Η ανάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη για το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, με φόντο την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι, το κίνημα συμπαράστασης προς και τα ονόματα των 57 νεκρών των Τεμπών, έχει πυροδοτήσει μία οξεία δημόσια αντιπαράθεση για την οικειοποίηση και τη νοηματοδότηση ενός τέτοιου μέρους.
Μπορεί το μνημείο να θεωρείται σήμερα από πολλούς ως κάτι «δεδομένο», κομμάτι της Βουλής και της πλατείας Συντάγματος -επιδίωξη άλλωστε του αρχιτέκτονα-, μία άχρονη κατασκευή που πάντα υπήρχε εκεί, με τους περισσότερους να αγνοούν το πότε κατασκευάστηκε και για ποιον σκοπό.
Πάντως, η ιδεολογική και πολιτική χρήση του, αρνητική ή θετική, από την εκάστοτε κυβερνητική εξουσία, αντιπολίτευση, καθώς και κινήματα, είναι δεδομένη, κάτι που συμβαίνει και σε άλλες χώρες με αντίστοιχα μνημεία, παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις...
Διαβάστε ακόμα: Ρούτσι και Καρυστιανού για το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη: «Ακόμη και η πιο μικρή ελπίδα δημοκρατίας, έσβησε»
Από τις πρώτες ημέρες μετά τα επίσημα αποκαλυπτήρια, το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη αποτέλεσε αφορμή ιδεολογικής, πολιτικής, αλλά και καλλιτεχνικής αντιπαράθεσης, όπως αποκαλύπτει η αναδίφηση του Τύπου της εποχής.

Ένα μικρό χρονικό
Η απόφαση για την ανέγερση ενός τέτοιου μνημείου ελήφθη από τον Θεόδωρο Πάγκαλο, ο οποίος έδινε μεγάλη σημασία στις φαντασμαγορικές τελετές που τού έδιναν τη δυνατότητα για μεγαλοπρεπείς εμφανίσεις (εφημ. Εμπρός, 26 Μαρτίου 1926).
Ήταν η τόσο αντιφατική, περίπλοκη, ίσως «παράξενη», εποχή του Μεσοπολέμου κατά την οποία κυριαρχούσαν τα ιδεολογήματα για τους «μεγάλους άνδρες» και τις «εξέχουσες» προσωπικότητες που κυριαρχούσαν στην Ιταλία και μετέπειτα στη Γερμανία και την Ισπανία, τα οποία ουκ ολίγοι μιμήθηκαν και ζήλεψαν και στη χώρα μας.
Η ιδέα βέβαια ξεκίνησε από τη Γαλλία και τη Βρετανία, οι οποίες δημιούργησαν τα δικά τους μνημεία το 1920, βαθιά πληγωμένες από τον 'Α Παγκόσμιο Πόλεμο, αν και νικήτριες, καθώς ο μεγαλύτερος έως τότε πόλεμος της ανθρωπότητας είχε κλονίσει ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Ακολούθησε η Ιταλία το 1922.

Έτσι ο Πάγκαλος προκηρύσσει διαγωνισμό, καλώντας αρχιτέκτονες, γλύπτες και ζωγράφους να καταθέσουν σχέδια και μελέτες για την ανέγερση του Τάφου του Άγνωστου Στρατιώτη στη μπροστινή πλευρά των τότε Παλαιών Ανακτόρων και μετέπειτα Βουλής των Ελλήνων.
Μετά από σειρά αντιδράσεων για τη χωροθέτηση του μνημείου και προτάσεις για εναλλακτικές τοποθεσίες όπως η Ακρόπολη, το Πανεπιστήμιο, του Πεδίο του Άρεως, η Μητρόπολη Αθηνών κλπ τελικά αποφασίζεται η εγκατάστασή του στο σημείο που βρίσκεται σήμερα.
Παράλληλα, η ίδια η κατασκευή του υπήρξε τρικυμιώδης, καθώς ξέσπασε σφοδρή διαμάχη μεταξύ του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη και στον γλύπτη Θωμά Θωμόπουλο.
Αλλά και οι απεικονίσεις και οι αναφορές σε μάχες και ονομασίες περιοχών αποτέλεσαν πεδίο αντιπαράθεσης (Πληροφορίες για το χρονικό της σύλληψης και της κατασκευής του μνημείου: Ο Άγνωστος Στρατιώτης της Αθήανς και η αναζήτηση ενός νέου μαζικού μνημειακού ύφους στο Μεσοπόλεμο, Ελένη Κούκη, περ. Αρχειοτάξιο, τ. 13).
Τα εγκαίνια
Κάπως έτσι πλησιάζει η ώρα των εγκαινίων, στις 25 Μαρτίου 1932, «μετά τόσας προ της αποπερατώσεως κρίσεις και επικρίσεις», όπως θα σχολιάσει ο ζωγράφος Σπύρος Βανδώρος (εφημ. Πολιτεία, 27/3/1932), λίγο πριν την πτώση της κυβέρνησης του Βενιζέλου λόγω της μεγάλης οικονομικής κρίσης που έφτασε στην Ελλάδα κάπως καθυστερημένα και το τέλος της επονομαζόμενης «μεγάλης τετραετίας» του αρχηγού των Φιλελευθέρων.
Δημοσιεύματα εφημερίδων ευρείας κυκλοφορίας της εποχής αναφέρονταν στην τελετή των αποκαλυπτηρίων του μνημείου που συνδυάστηκε με τους εορτασμούς της 25ης Μαρτίου.

Στην τελετή στεφάνι κατέθεσε μεταξύ άλλων και Τούρκος στρατιωτικός ακόλουθος, στο πλαίσιο της προσέγγισης που επιδίωκαν οι δύο χώρες, με το γεγονός να προκαλεί αρνητικά σχόλια σε μερίδα του Τύπου.
Έγραφε σκωπτικά ο «Γκρην» σε χρονογράφημα της «Πολιτείας»: «Το γεγονός αυτό είνε συγκινητικόν. Μία τραγική ριπή το διαπνέει. Ποιός ξέρει αν τον άγνωστον αυτόν στρατιώτη δεν εσκότωσε με καμμιά κανονιά του ο ίδιος αυτός στρατιωτικός ακόλουθος που τού κατέθεσε χθες το στέφανο:... Ή ποιος ξέρει αν μιά σφαίρα του αγνώστου στρατιώτου μας δεν έχει σκοτώσει τον αδερφό του Τούρκου στρατιωτικού ακολούθου!» (εφημ. Πολιτεία, 27/3/1932).
Από τη «βελούδινη» κριτική του Βανδώρου στον «αισθητικό εφιάλτη» του Ζαχαρία Παπαντωνίου
Δημοσιεύματα εστίαζαν τόσο στην αισθητική του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη όσο και στον συμβολισμό του. Η πιο «βελούδινη» ίσως κριτική ανήκει στον ζωγράφο Σπύρο Βανδώρο, ο οποίος εξέφραζε αισθητικές και καλλιτεχνικές διαφωνίες, κυρίως όσον αφορά τη χωροθέτηση στα Παλαιά Ανάκτορα.
«Νομίζομεν και η πραγματικότης μάς δικαιώνει, ότι η νεοελληνική αμελετησία και βιασύνη έγινε πρόεξενος δημιουργίας μνημείου μεγίστης με σημασίας διά την πόλιν των Αθηνών, αλλά μικρού ενδιαφέροντος διά την ψυχήν και τον πολιτισμόν ημών των νεωτέων Ελλήνων», καταλήγει στο σημείωμά του (εφημ. Πολιτεία, 27/3/1932).
Αντίθετα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δεν «χαρίζεται». Aπό τις στήλες του «Ελεύθερου Βήματος» (εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 31 Μαρτίου 1932), αναφέρεται στην πρότασή του να λειτουργήσει ως μνημείο για τον Άγνωστο Στρατιώτη ο ναΐσκος δίπλα στη Μητρόπολη Αθηνών.
Ο επιφανής λογοτέχνης και δημοσιογράφος θεωρεί ότι η Βουλή έχασε «την ήρεμον όψιν του βαυαρικού κτιρίου», με κέρδος «τον αισθητικόν εφιάλτην ότι το κτίριον των ανακτόρων είναι στον αέρα».
Μάλιστα, κατά τον Ζαχαρία Παπαντωνίου, ο δεύτερος αισθητικός εφιάλτης ήταν ότι «ο ευρισκόμενος μέσα εις το μνημείον, αλλά και ο διαβάτης ακόμη της πλατείας του Συντάγματος, βλέπουν πάντοτε το κόντεμα του περιστυλίου των προπυλαίων του ανακτόρου, του οποίου οι στύλοι φαίνονται σαν να έχουν κομμένα τα πόδια. Όλα αυτά λέγονται δυστυχήματα θέας».
Αλλά και για το ίδιο το ανάγλυφο με τον στρατιώτη που κείτεται στο έδαφος πάνω σε μία πέτρα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου θα γράψει:
«Καμμιά ιδέαν δεν υπάρχει σ' αυτήν την καμπύλην. Είνε μόνο μια δυσάρεστη καμπύλη [...] Πόσο καλλίτερα θα χρησίμευε για να εκφράση την ιδέαν του αγώνος ή της θυσίας ένα τεχνητό σύμβολον - μια γραμμή, μια φλόγα, ένα σπαθί, ένα κλαράκι τέλος πάντων!».
Ο Παπαντωνίου καταλήγει, επαναφέροντας την αρχική του πρόταση: «Επρότεινα προ ετών την λύσιν της βυζαντινής εκκλησίας, του μικρού κομψοτεχνήματος που είνε πλησίον της Μητροπόλεως. Τότε δεν την επρόσεχεν η στρατιωτική εξουσία.
Τώρα, όπου έχομεν εμπρός μας την σκληράν πραγματικότητα του μνημείου, περισσότερον από τότε είνε μία λύσις! Και την προτείνω για δευτέρα φορά με την πεποίθηση ότι η ιδέα που περιπλανάται τόσα χρόνια δεν θα βρη από το εκκλησάκι εκείνο αναπαυτικώτερο καταφύγιον».

Το τραύμα του πολέμου και το «όχι» στην «αγνωριστοποίηση»
Το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη αποτέλεσε και αφορμή ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης στον δημόσιο λόγο της περιόδου. Ο γνωστός χρονογράφος «Φορτούνιο» (Σπύρος Μελάς) παρουσιάζει μία μάλλον φανταστική ιστορία.
Τα τραύματα από την δεκαετή πολεμική αναμέτρηση που βίωσε η ελληνική κοινωνία από το 1912 έως το 1922, όχι μόνο δεν είχαν επουλωθεί, αλλά παρέμεναν, αναγκάζοντας έναν καθ’ όλα αφ’ υψηλού λόγιο και υποστηρικτή της όποιας «εθνικής ιδέας» (μετέπειτα υποστηρικτή της δικτατορίας Μεταξά), όπως ο «Φορτούνιο» να αναφερθεί σε αυτά.
Περιγράφει μία σκηνή με έναν μεθυσμένο ανάπηρο πολέμου να πηγαίνει στο μνημείο και να… «τα πίνει» με τον Άγνωστο Στρατιώτη, ενώ τόν σταμάτησαν δύο χωροφύλακες:
«Εδώ στην Αθήνα δε γνωρίζω άλλον απ’ αυτόν εγώ. Τον πρωτοείδα στο Κιλκίς, ύστερα, στον άλλο πόλεμο, στο Σκρα και τελευταία στο Σεϊντή-Γαζή που τού ‘ρθε μία σφαίρα στο κεφάλι και σωριάστηκε μπροστά μου. Κουβαλήσαμε μαζί με το γυλιό στη ράχι, χρόνια πήραμε για καφέ αναμένο σίδερο, φάγαμε οβίδες για μεσημέρι και μασσούσαμε ταχτικά, για δείπνο, συρματοπλέγματα!...» (εφημ. Ελεύθερο Βήμα, 29/3/1932).
Από την πλευρά του, ο «Νέος Ριζοσπάστης», καλούσε μία ημέρα πριν σε αντιπολεμική συγκέντρωση, ενώ το κεντρικό του άρθρο στρεφόταν «ενάντια στην αγνωριστοποίηση».
Το όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ, καλούσε επίσης στη συγκέντρωση ενάντια στην επαπειλούμενη επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, ζητώντας διανομή των πολεμικών κονδυλίων στους ανέργους και στην αγροτική φτωχολογιά, στήριξη της κινέζικης επανάστασης και εναντίωση στα «φασιστικά δεσμά που χαλκεύει ο Βενιζέλος και όλα τα αστικά κόμματα κατά του εργαζόμενου λαού», διάλυση της Βουλής και εκλογές με αναλογική ψήφο (εφημ. Νέος Ριζοσπάστης 24/3/1932).

Παράλληλα, η εφημερίδα, σε χρονογράφημα στη στήλη «Κόκκινες Πινελιές» (εφημ. Νέος Ριζοσπάστης 27/3/1932), παρουσιάζει τον Άγνωστο Στρατιώτη να σηκώνεται και να συνομιλεί με τους περαστικούς:
«Πείνασα, δίψασα, γύρισα γυμνός, ταπεινώθηκα, χρεώθηκα, διώχτηκα από τη δουλειά μου. Τέλος με φωνάξανε φαντάρο να υπερασπίσω, λέει, την πατρίς.
Πήγα χωρίς το θέλημά μου και εκείνοι το ξέρανε πως χωρίς το θέλημά μου πήγα. Γι’ αυτό με σφίξανε μέσα στην τρομοκρατία, την πιο άγρια. Σούζα!
Να μη σκεφτώ, να μη μιλήσω, δεν ήμουνα για αυτούς παρά ένα φονικό μηχάνημα, σαν το τουφέκι μου, που έπρεπε να σκοτώσω τον εχθρό και αν τω ‘φερνε η κατάσταση να σκοτωθώ, έπρεπε να ‘δινα ζωή μου πρόθυμα και αδιαμαρτύρητα.
Ήμουνα το πολύ- πολύ ένα ζώο... Τι αξία είχα; Τομάρι... Φονικό μηχάνημα και κρέας για το κανόνι του «εχθρού» […] Τέτοιο τομάρι, λοιπόν, ήμουν στη ζωή μου, χωρίς καμιά εχτίμηση, χωρίς καμία υπόληψη!
Τώρα πώς βρέθηκα ξάφνου τόσο σπουδαίος που να μού κάνουνε παράτες, να μού βγάζουν λόγους και να μού καταθέτουνε στεφάνους;
Δεν είναι ωστόσο μυστήριο το πράγμα όσο θα φαινότανε. Για τη μάζα τον κουτών, τούς χρειάζεται να δείχνουν πως με έχουνε σε τέτοια τιμή και υπόληψη. Αύριο στο νέο πόλεμο που ετοιμάζουν θα καλέσουν και άλλα κορόιδα να πάνε όπως εγώ. Κι άλλους να σκοτωθούνε».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.