Η μάχη για την έμφυλη ισότητα δίνεται καθημερινά, όμως υπάρχουν στιγμές που η ιστορία της διεκδίκησης συμπυκνώνεται σε μια λέξη: Συναίνεση. Σε μια Ευρώπη που παλεύει ακόμα με τον κατακερματισμό των νομοθεσιών της και τις πατριαρχικές καταβολές των νομικών της συστημάτων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έρχεται με ένα ιστορικό ψήφισμα να απαιτήσει το αυτονόητο. Έναν ενιαίο ορισμό του βιασμού που θα εστιάζει στο γεγονός ότι πρόκειται για μία σεξουαλική πράξη χωρίς συναίνεση και όχι στα σημάδια της σωματικής βίας.
«Η συναίνεση δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα τυπικό «ναι». Συνιστά μια ενεργή, ελεύθερη και ανακλητή συμφωνία που προϋποθέτει πραγματική δυνατότητα επιλογής και απουσία κάθε μορφής πίεσης ή εξαναγκασμού», λέει στο Reader η Άννα Βουγιούκα, κοινωνική επιστημόνισσα, ερευνήτρια, υπεύθυνη συνηγορίας του Κέντρου Διοτίμα.
Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που θα λειτουργήσει προς όφελος των επιζωσών σεξουαλικής βίας. Αυτό γιατί πολλά από τα θύματα δεν αντιστέκονται λόγω φόβου, επειδή «παγώνουν από τρόμο» και αν δεν υπάρξει απόδειξη βίας, μένουν εκτός δικαιοσύνης, σύμφωνα με την ίδια. «Αντίθετα, η εστίαση στη συναίνεση αντιμετωπίζει τον βιασμό ως παραβίαση της σεξουαλικής αυτονομίας και όχι απλώς ως πράξη σωματικής βίας».
Βέβαια σύμφωνα με την κ. Βουγιούκα, η νομική εναρμόνιση θα πρέπει να συνοδεύεται από μια σειρά παράλληλα μέτρα: ολοκληρωμένη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και ευαισθητοποίηση σχετικά με τη συναίνεση, υποστήριξη των επιζωσών και επιζώντων ατόμων και αλλαγή κοινωνικών στερεοτύπων. Χωρίς αυτά, η εναρμόνιση δεν αρκεί για ουσιαστική προστασία.
Tι σημαίνει ο ενιαίος ορισμός του βιασμού
Είναι κρίσιμο η πρωτοβουλία αυτή να αγγίξει τον πυρήνα της κουλτούρας του βιασμού και να προτείνει έναν δρόμο όπου η δικαιοσύνη δεν θα ανακρίνει το θύμα για το τι φορούσε ή πώς αντέδρασε, ούτε θα το υποβάλλει σε δευτερογενή θυματοποίηση, με το τραύμα να επαναλαμβάνεται μέσα σε αίθουσες ανακρίσεων, εξετάσεων και δικαστηρίων.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε τα μέλη της ΕΕ να δημιουργήσουν έναν τυποποιημένο, ενιαίο ορισμό του βιασμού, που βασίζεται στο ότι είναι μία σεξουαλική πράξη χωρίς συναίνεση. Τι σημαίνει στην πράξη ο όρος συναίνεση;
Άννα Βουγιούκα: «Μετά την κοινή έκθεση FEMM–LIBE, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ψήφισμα (28/04/2026) καλεί την Κομισιόν να καταθέσει άμεσα πρόταση για έναν ενιαίο ευρωπαϊκό ορισμό του βιασμού, που θα βασίζεται στην αρχή της ελεύθερης, εν επιγνώσει και ανακλητής συναίνεσης, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης. Η κίνηση αυτή έρχεται ως απάντηση στην αποτυχία ενσωμάτωσης σχετικής ρύθμισης στην Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385, παρά τις έντονες αντιδράσεις των φεμινιστικών οργανώσεων και της κοινωνίας των πολιτών.

Η συναίνεση δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα τυπικό «ναι». Συνιστά μια ενεργή, ελεύθερη και ανακλητή συμφωνία που προϋποθέτει πραγματική δυνατότητα επιλογής και απουσία κάθε μορφής πίεσης ή εξαναγκασμού. Επομένως η σιωπή ή η παθητικότητα δεν αρκούν. Από φεμινιστική σκοπιά, η έννοια αυτή αναδεικνύει ότι η σεξουαλική αυτονομία δεν ασκείται σε κενό, αλλά μέσα σε σχέσεις ισχύος, κοινωνικές ανισότητες και έμφυλες προσδοκίες που συχνά υπονομεύουν την ελευθερία της βούλησης.
Έτσι, η συναίνεση πρέπει να νοείται ως μια δυναμική και ενσώματη διαδικασία αμοιβαιότητας, όπου κάθε πρόσωπο αναγνωρίζεται ως υποκείμενο με επιθυμίες και όρια, και όχι ως αντικείμενο, απαιτώντας συνεχή εγρήγορση απέναντι στα λεκτικά και μη λεκτικά σημάδια, αλλά και κριτική επίγνωση των συνθηκών που μπορεί να καθιστούν τη «συμφωνία» φαινομενική αντί για ουσιαστικά ελεύθερη (Λιάπη, 2024)».
Γιατί είναι τόσο σημαντικό να ορίζεται ο βιασμός με βάση την απουσία συναίνεσης και όχι τη χρήση βίας;
«Στο ελληνικό δίκαιο, τα σεξουαλικά αδικήματα ρυθμίζονται από επιμέρους διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Ο βιασμός ορίζεται με δύο τρόπους: ως βαρύ έγκλημα που προϋποθέτει χρήση βίας ή σοβαρής απειλής και τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών, και ως γενετήσια/σεξουαλική πράξη χωρίς τη συναίνεση του θύματος, που τιμωρείται ηπιότερα, έως 10 έτη φυλάκισης (Άρθρο 336 ΠΚ).
Όπως επισημαίνει η Επιτροπή GREVIO (2023) για την Ελλάδα, το ισχύον ποινικό πλαίσιο παρουσιάζει έλλειψη συστηματικότητας ως προς την κλιμάκωση των κυρώσεων για τον βιασμό. Συγκεκριμένα, ο βιασμός με χρήση βίας ή απειλής τιμωρείται αυστηρά, ενώ περιπτώσεις που συνδέονται με κατάχρηση εξουσίας ή σχέσης εξάρτησης αντιμετωπίζονται με ηπιότερες ποινές. Υπό το πρίσμα του άρθρου 36 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, η GREVIO υπογραμμίζει ότι το καθοριστικό κριτήριο για τη στοιχειοθέτηση του βιασμού είναι η απουσία ελεύθερης συναίνεσης του θύματος, ανεξαρτήτως του τρόπου τέλεσης. Κατά συνέπεια, απαιτείται η πρόβλεψη αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για κάθε μη συναινετική γενετήσια πράξη, με πρόβλεψη επιβαρυντικών περιστάσεων σε περιπτώσεις αυξημένης βίας, καταχρηστικότητας ή ιδιαίτερου τραυματικού χαρακτήρα.
Στο πλαίσιο αυτό, η μετατόπιση από τη χρήση βίας στην «απουσία συναίνεσης» αντανακλά την απτή πραγματικότητα που βιώνουν οι επιζώσες σεξουαλικής βίας. Όπως αναγνωρίζεται και στα πρότυπα του Συμβουλίου της Ευρώπης και ειδικότερα στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (Άρθρο 36 – Σεξουαλική βία, περιλαμβανόμενου του βιασμού), πολλά θύματα δεν αντιστέκονται λόγω φόβου, επειδή «παγώνουν από τρόμο» (είναι η λεγόμενη «τονική ακινησία»). Αν ο νόμος απαιτεί απόδειξη βίας, πολλές περιπτώσεις μένουν εκτός δικαιοσύνης. Αντίθετα, η εστίαση στη συναίνεση αντιμετωπίζει τον βιασμό ως παραβίαση της σεξουαλικής αυτονομίας και όχι απλώς ως πράξη σωματικής βίας».

Τώρα υπάρχει κατακερματισμός των νόμων στην Ευρώπη. Η εναρμόνιση των νόμων θα συμβάλλει επαρκώς στην προστασία των γυναικών και την τιμωρία των θυτών;
«Η εναρμόνιση της νομοθεσίας των ευρωπαϊκών κρατών είναι κρίσιμη, αλλά από μόνη της δεν είναι επαρκής. Σήμερα πράγματι υπάρχει κατακερματισμός, δεδομένου ότι κάποια κράτη έχουν υιοθετήσει ορισμούς βασισμένους στη συναίνεση, ενώ άλλα εξακολουθούν να δίνουν έμφαση στην άσκηση (σωματικής συνήθως) βίας. Ένας κοινός ορισμός προφανώς θα ενισχύσει τη νομική σαφήνεια, θα μειώσει τα κενά προστασίας και θα διευκολύνει τη διασυνοριακή απονομή δικαιοσύνης.
Ωστόσο, όπως έχει αναδειχθεί από τη φεμινιστική θεωρία και πράξη, η συναίνεση δεν λειτουργεί σε κοινωνικό κενό. Επηρεάζεται από ανισότητες εξουσίας, έμφυλα στερεότυπα και πολιτισμικά σενάρια. Όπως επισημαίνει και το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο η νομική εναρμόνιση θα πρέπει να συνοδεύεται από μια σειρά παράλληλα μέτρα: ολοκληρωμένη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και ευαισθητοποίηση σχετικά με τη συναίνεση, υποστήριξη των επιζωσών και επιζώντων ατόμων και αλλαγή κοινωνικών στερεοτύπων. Χωρίς αυτά, η εναρμόνιση δεν αρκεί για ουσιαστική προστασία.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο βιασμός αποτελεί μία από τις πιο ακραίες εκφάνσεις έμφυλης βίας και συνιστά κατάφωρη παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στη σωματική και ψυχική ακεραιότητα, στην αυτονομία, ιδίως στη σεξουαλική αυτονομία, στην ιδιωτική ζωή και στην υγεία, ενώ ταυτόχρονα πλήττει τον πυρήνα της ισότητας των φύλων και το δικαίωμα των γυναικών και των θηλυκοτήτων να ζουν απαλλαγμένες από βία, διακρίσεις και εξευτελιστική μεταχείριση. Επιπλέον ο βιασμός λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής πατριαρχικών δομών εξουσίας, στερώντας από τα θύματα την ουσιαστική απόλαυση δικαιωμάτων όπως η αξιοπρέπεια, η ελευθερία, η προσωπική ασφάλεια και η ισότητα τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο χώρο, ανεξαρτήτως φύλου ή ταυτότητας φύλου.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σαφές ότι η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια στενή ποινική προσέγγιση. Απαιτείται και μια ευρύτερη, διαθεματική κατανόηση που αναγνωρίζει τις σχέσεις εξουσίας και τις συστημικές ανισότητες που τον καθιστούν δυνατό, αλλά και ανατροπή της κουλτούρας βιασμού – του διαρθρωτικού και εκτεταμένου συστήματος στάσεων, συμπεριφορών, αξιών και κοινωνικών κανόνων που κανονικοποιούν τη σεξουαλική βία και υποβαθμίζουν τη σοβαρότητά της, υπονομεύουν τη συναίνεση και διαιωνίζουν τους μύθους σχετικά με τον βιασμό».

Αυτή η πρόταση θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αστυνομικές αρχές, δικαστές, εισαγγελείς και επαγγελματίες υγείας θα διαχειρίζονται τις καταγγελίες;
«Η πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη θέσπιση νομοθεσίας για τον βιασμό που θα βασίζεται στην έννοια της συναίνεσης μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην αλλαγή του τρόπου διαχείρισης των καταγγελιών εκ μέρους των αρμόδιων αρχών διασφαλίζοντας ότι όλα ανεξαιρέτως τα άτομα που είναι θύματα βιασμού θα έχουν πρόσβαση σε ολοκληρωμένες υπηρεσίες υποστήριξης. Βεβαίως αυτό σημαίνει ότι εκτός από τη νομοθεσία καθεαυτή θα απαιτηθούν και επιπλέον μέτρα, πολιτικές και οικονομικοί πόροι.
Θεωρούμε ότι το νέο πλαίσιο καταρχάς προϋποθέτει την αλλαγή πρακτικών καθώς και τη μετατόπιση από τη συχνά σεξιστική καχυποψία απέναντι στο θύμα (επιζώσα/επιζών άτομο) στην κατανόηση της σχεσιακής δυναμικής. Για παράδειγμα, οι αστυνομικές αρχές και οι εισαγγελείς θα πρέπει επικεντρώνονται στη διερεύνηση της συναίνεσης, και όχι μόνο στην ύπαρξη βίας, αναγνωρίζοντας ότι το τραύμα επηρεάζει τη μνήμη και τη συμπεριφορά. Τα δικαστήρια θα πρέπει απέχουν από την αναπαραγωγή έμφυλων στερεοτύπων και αντιλήψεων, και να μην επιτρέπουν ερωτήσεις για την συμπεριφορά ή την εμφάνιση του θύματος ή εξέταση που επιρρίπτει την ευθύνη στα θύματα.
Παράλληλα, οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να εκπαιδευτούν για μια πιο ευαίσθητη διαχείριση των περιστατικών σεξουαλικής βίας στη βάση της οπτικής του φύλου, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα θύματα βιασμού έχουν πλήρη και έγκαιρη πρόσβαση σε ολοκληρωμένη, ασφαλή, εμπιστευτική και εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα για όσο διάστημα απαιτείται, πρόσβαση σε υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και προφύλαξη ή θεραπεία σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων και καθώς και πρόσβαση σε ασφαλή και νόμιμη άμβλωση. Παράλληλα, θα πρέπει να διασφαλίζεται η πρόσβαση σε μακροχρόνια φροντίδα για την αντιμετώπιση του τραύματος, καθώς και σε ψυχολογική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη».
Θα συμβάλλει το νέο νομικό πλαίσιο στην ισοπέδωση της δευτερογενούς θυματοποίησης;
«Να σημειώσουμε καταρχάς ότι η προσκόλληση σε «αποδείξεις» όπως η αντίσταση, οι απειλές ή τα σημάδια βίας δεν είναι ουδέτερη. Αναπαράγει βαθιά ριζωμένους μύθους για τον βιασμό και έμφυλα στερεότυπα γύρω από το πώς «πρέπει» να αντιδρά ένα θύμα. Έτσι, εγκαθιδρύεται το πρότυπο του «ιδανικού θύματος» που φέρει εμφανή τραύματα, αντιστέκεται με συγκεκριμένο τρόπο και αντιδρά «σωστά». Όταν οι επιζώσες δεν χωρούν σε αυτό το στενό καλούπι, η εμπειρία τους τίθεται υπό αμφισβήτηση, και αυτό εντείνει τη δευτερογενή θυματοποίηση και ταυτοχρόνως τροφοδοτεί τη δυσπιστία προς τη δικαιοσύνη και την αστυνομία, οδηγώντας σε σιωπή, χαμηλή καταγγελία και τελικά ατιμωρησία των δραστών.

Η δευτερογενής θυματοποίηση δεν είναι απλώς «παράπλευρη συνέπεια», αλλά μια επιπλέον θεσμικά παραγόμενη βία: η στιγμή που το τραύμα δεν τελειώνει με την πράξη, αλλά συνεχίζεται μέσα σε αίθουσες ανακρίσεων, εξετάσεων και δικαστηρίων. Εκεί όπου οι επιζώσες καλούνται να επαναλάβουν ξανά και ξανά την εμπειρία τους, να την αποδείξουν μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες, να αντέξουν υπαινιγμούς ευθύνης, ακατάλληλες ερωτήσεις και λόγο που συχνά τις υποτιμά αντί να τις προστατεύει. Αυτή η επαφή με τους αρμόδιους θεσμικούς φορείς βαθαίνει το τραύμα, τροφοδοτεί άγχος, κατάθλιψη και μετατραυματικό στρες και, τελικά, στερεί από τις επιζώσες όχι μόνο την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, αλλά και τον χώρο να ξαναβρούν την αίσθηση ελέγχου πάνω στο σώμα και τη ζωή τους.
Το νέο πλαίσιο που προτείνεται μπορεί να συμβάλλει στην μείωση ή και εξάλειψη της δευτερογενούς θυματοποίησης υπό την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοστεί παράλληλα με μια σειρά αλλαγές και πολιτικές που θα στοχεύουν στην πολυεπίπεδη εξάλειψη της κουλτούρας του βιασμού. Ένα παράδειγμα είναι η υποχρεωτική, τακτική και κατάλληλη κατάρτιση των επαγγελματικών που έρχονται σε επαφή με θύματα βιασμού (π.χ. υπάλληλοι επιβολής του νόμου, ιατροδικαστικό προσωπικό, δικαστές/δικάστριες, εισαγγελείς, δικηγόροι, επαγγελματίες υγείας, εργαζόμενες/οι σε κοινωνικές υπηρεσίες, κ.λπ.).
Η κατάρτιση θα πρέπει να αποσκοπεί στην πρόληψη της δευτερογενούς θυματοποίησης των επιζώντων ατόμων και να στοχεύει στον εντοπισμό των έμφυλων στερεοτύπων, στην εξάλειψη των συμπεριφορών και στάσεων που επιρρίπτουν ευθύνες στα θύματα και κυρίως στην αντιμετώπιση των επιζώντων ατόμων με τρόπο ευαίσθητο ως προς την τραυματική εμπειρία, το φύλο, την ταυτότητα φύλου, την ηλικία, την αναπηρία, την εθνότητα, κ.λπ».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.