οι απογοητεύσεις.

 Δεν θα σταματήσω να πηγαίνω στο ΣΕΦ, στο πέταλο, να βραχνιάζει η φωνή μου τραγουδώντας συνθήματα για την ομάδα μου, όσες πίκρες και αν έρχονται, όσο πένθος και αν βιώνω μέσα μου μπροστά σε ένα ακόμα χαμένο final 4. Για εμάς δεν είναι απλά ένα ματς, αλλά μια ματαίωση που μας γεμίζει με τοξικότητα και όποιος δεν έχει νιώσει αυτά τα συναισθήματα και δεν έχει αυτό το βαθύ δέσιμο με την ομάδα, δεν μπορεί να μας καταλάβει.

Στο τέλος της ημέρας όμως, προσμονή και η ελπίδα είναι πάντα πιο έντονες. Όπως λέει και το σύνθημα: "Όσο με πληγώνεις Ολυμπιακέ, τόσο με πορώνεις και τρελαίνομαι, όπου και να παίζεις θα σ' ακολουθώ και για σένανε μόνο θα τραγουδώ"».   

Άθλημα που έχει συγκεκριμένους χαρακτήρες

sloukas
Eurokinissi

Οι μονομαχίες μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού, λέει το αιώνιο αθλητικογραφικό κλισέ, έχουν ενδιαφέρον ακόμα και στο τάβλι. Φυσικά η αντιπαλότητα δίνει πάντα κίνητρο για να ασχοληθείς με τον αθλητισμό είτε ως άμεσα συμμετέχων είτε απλώς ως θεατής. Η συγκεκριμένη αντιπαλότητα όμως δίνει και πολλές ιστορίες.

Οι ιστορίες αυτές ξεκινούν από θολές μνήμες μία κόντρας που έρχεται από τους παππούδες μας και ακόμα πιο πίσω. Στην περίπτωση του σύγχρονου μπάσκετ ειδικά, οι ιστορίες αυτές συνδέονται και με πρόσωπα: Ο Σλούκας, ο Μπαρτζώκας, ο Αταμάν, ο Κάνααν, ο Γουόκαπ. Ακόμα και ο Σπανούλης με τον Σάρας.

Η έχθρα των αιωνίων αντιπάλων είναι στο φόντο και σε μικρο-επίπεδο βρίσκουμε την έχθρα μεταξύ ανθρώπων με σάρκα και οστά, όχι ιδεών. Αυτό από μόνο του μπορεί να τραβήξει κόσμο που μπορεί να μη νοιάζεται καν για το μπάσκετ ως άθλημα.

Πέρσι το καλοκαίρι, ένας τεράστιος αθλητής έφυγε νιώθοντας αδικημένος από μία τεράστια ομάδα για να πάει σε μία άλλη και να γίνει κατευθείαν αρχηγός της. Χρειάζεται να ξέρεις τι σημαίνει κινητό screen για να κάτσει να παρακολουθήσεις ποιος κέρδισε στην κόντρα; Μάλλον όχι. Και μόνο η έκβαση αυτής της ανθρώπινης σύγκρουσης τραβάει το βλέμμα. Μια κλασική αφήγηση με καλούς, κακούς, προδοσίες και ίντριγκες.

Για τον Δημήτρη Κωνσταντινίδη, διευθυντή του Gazzetta, δεν είναι μόνο τα εξωμπασκετικά stories. «Αυτή η ανανέωση του ενδιαφέροντος για το μπάσκετ είναι σίγουρα και μόδα αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Πιστεύω ότι υπάρχει και αρκετή μπασκετική γνώση. Δεν είναι άμπαλος ο κόσμος που πηγαίνει στο γήπεδο ούτε φωνάζει "γκολ" στα καλάθια». Ούτως ή άλλως πάντως, νιώθει πως ο διαχωρισμός μπασκετικών και ποδοσφαιρικών είναι μόνο στο κεφάλι των δημοσιογράφων.

Το επίπεδο τοξικότητας είναι σε άλλο επίπεδο

Οι μπασκετικοί ανέκαθεν ένιωθαν ότι έχουν άλλη στόφα από τους ποδοσφαιρικούς. Κινούνταν, έγραφαν και μιλούσαν ως μία μικρή ελίτ. Η μάνα μου πάντα ένιωθε καλύτερα όταν πήγαινα σε αγώνα μπάσκετ παρά ποδοσφαίρου. «Στο μπάσκετ πάνε πιο κανονικοί άνθρωποι», μου εξηγούσε.

Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, μοιάζει σαν η τοξικότητα του μπάσκετ να έχει ανέβει γρήγορα επίπεδο. «Σε επίπεδο τοξικότητας, την μπασκετική κόντρα Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού δεν τη φτάνει τίποτα», μου λέει ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης που είναι διευθυντής του Gazzetta. Του ζητάω να μου το ερμηνεύσει: 

«Είναι αντίπαλοι σε δύο μέτωπα, στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, και είναι και μόνοι τους. Πάντως δεν είναι καινούργιο ότι το ελληνικό μπάσκετ λειτουργούσε με δίπολα. Ξεκίνησε με το Άρης-ΠΑΟΚ και έφτασε στο Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός με μία μικρή περίοδο που πήγε να μπει σφήνα και η ΑΕΚ».

Για εκείνον, θα έκανε τρομερό καλό στο ελληνικό μπάσκετ αλλά και στις ίδιες τις ομάδες του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού το να εμφανιστούν και άλλοι πόλοι. «Θα τους έκανε σίγουρα πιο ταπεινούς». Θεωρητικά, οι δύο ομάδες το ενστερνίζονται. Το αν είναι ειλικρινείς είναι μία άλλη υπόθεση.

Το υπόλοιπό ελληνικό μπάσκετ όμως τι λέει;

aris
ΚΑΕ Άρης | Eurokinissi

Το ενδιαφέρον έχει εκτοξευτεί για τους Ολυμπιακούς και του Παναθηναϊκούς. Ισχύει αυτό για όλους; Ρωτάω τον Ευάγγελο Στελλάκη που είναι podcaster και ασχολείται κυρίως με τις μπασκετικές ομάδες της Θεσσαλονίκης.

«Ειλικρινά δε νομίζω ότι απασχολεί σοβαρά τους οπαδούς των υπολοίπων ομάδων η κορύφωση της αγωνιστικής κόντρας μεταξύ Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού την τελευταία διετία. Έχω την εντύπωση ότι το ζήτημα αφορά αποκλειστικά και μόνο αυτούς. Έτσι κι αλλιώς, “ζουν” και συμμετέχουν σε ένα εντελώς διαφορετικό σύμπαν – εκείνο της Ευρωλίγκας.

Έχουν ξεφύγει από τον εγχώριο ανταγωνισμό εδώ και δεκαετίες κι η εδραίωση αυτής της κατάστασης κάνει τους οπαδούς των υπόλοιπων ομάδων να εμφανίζονται συμβιβασμένοι με αυτή την πραγματικότητα. 

Ο Άρης, ο ΠΑΟΚ κι η ΑΕΚ δεν βλέπουν -στη σύγχρονη εποχή του ελληνικού μπάσκετ- ως ανταγωνιστές τους “αιώνιους”, γιατί αυτοί βρίσκονται σταθερά σε μια άλλη, πιο προχωρημένη, πίστα.

Στο τέλος της ημέρας, ο εκάστοτε οπαδός -πλην των δύο- θα κοιτάξει τι συμβαίνει -ή τι δε συμβαίνει- στην ομάδα του και μόνο. Ο Αρειανός θα σκεφτεί τον επόμενο προπονητή που θα κάτσει στον πάγκο και τους λόγους της περσινής αποτυχίας σε επίπεδο στόχων.

Ο ΠΑΟΚτσής θα στεναχωρηθεί που δεν έμεινε ο Μάσιμο Καντσελιέρι και που χάθηκε η ευρωπαϊκή κούπα που διεκδίκησε η ομάδα του, ομοίως κι ο ΑΕΚτζής. Μπορεί κάποιος να τύχει να “χαζέψει” στην τηλεόραση ένα παραδοσιακό ντέρμπι “ερυθρόλευκων” και “πράσινων”, όμως το πιθανότερο είναι πως θα το προσεγγίσει όπως θα προσέγγιζε ένα... Ίντερ – Μίλαν, ένα βράδυ Σαββάτου.

Δηλαδή, γνωρίζοντας μεν πως υπάρχει ένας μεγάλος αγώνας, αλλά επειδή δεν αφορά άμεσα την ομάδα του, θα το αντιμετωπίσει εντελώς επιδερμικά. Οπότε, η -οικονομική κι αγωνιστική- απόσταση που χωρίζει το συγκεκριμένο γκρουπ ομάδων σε σχέση με τους “αιωνίους”, μοιραία φέρνει κι “απόσταση” σε ο,τι έχει να κάνει με το ενδιαφέρον των οπαδών τους γι' αυτό το ομολογουμένως πολύ μεγάλο rivarly.

Σαφώς, ας μην λησμονούμε πως συνδυαστικά οι Ολυμπιακοί και οι Παναθηναϊκοί είναι μάλλον οι περισσότεροι στη χώρα μας, οπότε ως ένα βαθμό είναι λογικό να νομίζουμε πως η κόντρα τους “καίει”... τους πάντες. Κάτι που πάντως δεν ισχύει».  

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.