Μενού
  • Α-
  • Α+

Απελπιστικές στιγμές ζουν οι πολίτες που έχουν μείνει -παρά τη θέλησή τους οι περισσότεροι- σε πόλεις της Ουκρανίας που συνεχίζουν να σφυροκοπούνται από τις ρωσικές δυνάμεις, όπως στη Μαριούπολη και τη Χερσώνα. Είναι χαρακτηριστικό πως τουλάχιστον 100.000 άμαχοι θέλουν να φύγουν από τη Μαριούπολη αλλά δεν μπορούν καθώς δεν υπάρχουν ασφαλείς διάδρομοι διαφυγής, ενώ στη Χερσώνα εξαντλούνται τα τρόφιμα και τα φάρμακα για 300.000 κατοίκους.

Συγκεκριμένα, η αντιπρόεδρος της ουκρανικής κυβέρνησης Ιρίνα Βέρεστσουκ δήλωσε σήμερα ότι τουλάχιστον 100.000 άμαχοι θέλουν να φύγουν από τη Μαριούπολη, στη νότια Ουκρανία, όμως δεν μπορούν εξαιτίας της έλλειψης ασφαλών διαδρόμων που θα οδηγούν εκτός της πόλης, η οποία τελεί υπό πολιορκία. Η ίδια ανέφερε πως οι βομβαρδισμοί από τις ρωσικές δυνάμεις εμποδίζουν, επίσης, τις ομάδες διάσωσης να αποκτήσουν πρόσβαση στον χώρο του βομβαρδισμένου θεάτρου στη Μαριούπολη, όπου αξιωματούχοι της πόλης λένε πως εκατοντάδες άνθρωποι πιστεύεται πως είχαν βρει καταφύγιο στο υπόγειό του, όταν επλήγη από μια αεροπορική επιδρομή την περασμένη εβδομάδα. Η Ρωσία αρνήθηκε ότι βομβάρδισε το θέατρο ή επιτέθηκε σε αμάχους.

Οσον αφορά την κατεχόμενη από τους Ρώσους Χερσώνα, το υπουργείο Εξωτερικών της Ουκρανίας ανέφερε σήμερα ότι οι προμήθειες τροφίμων και φαρμάκων για περίπου 300.000 ανθρώπους εξαντλούνται, ενώ κατηγόρησε τη Ρωσία ότι εμποδίζει τους αμάχους να φύγουν προς τις περιοχές που ελέγχει η Ουκρανία.

«Τριακόσιοι χιλιάδες πολίτες της Χερσώνας βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ανθρωπιστική καταστροφή εξαιτίας του αποκλεισμού από τον ρωσικό στρατό. Οι προμήθειες τροφίμων και φαρμάκων έχουν σχεδόν εξαντληθεί και όμως η Ρωσία αρνείται να ανοίξει ανθρωπιστικούς διαδρόμους για να απομακρυνθούν οι πολίτες», έγραψε σε μήνυμα στο Twitter ο εκπρόσωπος Τύπου του υπουργείου Όλεγκ Νικολένκο. Η Ρωσία δεν έχει σχολιάσει προς το παρόν την ανάρτηση του Νικολένκο. Η Μόσχα αρνείται ότι στοχοθετεί αμάχους.

Τεράστια κύματα προσφύγων από το χάος του πολέμου

Σχεδόν 200.000 πρόσφυγες από την Ουκρανία που είχαν φτάσει στην Πολωνία από την έναρξη της ρωσικής εισβολής έχουν εγκαταλείψει τη χώρα σιδηροδρομικώς για να μεταβούν σε άλλες χώρες υποδοχής, ανακοίνωσαν σήμερα οι πολωνικές σιδηροδρομικές αρχές. Από τις 25 Φεβρουαρίου έως τις 20 Μαρτίου, σχεδόν 400 τακτικά σιδηροδρομικά δρομολόγια μετέφεραν περισσότερους από 140.000 επιβάτες από την Ουκρανία δωρεάν και 113 ειδικά σιδηροδρομικά δρομολόγια μετέφεραν περισσότερους από 45.000 επιβάτες, δήλωσε ο εκπρόσωπος της εταιρείας PLK, που διαχειρίζεται το πολωνικό σιδηροδρομικό δίκτυο, ο Μίροσλαβ Σιέμιενιετς. Αυτοί ήταν ταξιδιώτες με κύριους προορισμούς το Βερολίνο, αλλά και την Πράγα και τη Βιέννη.

Οι διάφορες εταιρείες σιδηροδρομικών μεταφορών που εκμεταλλεύονται τους πολωνικούς σιδηροδρόμους, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειακών, έχουν υιοθετήσει όλες την αρχή της ελεύθερης εισδοχής για τους πρόσφυγες πολέμου στις εσωτερικές και διεθνείς γραμμές. Σύμφωνα με τους συνοριοφύλακες, 2.141.000 άνθρωποι που διέφυγαν από τη ρωσική εισβολή έφτασαν από την Ουκρανία στην Πολωνία από τις 24 Φεβρουαρίου έως τις 21 Μαρτίου. Σε αυτόν τον αριθμό θα πρέπει να προστεθεί ένας άγνωστος αριθμός ανθρώπων που έφυγαν από την Ουκρανία μέσω των συνόρων της Μολδαβίας ή της Ρουμανίας και στη συνέχεια εισήλθαν στην Πολωνία, όπου η ουκρανική κοινότητα που έχει εγκατασταθεί εδώ και πολύ καιρό αριθμεί περίπου ενάμισι εκατομμύριο άτομα.

Οι πολωνικές αρχές δεν διαθέτουν στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον συνολικό αριθμό των προσφύγων που έχουν φύγει στο εξωτερικό, καθώς διέρχονται τα εσωτερικά σύνορα του χώρου Σένγκεν χωρίς κανέναν έλεγχο. Πολλοί Ουκρανοί και υπήκοοι άλλων κρατών που ήρθαν στην Πολωνία συνέχισαν το ταξίδι τους προς τη Δύση με πούλμαν ή επιβατικά αυτοκίνητα, και κάποιοι άλλοι αεροπορικώς. Από την άλλη, οι Πολωνοί συνοριοφύλακες μέτρησαν ανθρώπους που ταξίδεψαν στην Ουκρανία. Ο αριθμός τους έφτασε τις 274.000 την ίδια περίοδο.

Το Δουβλίνο περιμένει 40.000 Ουκρανούς πρόσφυγες έως το τέλος Απριλίου

Την ίδια ώρα, περισσότεροι από 10.000 Ουκρανοί πρόσφυγες έχουν φτάσει στην Ιρλανδία και είναι πιθανόν ο αριθμός τους να αυξηθεί και να φθάσει τις 40.000 έως το τέλος Απριλίου, λίγο πιο κάτω από το 1% του πληθυσμού των 5 εκατομμυρίων της χώρας, ανακοίνωσε σήμερα ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Λίο Βαράντκαρ. Ο Βαράντκαρ δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα φροντίσει να προσαρμόσει τους χώρους εκδηλώσεων και τους στρατώνες στο πλαίσιο μιας προσπάθειας για τη στέγαση όσων προσφύγων φθάνουν στη χώρα, ενώ προειδοποίησε ότι η εισροή αυτή μπορεί να επηρεάσει τις δημόσιες υπηρεσίες και τα οικονομικά της χώρας.