Μενού

Στην άλλη πλευρά της Μυκόνου, ένα εστιατόριο που αναβαθμίζει το comfort food

coco geniki
  • Α-
  • Α+

Υπάρχει ακόμη ένα μέρος στη Μύκονο που θυμίζει γιατί αγαπήσαμε το νησί. Υπάρχουν δύο διαφορετικές πλευρές της Μυκόνου. Εκείνη που όλοι βλέπουμε και συχνά ακούμε, με τα ατελείωτα parties, τη μουσική που δεν σταματά ποτέ και τα εστιατόρια που συχνά προσπαθούν περισσότερο να εντυπωσιάσουν παρά να φιλοξενήσουν.

cocco 1

Και υπάρχει και μια δεύτερη. Πιο ήσυχη. Πιο αυθεντική. Εκείνη που κρύβεται ακόμη στα σοκάκια της Χώρας, στις γωνιές που αντιστέκονται στον χρόνο και σε κάνουν να νιώθεις ότι το νησί δεν έχασε ποτέ πραγματικά την ψυχή του.

Αυτή τη Μύκονο ανακάλυψα στην πρώτη μου επίσκεψη στο Cocco Mykonos. Βρίσκεται στη Μικρή Βενετία,σε ένα από τα πιο εμβληματικά σημεία του νησιού. Εκεί όπου τα κύματα σπάνε σχεδόν κάτω από τα τραπέζια, ο ήλιος δύει πίσω από τους ανεμόμυλους και τα παλιά σπίτια μοιάζουν να συνεχίζουν να αφηγούνται ιστορίες άλλων εποχών. Είναι από εκείνα τα μέρη που, πριν ακόμη καθίσεις, σου δημιουργούν την αίσθηση ότι κάτι ιδιαίτερο πρόκειται να συμβεί.

Το κτίριο κουβαλά τη δική του ιστορία. Περισσότερα από 200 χρόνια ζωής και μια θέση που έχει συνδεθεί με μερικές από τις πιο όμορφες αναμνήσεις του νησιού, αφού εδώ στεγαζόταν κάποτε το θρυλικό Caprice. Κι όμως, το Cocco δεν προσπαθεί να ζήσει από το παρελθόν του. Αντίθετα, αξιοποιεί αυτή την κληρονομιά με διακριτικότητα, δημιουργώντας έναν χώρο που αποπνέει κομψότητα χωρίς επιτήδευση.

cocco 2

Η πρώτη εντύπωση είναι ότι όλα μοιάζουν να βρίσκονται ακριβώς εκεί που πρέπει. Τίποτα δεν περισσεύει και τίποτα δεν προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή. Το βλέμμα πηγαίνει φυσικά στη θάλασσα, το φως αλλάζει συνεχώς όσο περνά η ώρα και το σκηνικό μεταμορφώνεται σχεδόν ανεπαίσθητα από το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ.

Αυτό όμως που κάνει πραγματικά τη διαφορά δεν είναι μόνο η τοποθεσία. Είναι οι άνθρωποι. Από την πρώτη στιγμή η υποδοχή είναι ζεστή, επαγγελματική και κυρίως αυθεντική. Υπάρχει μια φυσική ευγένεια που δεν δείχνει προσποιητή. Η ομάδα του εστιατορίου βρίσκεται διακριτικά δίπλα σου, φροντίζοντας κάθε λεπτομέρεια χωρίς να γίνεται ποτέ παρεμβατική.

Είναι μια μορφή φιλοξενίας που συναντάς ολοένα και πιο σπάνια, ιδιαίτερα σε έναν τόσο απαιτητικό προορισμό όπως η Μύκονος. Κάπως έτσι καταλαβαίνεις ότι σε αυτό το εστιατόριο δεν έρχεσαι μόνο για τη θέα. Έρχεσαι για να περάσεις όμορφα. Το ίδιο ισχύει και για την κουζίνα του. Σε μια εποχή που αρκετά εστιατόρια επιλέγουν περίπλοκες τεχνικές και εντυπωσιακά στησίματα, εδώ η φιλοσοφία μοιάζει διαφορετική.

cocco 3

Η νοστιμιά προηγείται της εικόνας. Οι γεύσεις είναι καθαρές, ισορροπημένες και γνώριμες, χωρίς όμως να στερούνται δημιουργικότητας. Η μεσογειακή ταυτότητα του μενού είναι ξεκάθαρη. Ελλάδα και Ιταλία συναντιούνται με τρόπο φυσικό, δημιουργώντας ένα τραπέζι που σε προσκαλεί να μοιραστείς πιάτα, να δοκιμάσεις διαφορετικές γεύσεις και να παρατείνεις το γεύμα λίγο περισσότερο από όσο υπολόγιζες.

Φρέσκα ζυμαρικά, χειροποίητες πίτσες, ψάρι, δροσερές σαλάτες και comfort επιλογές συνθέτουν ένα μενού που δεν κουράζει και δεν ακολουθεί πρόσκαιρες τάσεις. Αντιθέτως, βασίζεται σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: στο να θέλεις να επιστρέψεις. Και είναι ίσως αυτή η μεγαλύτερη επιτυχία του μαγαζιού. Δεν προσπαθεί να γίνει viral. Δεν χρειάζεται να σε εντυπωσιάσει με υπερβολές. 

Τα πιάτα που δοκιμάσαμε

cocco 4

Καθίσαμε στο τραπέζι με φόντο το παράθυρο που σε αφήνει να παίρνεις κλεφτές ματιές προς το Αιγαίο και ξεκίνησα να επεξεργάζομαι το μενού. Πόσο έξυπνο αυτό που έχει κάνει ο ταλαντούχος σεφ Μάριος Σκλαβενίτης, έχει φέρει δίπλα δίπλα την ελληνική και την ιταλική κουζίνα χωρίς να τις αλλοιώνει. Έχει ξεχωρίσει τα πιάτα με την ίδια φροντίδα και μπορείς να ταξιδέψεις από το ένα μέρος στο άλλο γεύοντας αυθεντικές συνταγές αγγιγμένες με μικρά twist που τις κάνουν να αναρριχούνται προς τα πάνω.

Ο Μάριος έχει διανύσει μια πολύ πετυχημένη πορεία στη Μύκονο και μάλιστα βρισκόταν για αρκετά χρόνια στο Belvedere Hotel, τώρα εδώ διαχειρίζεται φαβορί των δύο χωρών και καταφέρνει όχι μόνο να μην πειράξει την αίγλη τους αλλά να την υπερτονίσει. 

cocco trapezi

Εμείς ξεκινήσαμε με τις μητρικές μας γαστρονομικές καταβολές δοκιμάζοντας την ταραμοσαλάτα. Σίγουρα την βάζω στην λίστα με τις top που έχω γευτεί. Είναι μεταξένια και έχει πολύ καλή ένταση και οξύτητα. Οι γαρίδες κοιλάδος έρχονται ελαφριά μαγειρεμένες και ραντισμένες με ανθό αλατιού, εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και χυμούς από κίτρο και λεμόνι. 

Είναι φανταστικό πως σε κάθε μπουκιά μπλέκεται η βουτυράδα της γαρίδας με την αλμύρα και την οξύτητα. Θα μπορούσε ο σεφ να μην της έχει μαγειρέψει καθόλου είναι τόσο νόστιμες αλλά και έτσι το πιάτο έχει δυναμική και σίγουρα νοστιμιά. 

cocco taramas kai garides

Το carpaccio από λαβράκι με λάιμ και μυρωδικά εκπλήσσει με τον εκρηκτικό χαρακτήρα του. Η οξύτητα είναι υψηλή και βγάζει φουλ τα αρώματα των εσπεριδοειδών ενώ το ψάρι διατηρεί την φρεσκάδα του και είναι τόσο αριστοτεχνικά λεπτοκομμένο που γίνεται ένα με τα μεσογειακά μυρωδικά. 

Ωστόσο το δικό μου αγαπημένο είναι οι σαρδέλες. Εδώ η γεύση είναι ένα ποίημα. Το ταπεινό ψάρι έχει πλήρως ραφιναριστεί και έχει ψηθεί φανταστικά. Μάλιστα ο άνηθος και το τσίλι είναι στην ιδανική ποσότητα που χαρίζουν στην ισορροπία χωρίς να κλέβουν καθόλου την παράσταση από τον πρωταγωνιστή.

Ειδικά αυτή η ελαφριά spicy αίσθηση που αφήνουν είναι όνειρο. Εγώ δεν ήθελα να αφήσω ούτε το ζουμάκι και αξιοποίησα τις μπρουσκέτες για να κάνω τις βουτιές μου. 

cocco sardeles

Μετά έγινε η πάσα στην ιταλική ομάδα πιάτων που ομολογουμένως είναι εξίσου γευστικά συντονισμένη. Από τις προτάσεις των ζυμαρικών επιλέξαμε την καρμπονάρα με ριγκατόνι και επιτέλους φάγαμε την αυθεντική εκδοχή, χωρίς φιοριτούρες και χωρίς παρερμηνείες. 

Τα μακαρόνια κρατάγανε, η guanciale είχε πολύ καλή τραγανότητα, και το αυγό, με την παρμεζάνα και το φρέσκο μαύρο πιπέρι χάριζαν μια μαγική κρεμώδη υφή. Έτσι πρέπει να είναι η ιταλική ντίβα δεν χρειάζεται τίποτα άλλο. 

Και μιας και μιλάμε για την πρώτη εθνική της Ιταλικής κουζίνας η pizza στο cocco είναι βασική ατραξιόν. Αξίζει να πας μόνο για να τις πάρεις όλες και την bufalina και την tartufata και την diavola και την marinara. Εγώ θα σταθώ στην τελευταία που θεωρητικά είναι η πιο εύκολη αλλά από εκεί καταλαβαίνεις την μαεστρία. 

cocco karbonara

Πράγματι η marinara είναι top. Το ζυμάρι που δεν είναι ούτε λεπτό, ούτε χοντρό σχηματίζει μια πολύ ωραία κρούστα στην άκρη και μετά είναι αναπάντεχα ζουμερή. Στην δοκιμή απολαμβάνεις την καλή ντομάτα san merzano μαζί με το διακριτικό σκόρδο και την refreshing φρέσκια ρίγανη. Εγώ την φοβήθηκα στην αρχή ότι θα πικρίσει αλλά τελικά η δοσολογία της ήταν τόσο καλή που έδινε μόνο την φρεσκάδα και των ωραία μυρωδιά. 

Φινάλε στην Ιταλική αλμυρή πλευρά δίνει ένα άλλο χαρακτηριστικό πιάτο η διάσημη κοτολέτα milanese. To κρέας εδώ είναι αγκαλιασμένο από μια κρούστα φοβερά τραγανή και το πιάτο συνοδεύεται από πολύ σωστα διαχειρισμένες πατάτες και μια πράσινη σαλάτα με hignlihts τα καραμελωμένα ντοματίνια. 

cocco kotoleta

Το τελικό γκολ, ωστόσο, βάζει το γλυκό ένα τιραμισού, που είναι σαν τον προσφέρουν οι οικοδεσπότες που σε έχουν καλέσει στο σπίτι τους και θέλουν να σε περιποιηθούν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. 

Είναι λοιπόν πολύ αφράτο, σιροπιασμένο όσο πρέπει και απόλυτα ισορροπημένο. Σας συμβουλεύω να συνοδεύσετε το φαγητό σας με κάποιο από τα signature cocktails. Η μπάρα κάνει καλή δουλειά αντιμετωπίζοντας με δημιουργικότητα μερικές κλασικές συνταγές. 

Από αυτές ξεχωρίζουν το martini με καρπούζι, το negroni με ελληνικά μανιτάρια, η margarita με περγαμόντο και η colada με sake. 

cocco tiramisu

Όσο περνά η ώρα, το φως χαμηλώνει, τα ποτήρια ξαναγεμίζουν, οι συζητήσεις συνεχίζονται χωρίς βιασύνη και ο ήχος της θάλασσας γίνεται σχεδόν μέρος της εμπειρίας. Για λίγες ώρες ξεχνάς ότι βρίσκεσαι σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους καλοκαιρινούς προορισμούς της Μεσογείου. Έχεις την αίσθηση ότι ανακάλυψες μια Μύκονο πιο ήρεμη, πιο γνήσια και περισσότερο ανθρώπινη. Φεύγοντας από το Cocco, έμεινα με την αίσθηση ότι είχα γνωρίσει ένα εστιατόριο που καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα στην ιστορία και το σήμερα.

Έναν χώρο που σέβεται τον χαρακτήρα της παλιάς Μυκόνου, επενδύει στην ουσιαστική φιλοξενία και υπενθυμίζει ότι οι πιο δυνατές γαστρονομικές εμπειρίες δεν είναι πάντα οι πιο θορυβώδεις. Είναι εκείνες που σε κάνουν, σχεδόν ασυναίσθητα, να σκέφτεσαι ήδη την επόμενη επίσκεψη.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.