Έχουμε βγει σχεδόν από τη φετινή αντιπυρική περίοδο, και ο απολογισμός για το 2026 ήταν πάλι καταθλιπτικός. Στερεά, Κρήτη και Πελοπόννησος χτυπήθηκαν ιδιαίτερα βαριά, με τον πιο δυσχώνευτο αριθμό να μην είναι αυτός των χαμένων στρεμμάτων, αλλά των 11 ανθρώπων που χάθηκαν στις μεγάλες φωτιές.
Θρηνούμε δικαιολογημένα και τα δύο. Ειδικά για όσους είδαν τις φλόγες να περνούν δίπλα από τις περιουσίες τους, έχουν τώρα μείνει με τη γλυκόπικρη πραγματικότητα να κρατούν τα σπίτια τους, αλλά μέσα σε ένα καρβουνιασμένο, κακόμοιρο τοπίο.

Η απώλειά του φυσικού περιβάλλοντος αναμενόμενα αφήνει έναν υλικό, αλλά και έναν μη επουσιώδη ψυχολογικό αντίκτυπο στον άνθρωπο. Επόμενο είναι λοιπόν ο μέσος πολίτης να ανησυχεί για τη «συρρίκνωση» του δάσους και να ελπίζει στην «επιστροφή» του πρασίνου.
Σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε συνηθίσει να ακούμε, μετά από μεγάλες φωτιές, να διακινείται η άποψη πως τα κωνοφόρα δάση της Ελλάδας και δη της Αττικής, είναι «προβληματικά», με κύριο «ύποπτο» το εύφλεκτο πεύκο, που αγαπά τις Μεσογειακές πυρκαγιές.
Και εξ' ού, στον αντίποδα αυτής της «δαιμονοποίησης», ακούμε ακόμα και από πρόσωπα κύρους, να λένε πως τα δάση της Αττικής χρειάζονται αναδάσωση, με είδη πιο «ανθεκτικά» στις φωτιές, όπως οι βελανιδιές και οι χαρουπιές.

Όπως όμως θα δούμε στη συζήτηση που είχαμε με τον καθηγητή Παλαιολόγο Παλαιολόγου, αντιπρόεδρο του Τμήματος Δασολογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αττικής, αυτή η εικόνα δεν θα μπορούσε να απέχει πιο πολύ από την πραγματικότητα.
Πάμε να δούμε λοιπόν μερικές παρερμηνείες που έχουμε για τα δάση μας.
Αναδάσωση ή απλά «δάσωση»; - Το δάσος στον Ελλαδικό χώρο
Η πρώτη, έχει να κάνει κυρίως με την εγγύτητά μας, χρονικά και τοπικά, σε αυτές τις καταστροφές. Βλέποντας ένα καμένο τοπίο, μάς δημιουργείται η αίσθηση πως κάτι πολύτιμο έχει χαθεί ανεπιστρεπτί, αλλά η αλήθεια είναι πως στις μέρες μας, ζούμε σε μία συγκυρία ασυνήθιστη για τα ελληνικά δάση.
Ο κ. Παλαιολόγου εξηγεί:
«Από την αρχαιότητα έχουμε σχετικές καταγραφές. Θυμάμαι στα Αρχαία στο σχολείο, κείμενα πως μιλούσαν για «ευρεία υλοτόμηση» των δασών, για την κατασκευή πλοίων, για παράδειγμα.
Η Αττική ιστορικά είχε ελαιώνες, δρυοδάση, πεύκα, που σε πολλές ιστορικές περιόδους κόβονταν και ξαναέβγαιναν. Είναι μία περιοχή που είχε τα είδη τα οποία μπορούσε να υποστηρίξει, με διαφορετικές ποσοστώσεις κάθε φορά.
Αν δούμε όμως την εικόνα της Αττικής μετά την Απελευθέρωση, όπως δείχνουν αυτοί οι γνωστοί πίνακες με το Πανόραμα των Αθηνών, φαίνεται όλο το λεκανοπέδιο και τα βουνά της τελείως γυμνά.

Αυτό συνέβαινε όχι μόνο λόγω πυρκαγιών, αλλά και λόγω φάσεων ερημοποίησης λόγω της υπερβόσκησης, λόγω των αναγκών της ξυλείας και άλλων.
Ιστορικά στην Ελλάδα είχαμε πολύ λιγότερα δέντρα και δασοκάλυψη απ' ό,τι τώρα, κάτι που τεκμηριώνουν αεροφωτογραφίες και δορυφορικές εικόνες. Ακόμα και το 1984 τα δάση ήταν πιο αραιά σε σχέση με το 2026.
Έχουμε μία σχετική μείωση βέβαια με τις πυρκαγιές σε σχέση με το 2000, αλλά αυτή είναι πολύ μικρή σε σχέση με την αύξηση, μετα τη δεκαετία του 1950. Τα δάση έχουν την ικανότητα να επεκτείνονται.
Η εικόνα που βλέπουμε σήμερα είναι μία στρέβλωση της ιστορικής εικόνας που είχαμε σε αυτά τα δάση. Μέχρι το 1950, την αρχή της εξόδου από την ύπαιθρο, η εικόνα των δασών ήταν πολύ διαφορετική από την τωρινή».
Βλέπουμε λοιπόν πως η ομολογουμένως ζοφερή εικόνα ενός δάσους να έχει γίνει στάχτη, δεν αντανακλά τόσο μία περιβαλλοντική κρίση, όσο μία περιορισμένη οπτική γωνία. Ρωτάμε τον κ. Παλαιολόγου αν οι φωτιές αποτελούν σοβαρό υπαρξιακό κίνδυνο για τα δάση:
«Σε καμία περίπτωση. Αλλά κατά τόπους μπορεί να υπάρχει κίνδυνος για συγκεκριμένα είδη. Το ότι καίγεται η χαλέπιος πεύκη και η ελάτη, και θα έχουν υπαρξιακό πρόβλημα στην Αττική -το 45% των δασών έχει καεί τα τελευταία 20 χρόνια- δεν σημαίνει ότι αυτό που θα τα αντικαταστήσει δεν θεωρείται δάσος.
Θα καλυφθεί από άλλα είδη, πουρνάρια, αείφυλλα πλατύφυλλα, και αυτά τα είδη έχουν πλούσια βιοποικιλότητα. Άρα μπορεί να μην έχουμε το δάσος με το μορφή που θέλουμε, που μας αρέσει αισθητικά ή εξυπηρετεί σκοπούς όπως η πρόληψη πλημμυρών, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν θα είναι δάσος.
Πέραν αυτών, μία περιοχή που καλύπτεται, για παράδειγμα, από πουρναρότοπο, έχει πολύ μικρότερη πιθανότητα να δημιουργήσει πλημμύρες από οποιαδήποτε άλλη κάλυψη, γιατί είναι πολύ πυκνή και δεν αφήνει το νερό να χτυπήσει το έδαφος».

Η αναδάσωση και ο μύθος του «κακού» πεύκου
Πάμε κατόπιν στο ζήτημα των «καλών» και «κακών» δέντρων. Ομολογουμένως και ο παρών συντάκτης έχει βρει στο παρελθόν ρομαντική την ιδέα της «αντικατάστασης» των δασών με «χαμένα» είδη του παρελθόντος, της οποίας οι θιασώτες κάνουν να ακούγεται σαν μία ανάκτηση χαμένων «μεγαλείων».
Πολύ χαρακτηριστικά, ο Θεώδορος Κολυδάς, ο γνωστός μετεωρολόγος, είχε διακινήσει προ μηνών μία παρόμοια άποψη:
Υπάρχει όμως κάποια χρησιμότητα στη σαρωτική αλλαγή της σύνθεσης των δασών, και πριν από αυτό, μπορεί πραγματικά ένα «βραδυφλεγές» είδος να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των πυρκαγιών;
Η απάντηση του κ. Παλαιολόγου είναι ξεκάθαρη:
«Όχι. Θέλει συγκεκριμένης ποιότητα τόπους για να επιλεγεί ένα είδος. Η ίδια η φύση επιλέγει συγκεκριμένα είδη από συγκεκριμένες φυτοκοινότητες, όπως τα πουρνάρια. Τα πουρνάρια είναι ένα είδος βελανιδιάς. Γιατί επιλέγει η φύση το πουρνάρι και όχι κάτι άλλο;
Σε άλλα σημεία της Αττικής, όπως στο Τατόι, οι βελανιδιές έχουν πιάσει. Αλλά σε ορισμένα σημεία, όπως στον Υμηττό και στην Πεντέλη, οι συνθήκες δεν επιτρέπουν την αντικατάσταση δασοπονικού είδους.
Οι φυτεύσεις που θα κάνουμε εμείς θα είναι μία ανωμαλία, μία παρέμβαση στη φύση, και σύντομα άμα δεν τις προσέξουμε, θα παρακμάσουν. Όχι μόνο δεν θα μειώσουν τον κίνδυνο πυρκαγιάς, αλλά θα σπαταλήσουν πάρα πολλούς πόρους.
Από την άλλη, η αλλαγή του δασοπονικού είδους, είναι μία μέθοδος στη δασολογία που μπορούμε να εφαρμόσουμε κατά τόπους. Ας πούμε πέριξ των οικισμών, για παράδειγμα στον πευκόφυτο οικισμό της Βαρυμπόμπης, να αντικατασταθούν τα πεύκα με άλλα είδη σε αυλές και πάρκα, όπως βελανιδιές και χαρουπιές.
Αυτό σίγουρα θα μειώσει τον κίνδυνο να έχεις μία πυρκαγιά μεγάλης έντασης, αλλά σε ένα περιβάλλον που καλύπτεται αποκλειστικά από βελανιδιές, δεν υπάρχει μικρότερος κίνδυνος πυρκαγιάς επειδή είναι βελανιδιά.
Ως παράδειγμα, δουλεύοντας στο δάσος του Ξηρομέρου στην Αιτωλοακαρνανία, φέτος τα χόρτα και οι θάμνοι μάς έφταναν μέχρι τη μέση. Αυτά μία χαρά καίγονται και δημιουργούν προβλήματα.

Στον Έβρο πάλι, στη φωτιά της Δαδιάς, μόνο το 30%-40% της περιοχής που κάηκε ήταν καλυμμένο με πεύκα. Το υπόλοιπο ήταν δρυοδάσος. Κάηκε με χαμηλότερη ένταση αλλά κάηκε. Το μόνο ''μαγικό'' δάσος που δεν καίγεται είναι το τσιμέντο.
Άρα βραδυφλεγή είδη υπάρχουν και θα έπρεπε να φυτεύονται κατά τόπους σε περιοχές τύπου Μάτι, αλλά δεν μπορούμε να πάμε πάνω σε ένα βουνό και να κάνουμε αυτή την αλλοίωση.
Το ερώτημα είαι τι δάσος θέλουμε και για ποιον λόγο. Αν ο στόχος είναι να μην έχουμε πυρκαγιές, τότε δεν θα έπρεπε να έχουμε δάσος, καλύτερα να έχεις λιβάδια. Αν ο στόχος είναι αισθητικός, το πεύκο μπορεί σε 40 χρόνια να σου δώσει ένα αισθητικό αποτέλεσμα.
Η βελανιδιά θα χρειαστεί να περιμένεις έναν αιώνα.
Να σας μεταφέρω σε μία συγκεκριμένη εκκλησία στην Αρκαδία, όπου από μέσα της βγαίνουν πουρνάρια και φτάνουν πάνω από τη σκεπή, και το λένε "θαύμα". Αυτά τα πουρνάρια είναι 400-500 ετών.
Αν το πουρνάρι γίνει δέντρο, ναι, μπορεί να αντέχει τις πυρκαγιές, είναι προσαρμοσμένο. Μπορεί να περιμένει ο κάτοικος όμως εκεί 500 χρόνια; Καλή τύχη.

Αν πάλι θέλουμε ένα δάσος που θα αποτρέπει τις πλημμύρες, δεν υπάρχει κάτι καλύτερο από ένα δάσος αείφυλλων πλατυφύλλων. Θέλουμε συγκράτηση του εδάφους; Ακόμα και θάμνοι όπως τα θυμάρια μπορούν να κάνουν αυτή τη δουλειά.
Για αυτό βλέπουμε σε εδάφη νησιών όπως η Μύκονος, η Λήμνος τα Ψαρά, έχει συγκρατηθεί γιατί υπάρχουν αυτοί οι αγκαθωτοι θάμνοι.
Αλλά εξαρτάται από το αν θέλουμε να κάνουμε. Ένα δάσος - ''Ντίσνεϊλαντ'' για το εγώ μας, ή ένα δάσος λειτουργικό, που να μη μας έχει ανάγκη;».
Συνεχίζοντας, ο κ. Παλαιολόγου κάνει μία πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση για τη «μοίρα» που είχαν οι καλοπροαίρετες ή μη αναδασώσεις ανά την Ελλάδα:
«Οι περισσότερες αναδασώσεις που έγιναν με πεύκα, επειδή δεν προσέχτηκαν, είχαν ως αποτέλεσμα να καούν, η προκάλεσαν προβλήματα με πληθυσμούς εντόμων. Οι αναδασώσεις τα τελευταία χρόνια κάηκαν για πλάκα, στον Έβρο, στο Άγιο Όρος, Μακεδονία και αλλού. Ελάχιστες έμειναν.
Αυτό διότι τα δέντρα δεν αραιώθηκαν όπως έπρεπε, δεν έγινε σωστή καλλιέργεια του δάσους. Τα δέντρα ήταν ομήλικα και στο ίδιο ύψος, οπότε η φωτιά πολύ πιο εύκολα απλωνόταν από το ένα στο άλλο.
Για αυτό τα φυσικά μεικτά δάση είναι αυτά τα οποία έχει προορίσει η φύση να βρίσκονται σε αυτές τις περιοχές. Αν τώρα δεν έχουμε μία φυσική αναγέννηση, όπως για τα δάση χαλέπιου πεύκης στην Αττική, και θέλουμε μία τεχνητή αναγέννηση, ναι, μπορεί να γίνει υπό προϋποθέσεις.
Το θέμα είναι ότι αν την κάνεις, και την εγκαταλείψεις τα επόμενα 20 χρόνια, γιατί θα έχεις πέσει στην επόμενη οικονομική κρίση, θα καεί και αυτή από μελλοντική πυρκαγιά.
Δεν μας έχει ανάγκη η φύση, εμείς την έχουμε ανάγκη. Και το 1840 μιά χαρά ήταν η Αττική χωρίς δέντρα, και όταν η Αθήνα είχε μόνο 2000 άτομα».
Η πραγματική λύση
Κλείνοντας, ρωτάμε τον κ. Παλαιολόγου ποια είναι επομένως η «συνταγή» για ουσιαστική προστασία των δασών:
«Δεν υπάρχει πολιτική ''one size fits all''. Κάθε δάσος έχει μία συγκεκριμένη πολιτική, που καθορίζεται στα διαχειριστικά σχέδια. Στα δασαρχεία, εάν τους δοθούν τα κονδύλια, κάθε περιοχή θα λαμβάνει την κατάλληλη "συνταγή" για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Το να πούμε ότι θα κάνουμε μία πολιτική που θα εφαρμοστεί σε όλα τα δασικά οικοσυστήματα, δεν σημαίνει ότι θα έχουμε αποτέλεσμα. Πρέπει να δούμε ποια πολιτική χρειάζεται κάθε δασικό οικοσύστημα.
Αν η πολιτική που έχουν καθορίσειοι δασικοί υπάλληλοι απαιτεί κάποια χρήματα, αυτό που πρέπει να κάνει η πολιτεία είναι να δίνει τα χρήματα που πρέπει, για να εφαρμοστεί η πολιτική. Όσο δεν τα δίνει, δεν εφαρμόζεται το σχέδιο, και δημιουργούνται στρεβλώσεις στην εφαρμογή του.
Όταν το δασαρχείο λέει ότι πρέπει να κάνει αραιώσεις και να κόψει έναν αριθμό λυμάτων και δέντρων, αλλά δεν έχει την οικονομική δυνατότητα, αυτά μένουν. Οπότε δημιουργείται ένα πρόβλημα στη βιωσιμότητα του δάσους, μία πυκνότητα, που μπορεί να φέρει απειλές όπως έντομα και άλλες παθογένειες.
Αν οι δασολόγοι ζητούν το 1 και το 2, πρέπει να δίνεται το 1 και το 2. Άρα, χρειάζονται ενημερωμένες και ανανεωμένες διαχειριστικές μελέτες, που θα κάνουν όσα προβλέπουν οι δασολόγοι, στον σωστό χρόνο με τη σωστή χρηματοδότηση. Έτσι θα προστατευτούν τα ελληνικά δάση».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.