O πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης το είπε με αποφασιστικότητα και βεβαιότητα, αυτό που έχουν προσπαθήσει κι άλλοι προκάτοχοι του. Συγκεκριμένα, στη 2η Σύνοδο για την Πυρηνική Ενέργεια στο Παρίσι ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε μεταξύ άλλων πως έχει έρθει η ώρα η χώρα μας να διερευνήσει την προοπτική επένδυσης στην πυρηνική ενέργεια.
Αρκετές αντιδράσεις στα social media επικεντρώθηκαν στο μοτίβο «αφού δεν μπορούμε να κυκλοφορήσουμε τα τρένα μας με ασφάλεια για τους επιβάτες, πώς θα βάλουμε μια μονάδα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας σε λειτουργία;»
Πέρα από αυτή την (εύλογη) απορία, θα επιχειρήσουμε να επικεντρωθούμε σε ένα ακόμα πιο εύλογο ερώτημα. Γιατί η χώρα μας μέχρι στιγμής δεν έχει αποκτήσει μια πλήρως λειτουργική μονάδα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας;
Το (χουντικό) ράλι της πυρηνικής ενέργειας

Η δικτατορία των συνταγματαρχών είχε ανεπτυγμένες φιλοδοξίες ως προς την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας στη χώρα μας. Το 1971, το εργαστήριο του Δημόκριτου σάρωνε ολόκληρη την Βόρεια Ελλάδα για να εντοπίσει κοιτάσματα ουρανίου, με συνεργάτες από το ΕΜΠ, με τη ΔΕΗ να συμμετέχει, επενδύοντας το εντυπωσιακό για την εποχή, ποσό των 500.000 δραχμών, αλλά και ομάδα επιστημόνων από το εξωτερικό με επικεφαλής τον Άρθουρ Σμίθ, στο πλαίσιο συνεργασίας με τον ΟΗΕ, να επιχειρούν να φέρουν την Ελλάδα στο κάδρο της πυρηνικής ενέργειας. Χάρη στη συνεργασία του Δημοκρίτου και του ΕΜΠ, παρήχθη «το πρώτο ουρανιούχον κίτρινον συμπύκνωμα» (γνωστό και ως «yellow cake»).
Tα χρόνια που ακολούθησαν, τα σχέδια για εγκατάσταση πυρηνικών από το 1980 κι έπειτα, ακούγονταν συχνά, αν και το ελληνικό κράτος βρισκόταν ακόμα σε μια μάλλον «νεφελώδη» κατάσταση, ως προς την επιλογή των συνεργατών και των συμμάχων στρατηγικής που θα έκαναν πράξη αυτό το φιλόδοξο σχέδιο.
Από το βιβλίο του Αχιλλέα Χεκίμογλου, «Ατομική Εποχή», μαθαίνουμε πως για την πυρηνική ενέργεια έγινε το πρώτο άνοιγμα των Συνταγματαρχών στη Σοβιετική Ένωση (υπογραφή συμφωνίας με την έταιρεί Energo-machexport τον Απρίλιο του 1973), ενώ στη συνέχεια στράφηκαν και στους Αμερικάνους (Westinghouse και General Electric, αργότερα και EXIM Bank για την χρηματοδότηση του κόστους μελετών για καταστασκευή πυρηνικού σταθμού). Η εταιρεία Bechtel ανέλαβε να παρέχει το 5% της χρηματοδότησης και να πραγματοποιήσει τις σχετικές μελέτες.
Κάπου εκεί, το καλοκαίρι του 1974, η Χούντα τερμάτισε τις πυρηνικές της επιδιώξεις, παραδίδοντας μια χώρα βουτηγμένη στα χρέη, σε σοβαρή ενεργειακή κρίση, πληγωμένη από τη σύγκρουση με την Τουρκία. Η Μεταπολίτευση θα είχε κι άλλες πυρηνικές φιλοδοξίες χωρίς αντίκρυσμα.
H κυβέρνηση Καραμανλή δημιούργησε το Εθνικό Συμβούλιο Ενέργειας και με τον Κωνσταντίνο Κωνοφάγο (πρύτανης του ΕΜΠ επί επταετίας) προσπάθησε να κρατήσει «ζωντανή» τη σύμβαση με την Bechtel, ενώ και ο Γουίλιαμ Κάσεϊ, πρόεδρος της EXIM Bank βρέθηκε στη χώρα (καλόκαίρι 1975) με σκοπό τη διερεύνηση προοπτικών που ενδεχομένως έδινε το ελληνικό έδαφος για την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας. Διερευνήθηκαν τοποθεσίες στην Ανατολική Ακτή της Αττικής, στη Νότια Έύβοια, στον Κορινθιακό, στο Ζέπκο, στην Καρυανή.
Το Σεπτέμβριο του 1975 θεμελιώθηκε το υδροηλεκτρικό φράγμα στο Πουρνάρι από τον Καρμανλή. Τον ίδιο μήνα, ο Κωνοφάγος ανακοίνωσε ότι έως το 1985 θα ξεκινούσε ο πρώτος πυρηνικός σταθμός της χώρας Θα είχε ισχύ 600 MW και ήδη είχαν ξεκινήσει οι πρώτες μελέτες. Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, ο Κώστας Καραμανλής έκανε περιοδεία στη Βόρεια Ελλάδα, για να ακούσει από κοντά τις απόψεις των ερευνητών του Δημοκρίτου και των συνεργατών τους από τον ΟΗΕ για την αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας (ουράνιο) που φαινόταν πως είχε εντοπιστεί. «Ιδιαιτέρως ελπιδοφόρα» ήταν τα πρώτα αποτελέσματα (κοιτάσματα ουρανίου στο χωριό Άνω Χριστός Σερρών) και το μέλλον έμοιαζε εκτυφλωτικό.
Αντιδράσεις και προβλήματα

Το ΕΣΕ είχε διαπιστώσει ότι το επενδυτικό πρόγραμμα της ΔΕΗ για την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας θα προκαλούσε από το 1984 και μετά, έλλειμμα, το οποιο θα μπορούσε να καλυφθεί μόνο με περαιτέρω εξάρτηση από το λιγνίτη, κάτι που θα προκαλούσε την εξάντληση των λιγνιτικών αποθεματικών στη χώρα. Αποφασίστηκε η εντατικοποίηση των ερευνών και η διερεύνηση για την κάλυψη των αναγκών της χώρας σε καύσιμα με αξιοποίηση και άλλων πηγών ενέργειας της χώρας όπως το φυσικό αέριο.
Περιοχές όπως η Κάρυστος ερχόταν μπροστά και δημιουργούσαν ενδιαφέρον για την ανάπτυξη εκεί μιας μονάδας παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Όμως τα χρόνια περνούσαν και η κυβέρνηση αδυνατούσε να βρεί ένα «δρόμο» για την επίτευξη αυτού του τόσο απαιτητικού έργου, μέσα από δαιδαλώδεις επαφές με ανώτατες κρατικές αρχές και τράπεζες επιχειρήσεις από τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Βρετανία, ακόμα και την Ιταλία και την Γαλλία.
Όλοι ήθελαν ένα κομμάτι από την «πίτα» του θρυλούμενου πυρηνικού πλούτου της χώρας μας. Όμως κάθε απόπειρα για μια συντονισμένη διακρατική συνεργασία «σκόνταφτε» σε επιλογές προσώπων, σε λάθη και αστοχίες από την χουντική κυβέρνηση, σε μικροπολιτικές κόντρες εντός και εκτός ελληνικών συνόρων, σε μεγαλεπίβολες οικονομικές φιλοδοξίες χωρίς πραγματικό αντίκρυσμα.
Τον Νοέμβριο του 1979, πραγματοποιήθηκε ένα αποφασιστικό βήμα: Ο Υπουργός Συντονισμού της τότε κυβέρνησης, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, βρέθηκε στην Αγγλία για την υπογραφή μνημονίου συνεργασίας για την ενέργεια και τις βιομηχανικές επενδύσεις. Θα κατασκευαζόταν στην Μακρόνησο ένας νέος σταθμός άνθρακα, σε συνεργασία με τις General Electric Company και British Electricity International, με μονάδες ισχύος 350 MW.
Μέσω μιας μακροχρόνιας σύμβασης ανάμεσα στη ΔΕΗ και το Εθνικό Συμβούλιο Άνθρακα του Ηνωμένου Βασιλείου θα τροφοτούνταν επαρκώς. Η συμφωνία περιλάμβανε πιστωτικές ευκολίες, προμήθεια πετρελαίου και άλλες πρόνοιες. Σύμφωνα με μέτρηση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ) η χώρα αναπλήρωνε με γοργούς ρυθμούς τη χρήση λιγνίτη από πετρέλαιο, όμως τα χρονοδιαγράμματα για την πυρηνική μετάβαση χάνονταν το ένα μετά το άλλο.
Η συμφωνία Μητσοτάκη προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις εντός της Νέας Δημοκρατίας αλλά και από τα υπόλοιπα κόμματα.Μέσα στο 1980 και ενώ η χώρα πανηγύριζε για την ένταξη της στην ΕΟΚ, ύστερα και από έντονο παρασκήνιο μμεταξύ Γ.Ράλλη και Μ.Θάτσερ, το μνημόνιο με τους Βρετανούς έμπαινε στη λήθη της ιστορίας, με χαρακτηρισμούς όπως «αποικιοκρατική συμφωνία».
Tα χρόνια του Τσέρνομπιλ
Η «Αλλαγή» έγινε πραγματικότητα το 1981, με το ΠΑΣΟΚ να παίρνει την εξουσία, δείχνοντας μια προσέγγιση σκεπτικισμού ως προς την πυρηνική ενέργεια. Το 1985, ο Λευτέρης Βερυβάκης, ως νέος τότε Υπουργός Ενέργειας, ανακοίνωσε την πρόθεση του να μπει η Ελλάδα στο κλαμπ των ουρανιοπαραγωγών χωρών, με όχημα την ημιοβιομηχανική μονάδα παραγωγής ουρανίου, που είχε ξεκινήσει τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς, πολύ κοντά στο Παρανέστι της Δράμας. Μάλιστα, τα βεβαιωμένα κοιτάσματα ουρανίου στην περιοχή, λεγόταν πως αντιστοιχούσαν σε 26 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου.
Ένα χρόνο αργότερα, η ΕΕΑΕ (Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας) σε έκθεση της, διερεύνησε το ενδεχόμενο πυρηνικού ατυχήματος στα Βαλκάνια, με επίκεντρο την πυρηνική μονάδα του Κοζλοντούι. Μελετήθηκαν οι επιπτώσεις ενός πυρηνικου ατυχήματος για την οικονομία και των υγείαν του πληθυσμού της Ελλάδας. Η έκθεση εκτιμούσε πως ένα τέτοιο ατύχημα θα είχε επιπτώσεις σοβαρές, που θα διαρκούσαν είκοσι ως σαράντα χρόνια, με σοβαρό οικονομικό κόστος. Αποδείχθηκε προφητική. Τον Απρίλιο του 1986, η έκρηξη στον αντιδραστήρα Νο.4, τύπου RBMK του εργοστασίου στο Τσέρνομπιλ της Ουκρανίας, προκάλεσε παγκόσμια ανησυχία. Στη χώρα μας, η ΕΕΑΕ εντόπισε ραδιενεργές συγκεντρώσεις στον ουρανό, στο γάλα αγελάδας και αιγοπροβάτων και όχι μόνο.

Οι σχετικές τιμές υπερέβαιναν πέντε φορές επάνω τα επιτρέπτά όρια. Δημιουργήθηκε πανικός. Ο κόσμος δεν έπινε νερό από τη βρύση. Αγοράστηκαν μέσα σε 2 εβδομάδες, σχεδόν 12 εκατομμύρια μπουκάλια νερού. Η κρίση καταλάγιασε από τις 15 Μαϊου και μετά. Το ατύχημα του Τσέρνομπιλ δημιούργησε σοβαρές αναταράξεις στην ελληνική οικονομία, μείωσε ακόμα και τις ροές τουριστών εκείνο το καλοκαίρι και προκάλεσε έντονους προβληματισμούς για το αν είναι εφικτό να αναπτυχθεί πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα.

Στη συνέχεια, ομάδα εργασίας του Υπουργείου Οικονομίας, συνέταξε έρευνα για την διεύρυνση του ενεργειακού μείγματος της χώρας με φυσικό αέριο. Αξιολογήθηκε ως ένα καύσιμο που παρουσιάζει την ίδια σχεδόν ελαστικότητα με το πετρέλαιο, χωρίς τα μειονεκτήματα του. Η χρήση του θα οδηγούσε στην επιμήκυνση της ζωής των εγχωρίων αποθεμάτων λιγνίτη. Το φυσικό αέριο είχε τη δυναμική να αντικαταστήσει σταδιακά το πετρέλαιο. Υπογράφηκαν συμβάσεις συνεργασίας με την ΕΣΣΔ και την Αλγερία. Το ελληνικό πυρηνικό πρόγραμμα μπήκε «στο συρτάρι» οριστικά.
Ακόμα και οι έρευνες για το ουράνιο δεν έδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Σύμφωνα με τη σημερινή Ελληνική Αρχή Γεωολογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών, η προσπάθεια για εξεύρεση ραδιενεργών μεταλλευμάτων ολοκληρώθηκε το 2000. Στο Παρανέστι της Δράμας είχε εντοπιστεί η πιο αξιόλογη ποσότητα αποθεμάτων. Ακόμα και εκεί όμως, η μέση περιεκτικότητα σε ουράνιο (220 γραμμάρια ανά τόνο) κρίθηκε μικρή.
Η χώρα μας εντάχθηκε στην ομάδα των κρατών που δεν κατάφεραν να υλοποιήσουν πυρηνικό πρόγραμμα. Μεταξύ αυτών, βρίσκονται και η Πορτογαλία και η Δανία.
Περιέχονται στοιχεία από το βιβίο «Ατομική Εποχή» του Αχιλλέα Χεκίμογλου.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.