Υφαντουργεία, Ψυγεία, Κεράνη, Φωταέριο, ΧΡΩΠΕΙ, Ρετσίνα, Λιπάσματα. Πρόκειται για μερικά μόνο από τα τοπωνύμια ή και τις... στάσεις λεωφορείων κατά μήκος της οδού Πειραιώς που μπορεί να φαντάζουν παράξενα σήμερα, μαρτυρούν όμως ένα παρελθόν έντονης βιομηχανικής δραστηριότητας.
Αν δεν υπήρχαν αυτά τα τοπωνύμια, τα κατάλοιπα που έχουν απομείνει πιθανόν να παρέμεναν άγνωστα στο ευρύ κοινό, ενδεχομένως και να περνούσαν απαρατήρητα, μέσα στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο μίας από τις πιο πολυσύχναστες λεωφόρους της πρωτεύουσας.
Πολλοί τα αντιμετωπίζουν πράγματι σαν «ενοχλητικά» απομεινάρια μιας εποχής που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, μερικοί διαβλέπουν «επενδυτικές ευκαιρίες», ενώ κάποιοι άλλοι αναζητούν σε αυτά την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας και επιχειρούν να τα διασώσουν.

Διαβάστε ακόμα: Ο άγνωστος υπόγειος Πειραιάς ανοίγει τις πύλες του - Καταφύγια, αρχαίες στοές και αστικοί μύθοι
Σήμερα, μία ολόκληρη κοινότητα ανθρώπων με διαφορετικά υπόβαθρα, επιστημονικά ή μη, επιχειρεί να καταγράψει αυτά τα κατάλοιπα, να τα διασώσει και να προχωρήσει σε ενέργειες που θα οδηγήσουν στην ανάδειξή τους. Πρόκειται για έναν ολόκληρο κλάδο μελέτης, καταγραφής και διάσωσης που αποκαλείται βιομηχανική αρχαιολογία.
Ποιο είναι όμως το βιομηχανικό παρελθόν της Ελλάδας που όρισε την οικονομική της εξέλιξη από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα και πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα απομεινάρια, μνημεία πλέον, που άφησε πίσω του;
Η Μαρία Μαυροειδή, δρ ιστορικός, βιομηχανική αρχαιολόγος, υπεύθυνη του Ιστορικού Αρχείου της ΔΕΗ και πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Επιτροπής για τη Διατήρηση της Βιομηχανικής Κληρονομιάς (TICCIH), μίλησε στο Reader.gr, αναλύοντας τόσο την ιστορία της βιομηχανίας στη χώρα, όσο και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος διαχειρίζεται σήμερα τα βιομηχανικά μνημεία.
Η βιομηχανία στην Ελλάδα
Όπως εξηγεί, οι ιστορικοί, σε πολύ «αδρές» γραμμές, χαρακτηρίζουν πρώτη περίοδο της βιομηχανίας στην Ελλάδα τη φάση που ξεκινάει περίπου το 1860, όταν εμφανίζονται τα πρώτα ατμοκίνητα εργοστάσια και κατασκευάζονται ατμοκίνητοι μύλοι, αλευρόμυλοι, κλωστοϋφαντουργίες, ενώ παράλληλα αναπτύσσεται και η μηχανουργία.

Η δεύτερη φάση μιας πιο εντατικής αυτή τη φορά βιομηχανικής ανάπτυξης καταγράφεται την περίοδο του Μεσοπολέμου, από το 1920 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, οπότε διακόπτεται η βιομηχανική δραστηριότητα λόγω του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Την περίοδο αυτή αναπτύσσεται χημική βιομηχανία, με εμβληματικό το εργοστάσιο της Ανώνυμης Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων στον Πειραιά, τα γνωστά «Λιπάσματα» στη Δραπετσώνα, καθώς και βιομηχανία ηλεκτρισμού κυρίως στα αστικά κέντρα, με επίκεντρο την Αθήνα, όπου ιδρύεται η Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών - Πειραιώς.
Επιπλέον, από το 1925 αναπτύσσεται και ο κλάδος των ειδών διατροφής σε βιομηχανική πλέον κλίμακα, με δραστηριότητες στους τομείς της κονσερβοποιίας, των ειδών ζυμαρικών, της σαπωνοποιίας, ενώ δημιουργούνται ελαιοτριβεία, πυρηνελαιουργεία, κλπ.
Ο κλάδος της μηχανουργίας είναι επίσης πολύ σημαντικός, γιατί υποστηρίζει τις ανάγκες της υπόλοιπης βιομηχανίας, ο οποίος, σύμφωνα με την κ. Μαυροειδή, δεν αναπτύχθηκε επαρκώς στην Ελλάδα, διότι στη συνέχεια έπαιξε ρόλο ο διεθνής καταμερισμός εργασίας και η κυριαρχία των εισαγόμενων μηχανημάτων».
Όπως τονίζει η ιστορικός, ωστόσο, «για μια περίοδο και ιδιαίτερα κατά την κρίση και την επιβολή δασμών, ο κλάδος αυτός έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο, με μεγάλες μονάδες, όπως ο Κούπας και ο Ροντήρης Τρομπούλης στον Πειραιά, αλλά και ο Βασιλεάδης, ο οποίος κατασκεύασε ένα από τα πρώτα εργοστάσια της πόλης».
Η εξέλιξη όμως αυτή διακόπτεται με τον πόλεμο, «παρ' όλα αυτά θεωρούμε ότι η κυρίως περίοδος της ελληνικής εκβιομηχάνισης εξελίσσεται στην περίοδο του Μεσοπολέμου».

Η τρίτη περίοδος ξεκινάει αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, ωστόσο ο Εμφύλιος αποτέλεσε τροχοπέδη για την ανασυγκρότηση. Με την έλευση όμως και των χρηματοδοτήσεων του σχεδίου Μάρσαλ, ένα μέρος των οποίων χρησιμοποιήθηκε στη βιομηχανία, έχουμε μια δεύτερη περίοδο ανάπτυξης που ξεκινά το 1948 - 1950, εξηγεί η κ. Μαυροειδή.
Και σε αυτή τη φάση δημιουργούνται νέες μονάδες στον τομέα της χημικής βιομηχανίας, όπως επίσης χαλυβουργεία, ναυπηγεία κλπ, ενώ αναπτύσσεται και μεγάλη βιομηχανία.
«Το κυρίαρχο στοιχείο της μεταπολεμικής περίοδου είναι ο εξηλεκτρισμός», τονίζει η κ. Μαυροειδή, «με τη ΔΕΗ να δημιουργείται ακριβώς τότε -το 1950- για να υποστηρίξει και να υπηρετήσει το σχέδιο της ανασυγκρότησης και της επέκτασης της βιομηχανίας, καθώς χωρίς εξηλεκτρισμό δεν θα ήταν εύκολο».
Την περίοδο αυτή λειτουργούν μεγάλες βιομηχανίες, όπως για παράδειγμα η ΑΕΒΑΛ (Ανώνυμη Επιχείρηση Βιομηχανίας Αζωτούχων Λιπασμάτων) στην Πτολεμαϊδα, αλλά και άλλες μεγάλες μονάδες σε όλη την Ελλάδα (Χαλυβουργική, ΛΑΡΚΟ).
Τη δεκαετία του 1950 και του 1960 καταγράφεται έξαρση, πάντα με υπόβαθρο τον εξηλεκτρισμό, ο οποίος μέχρι τη δεκαετία του 1970 έχει στόχο την ανάπτυξη των εγχώριων πηγών ενέργειας, δηλαδή τον εγχώριο Λιγνίτη, οπότε αναπτύσσονται τα μεγάλα ενεργειακά κέντρα.
Είχε ήδη προηγηθεί το Αλιβέρι, το οποίο ήταν το πρώτο έργο που ξεκίνησε με το λιγνιτωρυχείο και τον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Αλιβερίου. Επιπλέον, σύμφωνα με την ιστορικό, μετά το 1959 κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες μονάδες της Πτολεμαΐδας, οι οποίες αξιοποιούν τον Λιγνίτη της Δυτικής Μακεδονίας, ενώ σταδιακά δημιουργούνται και άλλες.
Το 1970, κατασκευάζεται ο σταθμός στη Μεγαλόπολη, ενώ πλέον περνάμε και στην εκμετάλλευση του νερού, του «λευκού άνθρακα» όπως ονομάζεται, από τα υδροηλεκτρικά εργοστάσια που αναπτύσσονται παράλληλα.
«Δεν μιλάμε για αναγέννηση, αλλά για μία νέα φάση στη βιομηχανική αναπτύξη της χώρας. Αθήνα, Πειραιάς, Ελευσίνα, Θεσσαλονίκη, Βόλος, Πάτρα, φυσικά τα ενεργειακά κέντρα -στον Βορρά η Δυτική Μακεδονία και στον Νότο η Μαγαλόπολη-, καθώς άλλες πόλεις όπως η Νάουσσα που συνεχίζει μία βιομηχανική παράδοση "πρωταγωνιστού"», εξηγεί η κ. Μαυροειδή.

Η αποβιομηχάνιση
Η εξέλιξη αυτή θα συνεχιστεί και τις επόμενες δεκαετίες, για να φτάσουμε στη δεκαετία του 1980, όπου πάλι σε «αδρές» γραμμές, ξεκινάει ουσιαστικά η διαδικασία της κρίσης και της αποβιομηχάνισης, για κάποιους κλάδους ίσως και πιο νωρίς.
Κατά την ιστορικό, ο κλάδος της βιομηχανίας αρχίζει να πλήττεται πολύ νωρίτερα, «ιδιαίτερα η μηχανουργία που είναι κρίσιμη για τη βιομηχανική ανάπτυξη μιας χώρας, γιατί έχει ακριβώς υποστηρικτικό ρόλο. Θα λέγαμε ότι η κρίση στον τομέα αυτό ξεκίνησε περίπου τη δεκαετία του 1960, με την οριστική κυριαρχία των εισαγόμενων μηχανημάτων από την Αμερική, την Ιαπωνία κλπ».
Πολλές φορές διατυπώνεται η άποψη ότι οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν στο πλαίσιο της ΕΟΚ που επέβαλε μία διαφορετική ρότα για την Ελλάδα, οδήγησαν σε μαρασμό τον δευτερογενή τομέα και τελικά σε αποβιομηχάνιση.
Η κ. Μαυροειδή τονίζει ότι η συνθήκη αυτή έπαιξε ρόλο, υπάρχει όμως παράλληλα «ένα διαχρονικό ζήτημα όσον αφορά την υποστήριξη της εγχώριας βιομηχανίας στην Ελλάδα, καθώς πολιτικά ο σχεδιασμός "χώλαινε"».
«Η ένταξη στην ΕΕ και οι νέοι καταμερισμοί που επιβάλλονταν, αποτέλεσαν ουσιαστικά τη χαριστική βολή», επισημαίνει χαρακτηριστικά, ωστόσο τονίζει η η μεταλλουργική και εξορυκτική συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Επιχειρήθηκε να αποκτήσει βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα;
Τι γίνεται όμως με τη βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα; Έγιναν ποτέ συστηματικές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση; Όπως εξηγεί η κ. Μαυροειδή, «στον Μεσοπόλεμο, κατά τη διάρκεια του πολέμου και στη μεταπολεμική περίοδο, οι συζητήσεις για το τι θα ακολουθήσει την επόμενη μέρα είχαν ως αντικείμενο την αναπτύξη βαριάς βιομηχανίας. Μην ξεχνάμε ότι το έργο του Δημήτρη Μπάτση πραγματεύεται ακριβώς αυτό».
«Πρόκειται για ένα ζήτημα που απασχολεί το σύνολο του τεχνικού κόσμου, το πώς δηλαδή θα υπάρξει αναπτύξη βαριάς βιομηχανίας. Οι συζητήσεις και τα σχέδια που εκπονήθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια από το υπουργείο Συντονισμού, αλλά και από τους Αμερικάνους μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων», συμπληρώνει.
Η διαδικασία όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς η χώρα οδηγήθηκε σε αλλαγή πορείας και στην αποβιομηχάνιση.
Τα κατάλοιπα του παρελθόντος και η βιομηχανική αρχαιολογία
Σταδιακά προκύπτει το ερώτημα τι μέλλει γενέσθαι με όλον αυτόν τον βιομηχανικό πλούτο. Κάπως έτσι γεννιέται η βιομηχανική αρχαιολογία, «αποτοκό της διαδικασίας της αποβιομηχάνησης σε διεθνές επίπεδο, όχι μόνο στην Ελλάδα», επισημαίνει η κ. Μαυροειδή.
Ο συγκεκριμένος κλάδος «αρχίζει να μελετά τα κατάλοιπα, σήμερα όμως, υπό μία σύγχρονη αντίληψη, προσπαθούμε να καταγράψουμε και να αποτυπώσουμε και τρέχουσες ζωντανές διαδικασίες».
«Η απαρχή όμως της βιομηχανικής αρχαιολογίας είναι ακριβώς η προσπάθεια να καταγραφεί και να διασωθεί αυτή η παραγωγική δραστηριότητα που έχει αφήσει τα ίχνη της», εξηγεί η ιστορικός.

Η διεθνής πρακτική και η ελληνική πραγματικότητα
Πώς αντιμετωπίζονται όμως τα βιομηχανικά μνημεία από το επίσημο κράτος σήμερα; Σύμφωνα με την ίδια, «βασικός φορέας προστασίας της Πολιτιστικής Κληρονομιάς είναι και παραμένει το υπουργείο Πολιτισμού ακόμα και για τη νεότερη και σύγχρονη».
Όμως «αυτό που αποκαλείται κήρυξη εγκαταστάσεων ως σημαντικών γινόταν από το πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ και το σημερινό ΥΠΕΝ και εδώ συναντάμε ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα: Υπάρχουν διεθνώς καλές πρακτικές, όλοι οι σχετικοί φορείς -το TICCIH και το ICOMOS- έχουν ορίσει σε διεθνή ντοκουμέντα το τι σημαίνει βιομηχανική κληρονομιά και πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται».
Τι συμβαίνει όμως στην Ελλάδα; «Δυστυχώς στη χώρα μας, ιδιαίτερα σήμερα, υστερούμε πολύ σε αυτό, καθώς το πρώτιστο είναι η αναγνώριση, ο εντοπισμός, η καταγραφή και η αξιολόγηση του κατάλοιπου, οτιδήποτε και αν σημαίνει αυτό: Μπορεί να είναι ένα τεράστιο μεταλλευτικό συγκρότημα, όπως το Λαύριο, ένα μεμονωμένο μηχάνημα, ένας οικισμός εργαζομένων, το αρχείο μιας επιχείρησης», σημειώνει η κ. Μαυροειδή.
«Έχουμε λοιπόν μια μεγάλη γκάμα για το τι θεωρούμε βιομηχανική κληρονομιά, κάτι που ευτυχώς έχει διευρυνθεί μέσα στα χρόνια, δεν αφορά σε καμία περίπτωση μόνο τα κελύφη και το πρώτιστο είναι η αναγνώριση, ο εντοπισμός και η προσπάθεια διασωσής κατόπιν αξιολόγησης», συμπληρώνει.

Μπορούν να γίνουν όλα μουσεία;
«Η αμέσως επόμενη φάση είναι ο σχεδιασμός της αξιοποίησης, ανάδειξης και επανάχρησης που αποτελεί ένα άλλο πολύ μεγάλο κεφάλαιο. Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να διατηρήσουμε τα πάντα και να τα κάνουμε όλα μουσεία, αυτό η κοινότητα της βιομηχανικής αρχαιολογίας και της βιομηχανικής κληρονομιάς τα αναγνωρίζει και τα έχει θέσει», τονίζει η ιστορικός.
Κατά την ίδια, «το αν θα διατηρηθεί κάτι είναι αποτέλεσμα αξιολόγησης και στάθμισης πολλών παραγόντων και γνωρίζουμε ότι πολλές φορές σχετίζεται με τις τρέχουσες αντιλήψεις, την εποχή στην οποία βρισκόμαστε. Το πώς θα αντιμετωπιστεί και πώς θα ενταχθεί μέσα στη σύγχρονη ζωή, στη σύγχρονη πόλη, στο σύγχρονο περιβάλλον το κατάλοιπο αυτής της δραστηριότητας πρέπει να αποτελεί αντικείμενο διεπιστημονικής μελέτης και αξιολόγησης των χαρακτηριστικών του».
Κάποια από αυτά τα κατάλοιπα «μπορεί να είναι εκθέματα του εαυτού τους, κάποια μουσεία, κάποια άλλα εκθέματα της παραγωγικής δραστηριότητας που εκτυλισσόταν μέσα στον ίδιο τον χώρο ή στην ευρύτερη περιοχή. Κάποια άλλα όμως θα πρέπει να ενταχθούν με άλλους τρόπους, ώστε να καλύπτουν σύγχρονες ανάγκες είτε πρόκειται για γραφεία, κατοικίες, πολιτισμό κλπ».

Το παράδειγμα της Βρετανίας και η Ελλάδα
«Αυτό που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι η υποχώρηση του κράτους από τη διαδικασία προστασίας αυτών των καταλοίπων, πολλά βιομηχανικά μνημεία δεν κηρύσσονται, άρα δεν χαίρουν νομικής προστασίας, δεν αναγνωρίζονται επαρκώς οι αξίες που φέρουν και η σημασία τους και πολλά οδηγούνται και στην καταστροφή», εξηγεί η κ. Μαυροειδή.
Δεν πρόκειται καθαρά για ελληνικό φαινόμενο, καθώς «στην Ελλάδα τα πράγματα γίνονται με τον ιδιαίτερο τρόπο που τα πάντα γίνονται. Το πρόβλημα είναι ότι σε χώρες της Ευρώπης έχει διανυθεί μια μεγάλη απόσταση για να φτάσουμε σε σημείο να πούμε ότι δεν προστατεύονται όλα ή υπάρχουν προβλήματα».
«Και στις καλύτερες των οικογένειών μπορεί να χάνονται βιομηχανικά μνημεία ακόμα και στην Αγγλία που διατείνεται ότι είναι η γενέτειρα της βιομηχανικής επανάστασης, όπου έγιναν τα πρώτα βήματα της βιομηχανικής αρχαιολογίας και της βιομηχανικής κληρονομιάς», επισημαίνει η ιστορικός.
Η χώρα όμως «έχει διανύσει πολύ δρόμο, έχει κάνει πολλά πράγματα και έχει διασώσει πάρα πολλά για να φτάσουμε σήμερα να λέμε ότι δεν προστατεύονται επαρκώς όλα, αν και έχουμε πολλά παραδείγματα».
Από την άλλη, στην Ελλάδα έχουμε μία κληρονομιά, η οποία πριν καν αρχίσει να αναγνωρίζεται και να καταγράφεται επαρκώς, έχει αρχίσει να καταστρέφεται. Μπορεί να έχουν διασωθεί και αναδειχθεί πολύ σημαντικά παραδείγματα βιομηχανικών καταλοίπων και μνημείων: Στη Σύρο το βιομηχανικό μουσείο Ερμούπολης, ένα από τα πρώτα του είδους στη χώρα, τα μουσεία του Δικτύου Μουσείων Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς, το Τεχνολογικό Πάρκο Λαυρίου και το Μουσείο Μεταλλείας Μεταλλουργίας που ετοιμάζεται, το Μουσείο Έρια στη Νάουσα και άλλα».

Σώζωντας μόνο το κέλυφος;
«Όμως αυτά ήταν μιας προηγούμενης περιόδου», σύμφωνα με την κ. Μαυροειδή, όμως «σήμερα έχουμε την αντιμετώπιση ουσιαστικά των βιομηχανικών καταλοίπων ως "οχληρών" που δημιουργούν προβλήματα στις επενδύσεις και στην αξιοποίηση των ακινήτων ή των εκτάσεων».
Τέτοια περίπτωση, κατά την ιστορικό είναι η ΠΥΡΚΑΛ στον Υμηττό «που προορίζεται για κυβερνητικό πάρκο και δεν έχει αντιμετωπιστεί επαρκώς από το υπουργείο Πολιτισμού. Έχουν γίνει μεν κηρύξεις κτιρίων, δεν έχει κηρυχθεί όμως ο τεράστιος μηχανολογικός πλούτος που υπήρχε μέσα, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να καταστρέφονται πολύτιμα στοιχεία της παραγωγικής δραστηριότητας μιας πολύ σημαντικής βιομηχανίας».
Άλλα τέτοια παραδείγματα αποτελούν οι εγκαταστάσεις της ΠΥΡΚΑΛ στο Μπαρουτάδικο στο Αιγάλεω, όπου καταστράφηκαν και έχει μείνει μόνο μία καμινάδα και το τοπωνύμιο και η ΧΡΩΠΕΙ στην Πειραιώς, η οποία «δεν κηρύχθηκε, καθώς δεν αξιολογηθήκε από τις υπηρεσίες του ΥΠΕΝ και του ΥΠΠΟΑ ως μία σημαντική βιομηχανία των αρχών του αιώνα, επειδή υπήρχε ένα επενδυτικό σχέδιο, το Πάρκο Καινοτομίας, το οποίο τελικά δεν έγινε».
«Υπάρχουν λοιπόν τέτοιου είδους προβλήματα από τη στιγμή που βρισκόμαστε σε μία περίοδο κρίσης αυτού του κομματιού, ωστόσο η βιομηχανική κληρονομία αντιμετώπιζε εξ αρχής τη μεγαλύτερη δυσκολία να αναγνωριστεί και τώρα είναι και η πρώτη που πλήττεται», σύμφωνα με την ιστορικό.
Μάλιστα, όπως τονίζει η ίδια, «δεν πλήττονται μόνο αυτού του τύπου τα κατάλοιπα, αλλά και τα αρχεία και ο εξοπλισμός, στοιχεία τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης».
«Για μια μεγάλη περίοδο, δυστυχώς, είχαμε και ελλειπή αντίληψη και κατανόηση του ποια στοιχεία και ποια κατάλοιπα αξιολογούνται ως βιομηχανική κληρονομιά. Σώζαμε μόνο το κτίριο, το κέλυφος, το οποίο όμως είναι μόνο ένα τμήμα αυτής της πολύμορφης κληρονομιάς και όχι επαρκές», ξεκαθαρίζει.
«Αν δεν σώσεις την ιστορία του τι ήρθε να στεγάσει το κτίριο, τότε υπάρχει πρόβλημα. Έχουμε, δηλαδή, πάλι απώλεια της ιστορικής μνήμης και αξιοποίησης αυτής της ιδιαίτερης κληρονομιάς, συμπληρώνει.

Μία κοινότητα ανθρώπων που επιδιώκει τη διάσωση της βιομηχανικής κληρονομιάς
Σήμερα, υπάρχει μία ολόκληρη κοινότητα ανθρώπων που ασχολείται ή προσπαθεί να καταγράψει και να αναδείξει αυτό το είδος της κληρονομιάς, με τη δράση τους να έχει πάρει και τη μορφή διαδικτυακών τόπων.
«Η ΒΙΔΑ είναι ένα κορυφαίο σύγχρονο παράδειγμα για το τι γίνεται και πώς αυτό πρέπει να είναι ανοιχτό και προσβάσιμο στον κόσμο που πρέπει να εκπαιδεύεται», σημείωνει η ιστορικός και συνεχίζει:
«Πρέπει να καλλιεργείται η κουλτούρα του τι σημαίνει βιομηχανική κληρονομιά, πώς την αναγνωρίζουμε γύρω μας μέσα, εντός και εκτός πόλεων, στην περιοχή μας, όπου τα εντοπίζουμε και πώς μπορεί ο καθένας να παίξει ρόλο στη διατήρηση αυτού του ίχνους με την καταγραφή».
Παράλληλα, «η κοινότητα στο Facebook "Βιομηχανική Αρχαιολογία" υποδεικνύει ότι σήμερα υπάρχει ευρύτερο ενδιαφέρον για την αναγνώριση και ανάδειξη αυτών των καταλοίπων, όχι μόνο από ειδικούς. Εξάλλου η βιομηχανική κληρονομιά και η βιομηχανική αρχαιολογία πάντα είχαν αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: Προσέλκυαν το ενδιαφέρον ανθρώπων με διαφορετική προέλευση και υπόβαθρα επιστημονικά ή ευρύτερα», καταλήγει η Μαρία Μαυροειδή.
*Οι πληροφορίες κάτω από τις φωτογραφίες του δημοσιεύματος αντλήθηκαν από τον ιστότοπο ΒΙ.Δ.Α (Βιομηχανικά Δελτία Απογραφής)
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.