Είναι λίγα τα ελληνικά κρασιά που μέσα στην φιάλη τους προφυλάσσουν την ύπαρξη μιας ποικιλίας, συμβολίζουν την ταυτότητα μας περιοχής, συμβαδίζουν με την πορεία της και συμπορεύονται με την ανατολή της εξέλιξης της, παραμένοντας πάντα επίκαιρα και στην πρώτη γραμμή των επιλογών και προτιμήσεων.

Το Μοσχοφίλερο Μπουτάρη που μπαίνει στα σπίτια μας καλοδεχούμενο εδώ και 34 χρόνια σίγουρα είναι μια τέτοια ετικέτα και σίγουρα περικλείει την αυθεντική γεύση της Μαντινείας. Το λευκό κρασί μπορεί να έχει ταυτιστεί με τα οικογενειακά μας τραπέζια και με τις ανέμελες και νόστιμες στιγμές μας, για κάποιους μπορεί να είναι και το κρασί μύησης στον οινικό πλούσιο κόσμο, δεν είναι όμως μόνο αυτά.
Σε κάθε γουλιά του κουβαλάει πολύτιμη ιστορία, την οποία τώρα εμπλουτίζει και συμπληρώνει υπογράφοντας μια νέα σελίδα, ένα νέο κρασί πάλι 100% από διαλεκτά σταφύλια μοσχοφίλερου, που όμως αυτή τη φορά δίνουν ένα συναρπαστικό ανοιχτό ροζέ κρασί.
Από το εμβληματικό αμπέλι της Αγίας Κυριακής...στο ποτήρι μας

Πριν λίγο καιρό ξεκινήσαμε με ένα μικρό πουλμανάκι για να επισκεφτούμε τη Μαντινεία και να γνωρίσουμε την καινούργια παιχνιδιάρικη εκδοχή μέσα στον τόπο που γεννιέται. Μόλις δυο ώρες μακριά από την Αθήνα, βρεθήκαμε στο μεγαλοπρεπές σκηνικό της περιοχής, που αγκαλιάζεται με ιδιαίτερη φροντίδα από τους επιβλητικούς όρους του Μαίναλου, του Πάρνωνα, του Αρτεμισίου, του Κτενιά και του Ολίγυρτου.
Σε αυτό το προικισμένο φυσικό περιβάλλον, με την αναζωογονητική δροσιά και το χαλικώδες έδαφος, ξεδιπλώνεται η διάσημη αμπελουργική ζώνη του Μοσχοφίλερου, από τις πρώτες μάλιστα που καταχωρήθηκαν ως Προστατευμένη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ).
Εμείς συνεχίσαμε μέσα από τα βουνά να ανεβαίνουμε απολαμβάνοντας την ωραία μέρα, την απαράμιλλη θέα και το καταπράσινο σκηνικό, μέχρι που φτάσαμε στο αμπελοτόπι της Αγίας Κυριακής σε υψόμετρο 700m. Πρόκειται για το υψηλότερο αμπέλι της Μαντινείας, ένα ιστορικό διαμάντι, το οποίο ανήκει στην οινοποιητική Μπουτάρη. Αν και στη ζώνη δεν συναντάμε μεγάλες υψομετρικές διαφορές, είμαστε στα 620 με 720 μέτρα υψόμετρο, όπως μας ενημερώνει ο οινολόγος της οινοποιίας Αλέξανδρος Τζαχρήστας εδώ αντιλαμβάνεσαι την διαφορά.

Το συγκεκριμένο αμπέλι αγγίζει την κορυφή, έχει μαγική κλίση και με την συνέργεια της φύσης και των έμπειρων ανθρώπων μεγαλουργεί δίνοντας κρασιά με βαθιά προσωπικότητα και απόλυτη έκφραση της δυναμικής της ποικιλίας. Αυτό μάλιστα αποτέλεσε το έναυσμα για να γεννηθεί μετά από πολλούς πειραματισμούς, έρευνες και εκχυλίσεις, το επόμενο σπουδαίο μοσχοφίλερο του οινοποιείου, μια ροζέ εκδοχή, που αντιπροσωπεύει την επόμενη μέρα και επιδεικνύει μια μοντέρνα προσέγγιση ιδανική να αρωματίσει τα καλοκαίρια μας και όχι μόνο.
Καθώς μπαίνει στο ποτήρι μας το φωτεινό χρώμα του κλέβει ήδη τις εντυπώσεις. Πλησιάζουμε την μύτη μας και ευωδιάζει τριαντάφυλλά μαζί με ζουμερά πυρηνόκαρπα φρούτα, στροβιλίζουμε και απελευθερώνονται οι παιχνιδιάρικες νότες από ροδάκινα, βερίκοκα και κηρήθρα και μετά το φέρνουμε στο στόμα και νιώθουμε την δροσιά, την αρμονική οξύτητα, το πιπεράτο ταπεραμέντο, το ελληνικό καλοκαίρι και την ζηλευτή παρέλαση από τα εσπεριδοειδή, τα κόκκινα φρούτα και τα άνθη.
Η επίγευση παραμένει και μας φέρνει στο μυαλό νοσταλγικές στιγμές στημένες στις αυλές και στις βεράντες, με μαμαδίστικά λαδερά και βόλτες στην παραλία. Οι αναμνήσεις γίνονται νέες καταγραφές και το πολυδυναμικό και πολύπλευρο μας γεμίζει αμέσως ιδέες για ακαταμάχητα παντρέματα με γαρίδες ψημένες στη σχάρα ή σαγανάκι, με μακαρανάδες μύδια και θαλασσινά, με ωμά μαριναρισμένα ψάρια, με τηγανητή σουπιά αλλά και πιο άμεσα με πληθωρικά πλατό τυριών, με μπαμπάτσικες φρουτοσαλάτες
Στο νομάδικο τραπέζι το ροζέ κάνει αξέχαστο ζευγάρι με τα γεμιστά κολοκυθάκια

Η πρώτη μας επαφή με το κρασί έγινε καθώς ήμασταν περικυκλωμένοι από έναν αμπελώνα θρύλο, πιο κάτω από την Αγία Κυριακή και πεδινό. Εκεί είχε στρωθεί ένα εντυπωσιακό μεγάλο τραπέζι και ακριβώς δίπλα ήταν αναμμένες οι φωτιές για να κάνουν τα νόστιμα μαγειρικά τους θαύματα οι Nomade et Sauvage. Εγώ ένιωσα συγκίνηση καθώς περπατούσα εκεί όπου γράφτηκαν και γράφονται πολύτιμα κομμάτια της οινικής ιστορίας και εκεί που γεννήθηκε, ανδρώθηκε και δημιούργησε μεγάλο οινικό ρεύμα η τιμώμενη γηγενής ποικιλία.
Ο εν λόγω αμπελώνας ανήκε στον Καμπά, ο οποίος ήθελε να ξεπεράσει τα όριο του Αττικής γι αυτό έφερε Γάλλους ειδήμονες να του προτείνουν την περιοχή που αξίζει να επενδύσει και να κάνει φυτεύσεις. Μετά από έρευνα οι προσκεκλημένοι κατέληξαν στην Μαντινεία, όπου σύμφωνα μα την μελέτη τους είχε όλο τα προσόντα για να μεγαλώσει ξεχωριστά ελληνικά κρασιά.
Τα υπόλοιπα είναι πραγματικά ιστορία, η οινοποιεία Μπουτάρη αγόρασε τους αμπελώνες Καμπά όπως και αυτόν που βρεθήκαμε για να ανακαλύψουμε την πρόσφατη ετικέτα και με πολύ αγάπη εξακολούθησε να επενδύει στην διατήρηση, την ανάδειξη και την διάδοση του μοσχοφίλερου. Είναι αλήθεια ότι το «Το Μοσχοφίλερο έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά της Μπουτάρη τόσο οινολογικά όσο και σε επίπεδο πωλήσεων, καθώς αφορά περίπου το 50% του τζίρου», μας τόνισε και ο Αλέξανδρος Τζαχρήστος.

Μπορεί λοιπόν το λευκό μοσχοφίλερο να είναι best seller αλλά και το ροζέ με το που κυκλοφόρησε αμέσως έδειξε την δυναμική του και απέκτησε το χρυσό στον διάσημο διαγωνισμό Concours de Bruxelles.
Εμείς κάτσαμε στο ονειρικά στρωμένο τραπέζι έχοντας φόντο από την μια τους αμπελώνες και από την άλλη τα τραπέζια των nomads γεμάτα καλούδια, κατσαρολικά και φωτιές και ξεκινήσαμε το γευστικό πάντρεμα με την κλασική ετικέτα Μοσχοφίλερου Μπουτάρη. Δίπλα της στάθηκαν τα ψητά σπαράγγια τοποθετημένα πάνω σε φρέσκια τριμμένη ντομάτα. Η βοτανικότητα τους έκανε γκελ με τη φρεσκάδα του κρασιού και η ελαφριά καπνιστή τους διάσταση έδεσε με την λιπαρότητα και την γεμάτη γεύση του μοσχοφίλερου.

Από το πρώτο πετυχημένο ντουέτο προχωρήσαμε στο δεύτερο. Ένα συγκλονιστικό πιάτο, τα φασόλια βανίλιες Φενεού με ψητό ζυγούρι στάθηκαν επάξια στην Μαντινεία Cuvee. Το βαθιά ελληνικό πιάτο, με τις γήινες διαστάσεις και την συναρπαστική εναλλαγή της οξύτητας και της γλυκύτητας απογειώθηκε με την ντελικάτη προσωπικότητα του cuvee μοσχοφίλερου.
Mετά, έφτασε η στιγμή για τον πρωταγωνιστή του ταξιδιού το μοσχοφίλερο ροζέ το οποίο μπήκε ξανά στα ποτήρια μας και αυτή την φορά είχε παρέα το πιάτο έκπληξη, τα γεμιστά κολοκυθάκια. Πρέπει να πω ότι γευτήκαμε τα πιο νόστιμα που έχω φάει στη ζωή μου. Η τσαχπινιά τους ήταν στον καπνό και στο μέλωμα του ρυζιού. Είχαν περάσει δηλαδή και αυτά από την φωτιά και είχαν βγει πιο εκρηκτικά στη γεύση ιδανικά για να συνυπάρξουν με το μυρωδάτο, πλούσιο και εύγεστο ροζέ.

Η αλμυρή συστοιχία ολοκληρώθηκε πανηγυρικά με ένα σύνθετο ζευγάρι το μοσχαράκι στη χύτρα με πατάτα στο μαντέμι και Grand Reserve Naousa 2013. Δεν χρειάζονται συστάσεις ούτε για αυτό το κρασί του οινοποιείου Μπουτάρη. Αξίζει όμως να πω ότι μοσχοβόλησε ο τόπος κόκκινα φρούτα, ντομάτα και μπαχαρικά.
Το φινάλε έδωσε μια λαχταριστή γαλατόπιτα με ψητά βύσσινα και ένα γλυκό κρασί που δεν κυκλοφορεί αλλά είχαμε την τύχη να δοκιμάσουμε.

Νομίζω πως θα ήθελα πολύ να ξαναζήσω μια τέτοια εμπειρία, που σε βάζει στον τόπο του κρασιού, στην πατρίδα της ποικιλίας και δίπλα στους ανθρώπους που δίνουν την ψυχή τους για να κρατάνε και να συνεχίζουν σπουδαίες κληρονομιές.
Άλλωστε η βόλτα μέχρι τις Μηλιές της Μαντινείας είναι γρήγορη και μπορεί να σου δώσει τόσα πολλά από την απόδραση μέχρι την οινική ανάμνηση. Τελικά δεν είναι τυχαίο ότι το μοσχοφίλερο είναι μια από τις ελληνικές ποικιλίες πρεσβευτές με την δική του χαρακτηριστική και αναγνωρίσιμη προσωπικότητα. Αρωματικό, δροσερό κομψό, ένας χαμαιλέων με αμέτρητες δυνατότητες.
Στη ροζέ έκφανσή του, κρατάει όλα τα προτερήματα της ποικιλίας, αλλά τα αναβαθμίζει μέσα σε ένα πιο φωτεινό, ανάλαφρο και σύγχρονο προφίλ, τέλειο για το καλοκαίρι μας, για τις συναντήσεις μας μετά την παραλία, για τις συγκεντρώσεις στον κήπο και για τα τραπέζια δίπλα στο κύμα. Ανοίξτε το και πιείτε το και μόνο του ως απεριτίφ για να ευχηθείτε για τις summer στιγμές που έρχονται, όπως κάναμε και εμείς κατά την επιστροφή μας στην Αθήνα.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.