Μενού

Μη χτυπήσεις το Κυότο, θα σκοτώσεις τις κερασιές: Χιροσίμα, Ναγκασάκι, η αβάσταχτη ελαφρότητα της βόμβας

Ναγκασάκι, μετά τη βόμβα
Ναγκασάκι, μετά τη βόμβα | AP
  • Α-
  • Α+

Το Βερολίνο έπεσε, οι δυνάμεις του Άξονα είχαν συνθλιβεί και, εν γένει, συμφιλιωθεί με το πλήρωμα του καιρού. Άλλοι παραδόθηκαν, εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν, άλλοι άνοιξαν νοικοκυριά σε σκοτεινά λαγούμια της ξενιτιάς, αλλά πάντως αποδέχτηκαν το τετελεσμένο.

Δεν ήταν έτσι για την ιαπωνική πολεμική μηχανή. Ένας κύκλος από στρατιώτες και στελέχη ξορκισμένοι από το πνεύμα του «Μπούσιντο», αρνούνταν κάθε συνθηκολόγηση, έτοιμοι να υπερασπιστούν το «κάστρο» μέχρις εσχάτων.

Στην άλλη άκρη του Ειρηνικού, ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν βρίσκεται αντιμέτωπος με μία βαρύνουσα επιλογή. Να ρισκάρει μία επέμβαση με συμβατικά πολεμικά μέσα, τουτέστιν μετατόπιση σε περιφερειακή σύγκρουση, ή να εκλέξει μία επιβλητική, αποφασιστική, πλην απάνθρωπη επίδειξη πυρός που δεν θα άφηνε περιθώριο για αντιδράσεις.

Δύο βλεφαρίσματα, πάνω από 200.000 νεκροί. «Little Boy» και «Fat Man» εξολοθρεύουν αντίστοιχα τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, με διαφορά τριών ημερών, τον Αύγουστο του 1945. 

Ακόμα και μετά την πτώση των δίδυμων βομβών όμως, πολλοί υψηλόβαθμοι του στρατού δεν παραδίδουν τα όπλα. Ήταν τελικά η καίρια παρέμβαση του αυτοκράτορα Χιροχίτο, ο οποίος μπόρεσε να διαπραγματευτεί όρους ειρήνης, που έσβησε μία και καλή τη χόβολη του πολέμου. 

Ο κόσμος μάτωσε, ο κόσμος έκλαψε, αλλά έδωσε τα χέρια και βγήκε αδελφομένος και σοφότερος από αυτό το «δύσκολο μάθημα».

Αυτή είναι τουλάχιστον μία δημοφιλής εκλαϊκευμένη εκδοχή της επίλυσης του ιαπωνικού «ζητήματος» στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, για την οποία πρέπει αναγκαία να παρατηρήσουμε: Εμπεριέχει αναμφίβολα μία λογοτεχνική οικονομία και παρηγορεί παράλληλα την ανθρώπινη ψυχική ανάγκη για συμμετρία.

Θρέφει περισσότερο τη βολική διαβεβαίωση, ότι ο κόσμος μας αυτός ισορροπεί σε δύο ζύγια, με το ένα να εδράζει τα ανθρώπινα βάσανα, και το άλλο τον ηθικό θρίαμβο όσων τα υπομένουν.

Χιροσίμα - Ναγκασάκι: Οι απλές παραδοχές

5 Οκτωβρίου 1945. Ο Τσέστερ Νίμιτς είχε πάρει το βήμα μπροστά από ένα κοινό συγκεντρωμένο προς τιμήν του στο αμερικανικό Κονγκρέσο, απευθύνοντας έναν θριαμβολογικό μεν, αλλά και ενδιαφέροντα απολογισμό της σύγκρουσης:

«Μπορεί να εκπλήξει πολλούς Αμερικανούς να μάθουν πως, με μέτρο τους στρατιώτες και τα αεροσκάφη της, η Ιαπωνία ήταν αριθμητικά σε καλύτερη κατάσταση τη VJ-Day (Ημέρα της Νίκης επί της Ιαπωνίας), απ' ό,τι τέσσερα χρόνια πριν, όταν ξεκίνησε ένα εθνικό «χαρακίρι» με την επίθεση στο Pearl Harbor[...]

Στο τέλος του Πολέμου, η Ιαπωνία είχε μεγαλύτερο πεζικό και πολύ ισχυρότερη αεροπορία απ' ό,τι είχε στις 7 Δεκεμβρίου του 1941[...]

Γιατί, τότε, δεν είχαν άλλη εναλλακτική από το να παραδοθούν; Γιατί πάσχιζαν για την ειρήνη πριν καν τη ρίψη της ατομικής βόμβας και πριν της είσοδο της Ρωσίας στον πόλεμο;

Μέχρι τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, ο ενεργός στρατιωτικός στόλος της Ιαπωνίας είχε πάψει να υπάρχει. Από ένα κάποτε ένδοξο Ναυτικό απέμεναν ένα πολεμικό πλοίο, τέσσερα αεροπλανοφόρα[...]όλα με ζημιές. Ούτε ένα από αυτά τα πλοία δεν είχε πλήρωμα.

[...]Ο εχθρός μας αναγκάστηκε να παραδοθεί επειδή η Ιαπωνία, ένα κράτος ναυσιπλοΐας, εξαρτώμενο από εισαγωγές τροφίμων και πρώτων υλών, είχε χάσει τη θαλάσσια υπεροχή της.

[...]Εμείς από την άλλη είχαμε καταλάβει βάσεις παντού, και είχαμε χτίσει τα αεροδρόμια[...] που έκαναν δυνατό τον εξαίσια επιτυχή ατομικό βομβαρδισμό της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι».

Μπορούμε επ' αυτού να πάρουμε και τον λόγο του παρασημοφορημένου στρατηγού και έπειτα προέδρου Άιζενχαουερ, που το έθεσε πιο λακωνικά και βλοσυρά: 

«Οι Ιάπωνες ήταν έτοιμοι να παραδοθούν, και δεν ήταν απαραίτητο να τους χτυπήσουμε με εκείνο το φρικτό πράγμα».

Τσέστερ Νίμιτς, 1 Απρίλη, 1945 - Αρχηγείο του Γκουάμ
Τσέστερ Νίμιτς, 1 Απρίλη, 1945 - Αρχηγείο του Γκουάμ | Ap

Πότε ήταν τότε έτοιμοι να θάψουν το τσεκούρι οι Ιάπωνες; Η Στρατηγική Επιθεώρηση Βομβαρδισμού των Ηνωμένων Πολιτειών έχει επισημάνει ότι: 

«Με βάση μια λεπτομερή έρευνα όλων των γεγονότων και υποστηριζόμενη από τις μαρτυρίες των επιζώντων Ιαπώνων ηγετών που εμπλέκονται, η γνώμη της Επιθεώρησης είναι ότι σίγουρα πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1945, και κατά πάσα πιθανότητα πριν από την 1η Νοεμβρίου 1945, η Ιαπωνία θα είχε παραδοθεί ακόμη και αν δεν είχαν πέσει οι ατομικές βόμβες, ακόμη και αν η Ρωσία δεν είχε εισέλθει στον πόλεμο, και ακόμη και αν δεν είχε σχεδιαστεί ή προβλεφθεί καμία εισβολή».

Στην εποχή μας, η Ατομική Βόμβα είναι ένα στοιχειό που αιωρείται πάνω από σύννεφα υπαινιγμών, ένας Γιουνγκιανός φόβος που έχει κουρνιάσει στο συλλογικό ασυνείδητο.

Τα μέσα Ενημέρωσης και η Ψυχαγωγία έχουν φροντίσει να κατηχήσουν το κοινό για το καταστροφικό δυναμικό των πυρηνικών. Πλέον, μία μέση ατομική βόμβα ισούται με δεκάδες «Little Boys», σαν αυτό που έπληξε τις μαρτυρικές επαρχίες.

Ως μέρος όμως του λόγου για τον οποίο πρέπει να φοβόμαστε τη βόμβα, δεν πρέπει να λησμονιέται το πόσο «ανάλαφρη» ήταν, σε τελική ανάλυση, η μοιραία πτήση του Enola Gay.

Η ερώτηση, δηλαδή, δεν είναι «γιατί έριξαν πυρηνικά στην Ιαπωνία;», αλλά «γιατί έριξαν πυρηνικά σε μία ηττημένη Ιαπωνία;».

Μία μεγαλειώδης λάμψη

Από τη μία λοιπόν υπάρχει η αμφίβολη αναγκαιότητα της βόμβας ως «ύστατη επιλογή», αλλά πέρα από τον σκοπούμενο στρατιωτικό της αντίκτυπο, δεν γίνεται να μιλήσουμε για κίνητρα χωρίς να λάβουμε τη συλλογιστική της Αμερικανικής πλευράς.

Και συμπυκνώνεται στη φράση «Βομβαρδισμός ηθικού». Μία ψυχολογική τακτική που βασίζεται στις «παράπλευρες απώλειες», η θεωρία της θέλει ο οριζόντιος βομβαρδισμός κατοικημένων περιοχών, είτε αποτελούν στρατιωτικούς στόχους είτε όχι, να στειρώνει και το ηθικό του αμάχου πληθυσμού, των εργατών σε εργοστάσια, των γυναικών που υποβαστάζουν το κοινωνικό υφαντό, να σπέρνει τρόμο στην πολιτική ηγεσία για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες, κάμπτoντας έτσι την «όρεξη» του εχθρού για μάχη σε όλα τα επίπεδα.

Μία «μεγαλειώδης λάμψη», όπως έβλεπε το κύημά του ο Οπενχάιμερ:

«Ενότητα 7: Ψυχολογικοί Παράγοντες στην Επιλογή Στόχων

Α. Συμφωνήθηκε ότι ψυχολογικοί παράγοντες στην επιλογή στόχων είναι μεγίστης σημασίας. Δύο εκφάνσεις αυτού είναι: 

  • 1) Η επίτευξη του μέγιστου ψυχολογικού αντικτύπου κατά της Ιαπωνίας και
  • 2) Να καταστεί η αρχική χρήση (της βόμβας) επαρκώς εντυπωσιακή, ώστε η σημαντικότητα το όπλου να αναγνωριστεί διεθνώς».

Αυτή ήταν μία από τις ενότητες που θίχτηκαν στα πρακτικά της «Επιτροπής Στόχου», υπό την αιγίδα του υπουργού Πολέμου Χένρι Στίμπσον, με τις συμμετοχές, μεταξύ άλλων, του διευθυντή του Manhattan Project, στρατηγού Λέσλι Γρόουβς, και του ίδιου του Όπενχαϊμερ, η οποία πραγματοποίησε πολλαπλές συνεδρίες στους μήνες που προηγήθηκαν της διπλής τραγωδίας, για να αποκρυσταλλώσει το σκεπτικό πίσω από μία ενδεχόμενη μελλοντική χρήση των βομβών.

Η καταστροφή στο Ναγκασάκι
Η καταστροφή στο Ναγκασάκι | AP

«Ενότητα 8: Χρήση Ενάντια σε "Στρατιωτικούς" Στόχους

Υποενότητα Α: Συμφωνήθηκε ότι για την αρχική χρήση του όπλου, κάθε μικρός και αυστηρά στρατιωτικός στόχος πρέπει να βρίσκεται σε μία πολύ μεγαλύτερη ακτίνα επίδρασης της έκρηξης, έτσι ώστε να αποφευχθεί το ατυχές ρίσκο να χαθεί το όπλο, λόγω κακής τοποθέτησης της βόμβας».

Στόχος λοιπόν για την Επιτροπή, δεν είναι πρωτευόντως η κατάλυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του εχθρού, αλλά μία τακτική εντυπωσιασμού ή, όπως το θέτουν, να μην «χαραμιστεί» η θεατρικότητα του όπλου σε πολύ μικρούς ή περιορισμένους στόχους».

Σε αυτό το σκεπτικό κινείται η Ενότητα 6 της ίδιας συνεδρίασης:

«Υποενότητα Α (1): Κυότο - Αυτός ο στόχος είναι μία αστική βιομηχανική περιοχή με πληθυσμό 1.000.000. Είναι η πρώην πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, στην οποία πολλοί άνθρωποι και βιομηχανίες μετατοπίζονται, καθώς άλλες περιοχές καταστρέφονται.

Από ψυχολογικής άποψης, υπάρχει το πλεονέκτημα ότι το Κυότο είναι το πνευματικό κέντρο της Ιαπωνίας, και οι άνθρωποι εκεί είναι πιο πιθανό να εκτιμήσουν τη σημαντικότητα ενός τέτοιου όπλου ως εργαλείο».

Αν δεν έγινε κατανοητό, το Κυότο, η πόλη των αιώνιων παλατιών και των κερασιών, ήταν και αυτή υποψήφια για διαγραφή, στη λογική ότι αυτή θα έκανε τον περισσότερο θόρυβο, άποψη που έβρισκε εγκάθετα σύμφωνο τον κ. Γρόουβς.

Όπως όμως θα έχει παρατηρήσει ο οξυδερκής αναγνώστης, το Κυότο στέκεται μέχρι και σήμερα χωρίς να δίνει ραδιενεργό αποτύπωμα. Μετά από μία σειρά αναβολών, τελικά κρίθηκε απρόσφορο, δεδομένων των συγκυριών, να υλοποιηθεί το χτύπημα στην κεντρική πόλη.

Ας ακούσουμε και μία από τις φωνές του αντιλόγου.

Ο υπουργός Πολέμου Χένρι Στίμπσον καρπώνεται από πολλούς ιστορικούς την (μη) απόφαση για το Κυότο, αφού φερόμενα επισκέφθηκε το γραφείο του τότε προέδρου Τρούμαν, τον Ιούνιο του 1945, με την προσωπική αιτίαση να εξαιρεθεί από τη λίστα στόχων.

Ο «ευαίσθητος» Στίμπσον, περιέγραψε το Ιαπωνικό κέντρο, στο οποίο φερόμενα είχε περάσει τον μήνα του μέλιτός του, δύο δεκαετίες πριν, ως έναν τόπο «νοικοκυριών, τέχνης και ναών», ενώ πρόβαλε και την πιο λογικοφανή εξήγηση πως εκτός και αν δεν υπέφερε «ολοκληρωτική καταστροφή η Ιαπωνία, η πικρία που θα προκαλούσε μια τέτοια αθέμιτη πράξη θα μπορούσε να καταστήσει αδύνατη κατά τη μακρά μεταπολεμική περίοδο τη συμφιλίωση των Ιαπώνων με εμάς σε αυτήν την περιοχή, αντί με τους Ρώσους».

Οι τελευταίοι σαμουράι

Τι ξέρουμε λοιπόν; Τουλάχιστον ότι οι Αμερικάνοι, ήδη πριν τη μυθούμενη τελμάτωση της κατάστασης με την Ιαπωνία, δεν εξέταζαν το ενδεχόμενο της πρώτης «ζωντανής» ρίψης πυρηνικών απλά ως ύστατη λύση.

Μάλλον το αντίθετο, η διαφήμιση της πολεμικής ισχύος της Ουάσινγκτον θεωρείτο σοβαρός λόγος και υπολόγιζε την το κατά δύναμιν πιο καταστροφική χρήση του όπλου, με τις άμεσες αμυντικές του δυνατότητες να είναι περισσότερo «ευτυχής συγκυρία».

Είχαν έστω δώσει όμως οι Ιάπωνες, αυτοί οι γαϊδουροκέφαλοι «σαμουράι», ανάλογες αφορμές

Για την Ιαπωνία το σκεπτικό πρέπει να αναζητηθεί κατ' αρχάς στην κράση του καθεστώτος. Πριν την εκπνοή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο απομονωτισμός του νησιωτικού αυτού κράτους ουσιαστικά δεν είχε παραβιαστεί ποτέ. 

Η Ιαπωνία, μία αυστηρά στρωματοποιημένη φεουδαρχική κοινωνία που εξερχόταν του 19ου αιώνα με ταχεία ανάπτυξη, δεν τέλεσε ποτέ μέχρι τότε υπό ξένη επιστασία. Το πρόσωπο του πολυχρονέστατου αυτοκράτορα Σόγουα (Χιροχίτο), άστραφτε ακόμα με την ένθεη φύση που αποδιδόταν στην ιαπωνική μοναρχία.

Τι συνέβαινε όμως ταυτόχρονα στις δυνάμεις του Άξονα; Η συντριπτικές νίκες των συμμάχων άφηναν στο πέρασμά τους είτε όψιμες αυτομολήσεις, όπως της Ιταλίας, ή άνευ όρων παραδόσεις.

Για τους Ιάπωνες, η προοπτική να αλλάξουν πλευρά έχοντας δώσει «ιερό» όρκο μάχης θα φάνταζε αστεία, αλλά πέραν αυτού, η προοπτική του να διωχθεί, να δικαστεί και να τιμωρηθεί η κεφαλή του κράτους ως κοινός θνητός, ήταν εφιαλτική για το γόητρο του καθεστώτος, και πιο σημαντικά θα έδινε σήμα για την πλήρη παραίτηση της Ιαπωνίας από τις αξιώσεις τους στην Ασιατική ήπειρο, εν μέσω του Β'  Σινο-Ιαπωνικού πολέμου.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ηγεσία πορευόταν, αμερικανιστί, με το «κεφάλι της στα σύννεφα». Το Ανώτατο Συμβούλιο καταλάβαινε πως η ήττα, μπροστά στην υπεροπλία των ΗΠΑ και στο ενδεχόμενο της κινητοποίησης των Σοβιετικών στην Ανατολική Κίνα -η φράση «κλειδί»- ήταν αναπόφευκτη.

Το ποθητό αποτέλεσμα ήταν απλά η επίτευξη εισόδου σε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις αντί μίας ολοκληρωτικής παράδοσης. Ανάμεσα στους σκληροπυρηνικούς στρατιωτικούς και τους διαλλακτικότερους πολιτικούς της ηγεσίας, οι λύσεις που επιδιώκονταν ήταν αντίστοιχα μία στρατιωτική, και μία πολιτική.

Η πρώτη, ήθελε η Ιαπωνία να εμπλακεί σε μία περιφερειακή αντίσταση τόσο κοστοβόρα για τον εχθρό, αλλά και για τους ίδιους, ώστε η αντίπερα όχθη να εξετάσει διπλωματικές υποχωρήσεις. Οι Ιάπωνες είχαν μάλιστα μία βάση να εξετάζουν αυτή τη διέξοδο.

Υπό κλίμακα, έτσι είχε εξελιχθεί η πρόσφατη εισβολή  στη νησιωτική Οκινάγουα από τον στρατό των ΗΠΑ, η περιβόητη επιχείρηση «Παγόβουνο», όπου οι αναρίθμητες αμφίπλευρες απώλειες, έδωσαν ένα επίπονο μάθημα στην αμερικανική ηγεσία, με τον πρόεδρο Τρούμαν να θέλει πάση θυσία, κατά τον ίδιο, να αποφύγει μελλοντικά μία «Οκινάγουα απ' άκρη σε άκρη της Ιαπωνίας».

Από την άλλη, η διπλωματική μάχη θα δινόταν στα σάλονα της Μόσχας, με ζητούμενο να τιμήσει η Ρωσία το σύμφωνο μη επιθετικότητας που είχε υπογράψει στο πλαίσιο του Σινο-Ιαπωνικού πολέμου.

Και τα δύο «προσχέδια» ανήκαν δυστυχώς στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Δεν υπήρχε, με πραγματικούς όρους, τίποτα που θα μπορούσε να προσφέρει ή να στερήσει η αποδυναμωμένη Ιαπωνία, που δεν θα μπορούσαν να πάρουν ΕΣΣΔ ή ΗΠΑ με μερικές εβδομάδες πολέμου παραπάνω.

Κανείς δεν ήταν πιο εξοικειωμένος με αυτή την πραγματικότητα βέβαια από τον πρεσβευτή τους στη Μόσχα, Ναοτάκε Σάτο, τον άνθρωπο που απρόθυμα ανέλαβε το ακατόρθωτο έργο να πείσει το επιτελείο ενός Στάλιν που διψούσε για επεμβατισμό στην Κίνα, για να στρέψει  τους Συμμάχους σε μία συμφωνία ειρήνης για την Ιαπωνία.

«Πιστεύω πως η Ιαπωνία, μακροπρόθεσμα, δεν έχει άλλη επιλογή από το να αποδεχθεί μία άνευ όρων παράδοση, ή παρεμφερείς όρους. Πιστεύω πως ο Στάλιν δεν βλέπει καμία ανάγκη για εθελούσια συμφωνία με την Ιαπωνία. Σε αυτό το ζήτημα, βλέπω μία σοβαρή ασυμφωνία ανάμεσα στην οπτική σας, και την πραγματική κατάσταση», ήταν μία από τις ξερές απαντήσεις του, μία από σειρά παρόμοιων, στις πιέσεις του ιαπωνικού ΥΠΕΞ για την ανάγκη του ρόλου του.

Μέχρι την ημέρα που «μάτωσε» η Ιαπωνία, το Ανώτατο Επιτελείο ακόμα, για λόγους που θα δούμε παρακάτω, κωλυσιεργούσε ανάμεσα σε κρεμάμενες από την ΕΣΣΔ παραισθήσεις, και στο αδιέξοδο των διπλωματών τους.

Αυτοί οι τακτικοί αδιέξοδοι διάλογοι θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα αστείοι και για την αμερικανική κατασκοπεία, που προ πολλού είχε σπάσει τους κώδικες JN-25 και PURPLE, έχοντας κανάλια τόσο στην ιαπωνική στρατηγική όσο και διπλωματία.

Πιο σημαντικά όμως, αυτό σήμαινε πως η Αμερικανική πλευρά είχε ευκρινή εικόνα του πόσο ρεαλιστική, ή μη, ήταν η απειλή ενός αδιέξοδου πολέμου που ήθελε να μοχλεύσει το Τόκυο.

Ναοτάκε Σάτο, πρέσβης της Ιαπωνίας στη Μόσχα το 1945
Ναοτάκε Σάτο, πρέσβης της Ιαπωνίας στη Μόσχα το 1945

To Μανχάταν στον ουρανό τους

Το τελευταίο γεγονός αναγκαίο για την κριτική του «μυθιστορήματος» με το οποίο ξεκινήσαμε, ήταν το σημείο «μηδέν» του Πότσνταμ της Γερμανίας. Τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου του 1945, φιλοξενεί μία συνήθη για τότε Τριμερή μεταξύ των Τρούμαν, Τσώρτσιλ και Στάλιν, με το μέλλον της Ιαπωνίας «hot topic».

Σημειωτέον, συγκλήθηκε την επομένη της πανηγυρικής κατάληξης του Project Manhattan, με τη δοκιμή Trinity, το μανιταροειδές νέφος της οποίας είδε η μισή υφήλιος.

Εκείνες τις ημέρες, μετά τις πρώτες συνομιλίες με τον Στάλιν, ο Αμερικανός πρόεδρος έγραφε στο αγαπητό του ημερολόγιο:

«Πιστεύω οι Ιάπωνες θα "ζαρώσουν" πριν μπει η Ρωσία, είμαι σίγουρος ότι αυτό θα κάνουν, όταν θα δουν το Μανχάταν να προβάλλει στον ουρανό τους».

Δύο πράγματα που μαθαίνουμε από τις συνομιλίες του Πότσνταμ για την Αμερικανική οπτική, είναι ότι:

  • Ένα, κατανοούν πως η ΕΣΣΔ του Στάλιν αποτελεί τον ισχυρότερο αδρανή αποτρεπτικό παράγοντα μίας συνεχιζόμενης Ιαπωνικής εχθρότητας.
  • Δύο, πιστεύουν στην ικανότητα της ατομικής βόμβας να οδηγήσει σε άτακτη υποχώρηση, πόσο μάλλον  μίας πιθανής επέμβασης των Σοβιετικών στη Ματζουρία.

Οι Σοβιετικοί ήταν η εμπροσθοφυλακή που φρέναρε το 3ο Ράιχ στην επικράτειά τους, και τους κυνήγησε μέχρι την πρωτεύουσά τους. Ήταν η υπερδύναμη που έλεγχε την ασταθή κατάσταση στην Άπω Ανατολή.

Ήδη η αμερικανική πλευρά είχε κάνει απανωτές εκχωρήσεις στον Σοβιετικό ηγέτη για τη βοήθεια, και επομένως, μία επίλυση του ιαπωνικού ήταν μείζονος σημασίας να οφείλεται στο νέο τους «πυροτέχνημα», και όχι στις μηχανές των «κόκκινων».

Χαμένοι στη μετάφραση

Στην ίδια σειρά από σημειώσεις του Τρούμαν, απευθυνόμενος αυτή τη φορά στον ΥΠΑΜ Στίμπσον, παραδέχεται πως βλέπει την ατομική βόμβα ως διέξοδο, και πως δεν αποκλείει τη χρήση της σε καθαρά στρατιωτικούς στόχους, την ίδια στιγμή που η απόφαση να χρησιμοποιηθεί στις ιαπωνικές επαρχίες είναι ουσιαστικά παρμένη.

Αυτή η φαινομενική διάσχιση μέσα στον Τρούμαν, είτε οφείλεται σε τακτικά τοποθετημένα ψεύδη, ή σε πραγματική σύγχυση, αντικατοπτρίζει την πραγματική διάσταση απόψεων στα ανώτατα κλιμάκια.

Ο Στίμπσον καταλαβαίνει την ιαπωνική ανησυχία για τη μοίρα του αυτοκράτορα και δεν βλέπει λόγο απόρριψης μίας συμφωνίας πέραν της άνευ όρων παράδοσης, που απλά θα επιτρέπει τη διαιώνιση του αυτοκρατορικού καθεστώτος.

O υπουργός Εσωτερικών Τζέιμς Μπερνς από την άλλη, φοβάται πως οποιαδήποτε αναγνώριση της ιαπωνικής διπλωματίας θα οδηγήσει σε «σταύρωση» του προέδρου.

Σε συνάντηση του Στρατιωτικού Επιτελείου την 16η Ιουλίου, εκφράζεται ξεκάθαρα η κατανόηση  πως «Αν μία εκδοχή μπορούσε να βρεθεί και να διαβιβαστεί στους Ιάπωνες, η οποία δεν περιλαμβάνει την κατάλυση του αυτοκρατορικού θεσμού, ο αυτοκράτορας θα ήταν τότε σε θέση να διατάξει κατάπαυση πυρός για περιοχές όπου, εάν η δυναστεία του καταστρεφόταν,  οι εναπομένουσες δυνάμεις μπορεί να συνέχιζαν να πολεμούν για μήνες ή και χρόνια».

O πρεβύτατος ναύαρχος Γουίλιαμ Ντ. Λίχι, παραδέχεται πως δεν πιστεύει όσους λένε πως οτιδήποτε πέραν μίας ολοκληρωτικής παράδοσης θα συνιστούσε ήττα για τις ΗΠΑ.

Σε αυτό, ο Τρούμαν είχε να απαντήσει πως «Δεν νιώθω ότι μπορώ να δράσω αυτή τη στιγμή για να αλλάξω την κοινή γνώμη σε αυτό το θέμα».

Και η κοινή γνώμη σε αυτό το θέμα ήταν ανήλεη. Το αμερικανικό κοινό ήθελε να δει τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, τη χώρα που αιματοκύλησε το Pearl Harbor, να γονατίζει, και τον Χιροχίτο να αποκεφαλίζεται στη θέση της. Άρα έως εδώ, φαινομενικά ο Τρούμαν έβλεπε άλλο ένα δίλημμα, στη λεγόμενη «σταύρωση» είτε του ίδιου, είτε της Δυναστείας.

Οι «μεγάλοι τρεις», Τσώρτσιλ, Τρούμαν και Στάλιν, στο Πότσνταμ
Οι «μεγάλοι τρεις», Τσώρτσιλ, Τρούμαν και Στάλιν, στο Πότσνταμ | AP

Οι προειδοποιήσεις του Σάτο προς το ιαπωνικό επιτελείο πίσω στην πατρίδα άρχισαν να γίνονται όλο και πιο επιτακτικές.

Η σύνοδος του Πότσνταμ είχε καταλήξει σε απαίτηση πλήρους υποταγής της Ιαπωνίας, και δεδηλωμένα βουλευόταν να «εξαλείψει διά παντός την εξουσία και επιρροή εκείνων που εξαπάτησαν και παραπλάνησαν τον λαό της Ιαπωνίας».

Ενδιαφέρον έχει όμως το γεγονός, πως μεταξύ του πρώτου προσχέδιου της διακήρυξης, που περιελάμβανε διαβεβαιώσεις του Στίμπσον για διατήρηση μίας μοναρχίας με συνταγματικά χαρακτηριστικά, και του τελικού, ο πρόεδρος Τρούμαν, μαζί με τον κ. Μπερνς, των οποίων τις θέσεις επισκεφθήκαμε, είχαν αφαιρέσει ως συντάκτες αυτή την «υποδιαστολή», ενώ απέκλεισαν διαδικαστικά την ΕΣΣΔ από το να συνυπογράψει.

Μία απόφαση που βγάζει νόημα, αν αναλογιστούμε πως η Ουάσινγκτον θέλει κολασμένα τα «πνευματικά δικαιώματα» της λήξης του πολέμου.

Εάν επιβίωνε η πιο «απαλή» εκδοχή του Στίμπσον στο κείμενο, και έπεφτε από πάνω η υπογραφή του Στάλιν, η πιθανότητα η Ιαπωνία να ενδώσει μπροστά σε υποσχέσεις τέτοιου κύρους ήταν ανησυχητικά πραγματική, και ακόμα χειρότερα, θα είχε ενδώσει στο «σφυροδρέπανο».

Στίμπσον: «Ο όρος που επέτρεπε τη συνέχιση της Δυναστείας υπό όρους σβήστηκε από τον πρόεδρο και τον υπουργό Εσωτερικών. Δεν ήταν αντίθετοι σε αυτή, αλλά θεωρούσαν πως μπορούσαν να τη διαπραγματευτούν σε αναγκαίες μυστικές διαπραγματεύσεις, που θα λάμβαναν χώρα μετά από οποιαδήποτε εκεχειρία».

Μικροί, μεγάλοι άντρες

Επιγραμματικά:

  • Η Ιαπωνική ηγεσία θέλει να προστατεύσει το status quo ως απαράβατο όρο για παράδοση.
  • Έχει ωστόσο παγιδευτεί σε μία απελπιστικά αργή διελκυστίνδα μεταξύ των μετριοπαθών, ανοικτών σε διαπραγματεύσεις, και των ενστόλων που θέλουν πολεμική, θεωρώντας πως μόνο έτσι θα ικανοποιηθούν οι όροι τους
  • Οι «διορθώσεις» Τρούμαν και Μπερνς στη διακήρυξη του Πότσνταμ, «διασφάλισαν» πως η Ιαπωνική πλευρά δεν είχε ξεκάθαρη εικόνα για το αν η ΕΣΣΔ θα έπαιρνε ευνοϊκή θέση υπέρ τους.
  • Η αμερικανική Ασφάλεια και η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά και κατανοεί τη χρησιμότητα της συνθηκολόγησης  με παρονομαστή τη Δυναστεία, αλλά όχι απλά ως καταλύτη για εκεχειρία, αλλά και για τη διεύρυνση της σφαίρας επιρροής της.
  • Ωστόσο, θέλει από πάνω να μην «χάσει πρόσωπο» λόγου χάρη, προς όφελος της Σοβιετικής Ένωσης. Σε τελική ανάλυση, η ίδια η είσοδος στον Β' Παγκόσμιο ήταν μία στρατηγική επένδυση.

6 Αυγούστου, 1945. Το Enola Gay χτυπά τη Χιροσίμα, το πρώτο κτίριο που εξαϋλώνεται, είναι το νοσοκομείο της πόλης.

Η έκρηξη στη Χιροσίμα
Η έκρηξη στη Χιροσίμα | AP

Στις επόμενες ημέρες, επιτυγχάνεται, με απελπιστική βραδύτητα, συνέλευση του Στρατιωτικού Επιτελείου της Ιαπωνίας. Το αποτέλεσμα; Πάλι αδιέξοδο μεταξύ των δύο πλευρών.

Στις 9 Αυγούστου του 1945, ο Fat Man πλήττει το Ναγκασάκι. Όταν κοπάζει ο ραδιενεργός άνεμος, τα θύματα είναι πάνω από 90% άμαχοι. Η επιστολή φτάνει στη συνέλευση, που ατελεσφορεί ξανά.

Τι είχαν υποτιμήσει οι Αμερικανοί, σίγουροι για την αποτρεπτική δύναμη της βόμβας; Λοιπόν, θυμόμαστε πως οι απώλειες από το διπλό χτύπημα ανέρχονται σε κάπου πάνω από 200.000. Τις συνολικές απώλειες αμάχων για την Ιαπωνία στη διάρκεια του πολέμου, εκτιμήσεις θέτουν έως και στο 1.000.000.

Πολύ απλά, η ιαπωνική ηγεσία δεν ήταν ξένη, και σίγουρα δεν δίσταζε να χρησιμοποιεί τον πληθυσμό της ως αναγκαίες θυσίες. Στο παράδειγμα της Οκινάγουα, παιδιά επιστρατεύονταν επί τόπου και στέλνονταν ως οπλίτες και βομβιστές αυτοκτονίας κατά των γιάνκηδων.

Ένα απολυταρχικό, εθνικιστικό καθεστώς, που είχε συνασπιστεί σαν μελισσοφωλιά γύρω από τον αυτοκράτορα, δεν είδε και δεν θα έβλεπε ποτέ τις θυσίες των «εργατών» του ως δυσμενή όρο, αλλά θα λάκιζε χωρίς σκέψη, στο παραμικρό βασιλικό νεύμα.

Οι βόμβες δεν έπεφταν στο παλάτι. Όπως και να έχει, στρατιωτικοί και πολιτικοί, με μία μοιραίας εβδομάδας καθυστέρηση, στράφηκαν στον Σόγουα ο οποίος, εδώ και καιρό θεατής, συμφώνησε με τους διαλλακτικούς, βάζοντας το νερό στο αυλάκι.

Συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας
Συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας | AP

Είχε συγκινηθεί λοιπόν ο Χιροχίτο από την ασύλληπτα στιγμιαία γενοκτονία των υποτακτικών του; Σε μεταπολεμική συνέντευξή του, αποδεσμευμένος από την άμεση ανάγκη να εμπνεύσει εθνική ομοψυχία, είχε αυτά να πει για τις ανησυχίες που τον έβαλαν σε σκέψεις:

«Αν ο εχθρός έκανε απόβαση στον κόλπο του Ίσε, οι ναοί τόσο του Ίσε όσο και της Άτσουτα θα περνούσαν στον έλεγχό τους. Δεν θα υπήρχε χρόνος να μεταφερθούν οι ιεροί θησαυροί της αυτοκρατορικής οικογένειας και καμία ελπίδα να προστατευθούν».

Στην πασίγνωστη ομιλία της παράδοσης στις ΗΠΑ, ο λόγος του για την υποχώρηση, πάλι προτάσσει την επιβίωση του «Κόκου-τάι», της τότε αυτοκρατορίας δηλαδή, και δεν αναγνωρίζει ούτε εν παρόδω τα δεινά του ιαπωνικού λαού:

«Τώρα που η Σοβιετική Ένωση έχει εισέλθει στον πόλεμο εναντίον μας, το να συνεχίσουμε... υπό τις παρούσες συνθήκες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό θα μας προκαλούσε μόνο μεγαλύτερη ζημιά και θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσουμε σε κίνδυνο τα ίδια τα θεμέλια της ύπαρξης της αυτοκρατορίας.

Επομένως, παρόλο που εξακολουθεί να υπάρχει τεράστιο μαχητικό πνεύμα στο Αυτοκρατορικό Ναυτικό και τον Στρατό, θα κάνω ειρήνη με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία και τη Σοβιετική Ένωση, καθώς και με την Τσονγκίνγκ, προκειμένου να διατηρήσουμε το ένδοξο εθνικό μας πολίτευμα».

Η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι έγιναν δύο ακόμα κόκκινες μουτζούρες, στην πλέον πολύνεκρη «δήλωση» της ιστορίας. Παντοδύναμοι άντρες με φαραωνικά «εγώ», είχαν επιδοθεί για μήνες σε ένα σκάκι διά σπασμένου τηλεφώνου, με πιόνια από σάρκα και οστά. 

Αν όχι πριν μπει στη μάχη του ανατολικού μετώπου η ΕΣΣΔ, οι Ιάπωνες, με τη λυσσαλέα τους επιδίωξη για τη Σοβιετική επιβεβαίωση, θα είχαν με ένα απλό τηλεγράφημα πειστεί ότι η επιδίωξή τους ήταν φρούδα.

Χένρι Στίμπσον: «Είναι πιθανό, στον απόηχο της πρόσφατης παράδοσης, πως μία πιο ξεκάθαρη και ενωρίτερη έκθεση της αμερικανικής βούλησης να παραμείνει ο αυτοκράτορας θα είχε φέρει ένα ενωρίτερο τέλος στον πόλεμο».

Αποφάσεις τόσο φευγαλέες και ανάλαφρες, όσο η αγάπη του Μικάντο για παλιές, χρυσές καρφίτσες, ή η συμπάθεια του Χένρι Στίμπσον για τις ομορφιές του Κυότο. Πάντως, ανάμεσα στις 6 με 9 Αυγούστου του 1945, δεν την άξιζε. Τα άνθη της κερασιάς είχαν ήδη πέσει.

 

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.