Σε τέσσερις δεκαετίες καριέρας στην έρευνα και τη μάχιμη δημοσιογραφία έχει έρθει σε επαφή με μέλη του υποκόσμου και του οργανωμένου εγκλήματος, με «δράκους» και δολοφόνους υπεράνω υποψίας. Έχει βοηθήσει στην επίλυση δεκάδων φόνων και εκατοντάδων εξαφανίσεων. Έχει επιμείνει εκεί που οι αρχές ολιγωρούν κι έχει αναδείξει πολύκροτες σκοτεινές υποθέσεις, που παρέμεναν ανεξιχνίαστες.
Η Αγγελική Νικολούλη, παρουσιάστρια της μακροβιότερης εκπομπής ερευνητικής δημοσιογραφίας στην ελληνική τηλεόραση, συνεχίζει με πάθος, πείσμα και σταθερά υψηλές τηλεθεάσεις την αναζήτηση της αλήθειας στον 31ο κύκλο του «Φως στο τούνελ» στο Mega. Εδώ, όμως, ήρθε η ώρα να αφήσουμε τη Νικολούλη των επιτυχιών, των ρεκόρ και των viral βίντεο στην άκρη. Πίσω της κρύβεται η οικεία όσο και άγνωστη Αγγελική, που δηλώνει τρωτή, δεν μπαίνει σε ρόλους όπως η Μις Μαρπλ, πιστεύει στην αγάπη που επιμένει όταν όλα γύρω μοιάζουν σκοτεινά, απολαμβάνει τις σιωπές και δεν διστάζει να μοιραστεί την πιο δύσκολη αλήθεια της ζωής της.

- Ας ξεκινήσουμε με την «Απαγωγή», το τελευταίο σας βιβλίο, που είναι βασισμένο σε αληθινή ιστορία και που συνδέει μια τριπλή δολοφονία με τη βίαιη αρπαγή ενός εφοπλιστή και της γραμματέως του. Γιατί διαλέξατε τη συγκεκριμένη υπόθεση; Τι σας τράβηξε περισσότερο σε αυτήν;
«Το βιβλίο βασίζεται σε μια ιδιαίτερα σκληρή και πολυδιάστατη υπόθεση που είχα χειριστεί στο παρελθόν μέσα από το "Τούνελ", η οποία με σημάδεψε βαθιά. Ήταν τότε που ξεκίνησε να προβάλλεται η εκπομπή. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη μου τηλεοπτική επαφή με το οργανωμένο έγκλημα. Μια ιστορία που συμπύκνωνε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αποκαλύπτουν τη σκοτεινή όψη της ανθρώπινης φύσης.
Η "Απαγωγή" δεν γράφτηκε για να προκαλέσει. Γράφτηκε για να ρίξει φως. Για να αναδείξει ότι ένα έγκλημα δεν γεννιέται από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά καλλιεργείται μέσα σε συνθήκες που το επιτρέπουν και το συγκαλύπτουν. Πάνω απ’ όλα γράφτηκε για να τιμήσει όσους δεν σταμάτησαν να αναζητούν την αλήθεια, ακόμη κι όταν όλα έδειχναν χαμένα. Ήταν η μητέρα που δεν λύγισε ποτέ, επιμένοντας να ζητά δικαιοσύνη».
- Την ώρα που εμείς βλέπουμε μια δυναμική Αγγελική Νικολούλη, εσείς στην προσωπική σας ζωή μπορεί να βιώνατε χαρές ή τραγωδίες. Στις πρώτες σελίδες της «Απαγωγής», υπάρχει μια προσωπική αφιέρωση - κατάθεση ψυχής όπως την χαρακτηρίσατε. Θα μας μιλήσετε για αυτήν;
«Είναι ίσως το πιο προσωπικό κομμάτι του βιβλίου και η πιο δύσκολη αλήθεια που έχω καταθέσει δημόσια για τη ζωή μου. Η αφιέρωση αφορά στα δύο παιδιά της οικογένειάς μου, που έφυγαν νωρίς από τη ζωή. Τα ανίψια μου. Τον Άγγελο, που χάθηκε φοιτητής, και τον Διονυσάκη, που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Ήταν μόλις δέκα ετών.
Η απώλεια δεν ξεπερνιέται και μαθαίνεις να ζεις με αυτήν. Ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που ερευνώ μια υπόθεση, δεν βλέπω μόνο τα γεγονότα. Βλέπω τους ανθρώπους πίσω από αυτά. Η αφιέρωση είναι ένας τρόπος να πω ότι δεν είμαι άτρωτη. Ότι πίσω από την βαθιά και επικίνδυνη έρευνα υπάρχει μια ευαίσθητη ψυχή που πονά, αγαπά, παλεύει και ίσως γι’ αυτό επιμένει».

«Έπρεπε να μπω στο μυαλό του δολοφόνου»
- Τον Δεκέμβριο του 1982 σας είχαν συλλάβει επειδή πετούσατε πέτρες στα παράθυρα της Ασφάλειας Δράμας, ζητώντας να συναντήσετε τον άρτι συλληφθέντα «δράκο της Δράμας», Κυριάκο Παπαχρόνη. Κι έτσι γίνατε η πρώτη δημοσιογράφος που του πήρε συνέντευξη; Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη δημοσιογραφική επιτυχία;
«Ως αστυνομική ρεπόρτερ και μάλιστα η πρώτη γυναίκα στη χώρα, ήμουν τσακωμένη με τα όρια όταν επρόκειτο για το κυνήγι της είδησης. Πετρούλες πετούσα όχι πέτρες! (γέλια) Με είχαν απομακρύνει από το κτίριο που κρατούσαν τον Παπαχρόνη κι εγώ έπρεπε πάση θυσία να μπω.
Εκείνη τη στιγμή το μόνο που δεν με απασχολούσε ήταν αν θα συλληφθώ ή αν θα εκτεθώ. Σκεφτόμουν μόνο ότι έπρεπε να μπω στο μυαλό του ενός δολοφόνου που είχε τρομοκρατήσει μια ολόκληρη κοινωνία. Ήθελα απαντήσεις, να καταλάβω το «γιατί» ένας νέος άνθρωπος πέρασε με ευκολία στην πιο άγρια και σκοτεινή πλευρά της ύπαρξής του. Έτσι έγινα η πρώτη δημοσιογράφος που του πήρε συνέντευξη.
Ήταν μια εμπειρία που με σημάδεψε. Όχι ως επιτυχία, αλλά ως μάθημα. Κατάλαβα από πολύ νωρίς ότι η δημοσιογραφία που θέλω να ακολουθήσω δεν θα είναι βολική. Θα είναι διεισδυτική και επικίνδυνη».
- Διάβασα ότι σας έστελνε γράμματα και χειροποίητα δώρα από τις φυλακές. Σήμερα έχετε επαφές; Γενικά, πώς σας αντιμετωπίζουν εγκληματίες, στων οποίων την αποκάλυψη βοηθήσατε μετά τη σύλληψη τους -είτε βρίσκονται στη φυλακή ή έχουν εκτίσει τις ποινές τους; Επιδιώκουν να κρατούν επαφή;
«Εγώ σίγουρα δεν επιδιώκω επαφές. Κάποιοι εγκληματίες θέλουν να μιλήσουν, γιατί νιώθουν ότι τους αντιμετώπισες ως άνθρωπο, όχι ως τέρας. Άλλοι θέλουν να δικαιολογηθούν. Κρατώ αποστάσεις, αλλά δεν λέω ποτέ όχι σε μια νέα προσέγγιση γιατί είμαι περίεργη για το μετά. Αν η φυλακή και τα χρόνια άλλαξαν αυτόν που διέπραξε το έγκλημα.
Είπατε Παπαχρόνης και θα σας πω κάτι που δεν το ξέρει κανείς. Τον αναζήτησα πριν μερικούς μήνες. Ήταν κατάκοιτος και καταβεβλημένος. Με δυσκολία μιλούσε.
Άκουσα στο τηλέφωνο τη σύντροφό του να του λέει αργά και σταθερά: "Ξέρεις ποια είναι;" Δεν της απάντησε και εκείνη συνέχισε: "Δεν μπορείς να φανταστείς ποια σε ζητάει στο τηλέφωνο… ". Τότε τον άκουσα να ρωτά αργά και χαμηλόφωνα "Ποια;"
Στο άκουσμα του ονόματός μου επικράτησε μακρά σιωπή που νόμισα ότι έκλεισε η γραμμή. Τότε η σύντροφός του τον ρώτησε αν θέλει να μου μιλήσει. Σαν να ζωντάνεψε ξαφνικά και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να πούμε δυο κουβέντες. Ήταν χαρούμενος που με άκουγε και συγκινημένος.
Με τη σύντροφό του μιλήσαμε πάνω από μια ώρα και είπαμε πολλά. Σεβάστηκα όμως την επιθυμία της να μη δημοσιοποιήσω το παραμικρό».

«Η μέθοδός μου είναι πιο απλή και επικίνδυνη»
- Έχετε υπολογίσει από πόσους δολοφόνους έχετε πάρει συνέντευξη; Ο Ηρακλής Πουαρό άφηνε τα φαιά κύτταρα να κάνουν τη δουλειά, ο Σέρλοκ Χολμς αξιολογούσε κάθε ανεπαίσθητη λεπτομέρεια, η Μις Μαρπλ αξιοποιούσε το προφίλ της γηραιάς κυρίας, που πλέκει κάλτσες. Εσάς ποια είναι η μέθοδος σας; Πώς τους «ξεσκεπάζετε»;
«Δεν τους έχω μετρήσει. Και ίσως είναι καλύτερα έτσι. Αν τους αριθμήσω, θα τους κάνω στατιστική, ενώ κάθε ένας είναι μια ξεχωριστή σκοτεινή ιστορία, με διαφορετικά κίνητρα.
Σε ό,τι αφορά τη μέθοδο, σίγουρα δεν νιώθω γηραιά κυρία (γέλια), ούτε κρύβομαι πίσω από κάποιον ρόλο, όπως η Μις Μαρπλ. Δεν έχω τα "φαιά κύτταρα" σε πρώτο πλάνο, ούτε μέθοδο τύπου Πουαρό. Δίνω, όμως, σημασία και στη μικρή λεπτομέρεια. Η δική μου μέθοδος είναι πιο απλή και ίσως πιο επικίνδυνη. Πλησιάζω ήρεμα και χαλαρά τον ύποπτο και τον ακούω. Τον αφήνω να ξεδιπλωθεί. Να μιλήσει. Να πέσει σε αντιφάσεις. Να προδώσει τον εαυτό του μέσα από μια λέξη παραπάνω, μια παύση, ένα βλέμμα.
Οπότε, δεν "ξεσκεπάζω" εγώ τους δράστες. Το κάνει η ίδια η αλήθεια, όταν της δώσεις χρόνο και χώρο. Οι δολοφόνοι, όσο κι αν προσπαθούν να χτίσουν άλλοθι, έχουν ένα κοινό: κουβαλούν το βάρος του μυστικού τους. Κάποια στιγμή αυτό βαραίνει τόσο, που αρχίζει να φαίνεται. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά των Αρχών…».
«Δεν κρύβομαι πίσω από κάποιον ρόλο, όπως η Μις Μαρπλ. Δεν έχω τα "φαιά κύτταρα" σε πρώτο πλάνο, ούτε μέθοδο τύπου Πουαρό»
- Αντιλαμβάνεστε από την πρώτη στιγμή ότι κάποιος είναι ύποπτος;
«Δεν είναι δυνατόν να βρω τον ένοχο από την πρώτη στιγμή. Υπάρχει, όμως, συχνά ένα εσωτερικό καμπανάκι. Μια αίσθηση ότι κάτι δεν "κουμπώνει". Εκεί εγώ ξεκινάω. Γιατί η διαίσθηση δείχνει την πόρτα, αλλά μόνο η μεθοδική έρευνα μπορεί να την ανοίξει».
- Ποια από τις πολύκροτες ή λιγότερο γνωστές υποθέσεις που σας έχουν απασχολήσει, σας έχει αφήσει μεγαλύτερο αποτύπωμα;
«Δεν θα μπορούσα να σταθώ σε μία μόνο υπόθεση, γιατί η καθεμία άφησε μέσα μου το δικό της σημάδι. Είναι πολλές οι ιστορίες που με συγκλόνισαν πραγματικά, για διαφορετικό λόγο.
Υπήρξαν υποθέσεις εξαφανίσεων που κράτησαν χρόνια, με ελάχιστα στοιχεία και με ανθρώπους να ζουν εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία. Υποθέσεις δολοφονιών που αρχικά υποτιμήθηκαν ή παρερμηνεύτηκαν και χρειάστηκε επιμονή και αμφισβήτηση των "βολικών" εκδοχών για να αρχίσει να ξετυλίγεται η αλήθεια. Και βέβαια, υποθέσεις όπου η σιωπή και ο φόβος ήταν οι μεγαλύτεροι αντίπαλοι της έρευνας.
Σε όλες τις ιστορίες που φωτίσαμε ως εκπομπή χρειάστηκε χρόνος, υπομονή και αντοχή, όχι μόνο επαγγελματική αλλά και ανθρώπινη».
«Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι δεν θα ήταν απλώς μια εκπομπή»
- Τι θυμάστε περισσότερο από την πρεμιέρα του «Φως στο τούνελ» τον Οκτώβριο του 1995;
«Θυμάμαι το άγχος αλλά και την πίστη ότι κάτι διαφορετικό ξεκινούσε. Δεν ήξερα αν θα πετύχει, ήξερα όμως ότι έπρεπε να γίνει. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι το "Φως στο Τούνελ" δεν θα ήταν απλώς μια εκπομπή. Μέχρι και το στούντιο έμοιαζε περισσότερο με σπίτι παρά με τηλεοπτικό πλατό, γιατί ήθελα οι άνθρωποι να νιώθουν άνετοι και ασφαλείς για να μπορούν να ανοίξουν την ψυχή τους».
- Σε αυτές τις τρεις δεκαετίες, ποια είναι η πιο συγκινητική στιγμή που έχετε βιώσει, είτε στον αέρα, είτε αφού κλείσουν οι κάμερες;
«Οι στιγμές που ένας άνθρωπος βρίσκεται ζωντανός μετά από χρόνια σιωπής δεν περιγράφονται. Εκείνες οι αγκαλιές, τα δάκρυα, τα τηλεφωνήματα που γίνονται μετά, όταν κλείνουν οι κάμερες, είναι ό,τι πιο δυνατό έχω ζήσει. Στα "Παιχνίδια της ζωής" ζήσαμε απερίγραπτες τέτοιες στιγμές».
- Τριάντα χρόνια μετά, το «Φως στο τούνελ» ανανεώνει διαρκώς το κοινό του. Δεν σας βλέπουν μόνο οι «παλιοί», πιστοί τηλεθεατές, αλλά οι εκπομπές σας γίνονται viral και αποθεώνονται από νεότερες γενιές. Πού αποδίδετε και πώς εισπράττετε εσείς προσωπικά αυτή την επιτυχία;
«Πιστεύω ότι ο κόσμος, ανεξαρτήτως ηλικίας, αναγνωρίζει τη συνέπεια και το αποτέλεσμα. Δεν κυνηγήσαμε ποτέ το εντυπωσιακό για χάρη της τηλεθέασης, αλλά την ουσία. Το γεγονός ότι οι νεότεροι άνθρωποι αγκαλιάζουν την εκπομπή, τη σχολιάζουν και τη μοιράζονται, με συγκινεί ιδιαίτερα. Το εισπράττω ως ευθύνη. Να συνεχίσω με τον ίδιο σεβασμό, την ίδια επιμονή και την ίδια πίστη ότι το φως, όσο αργά κι αν έρθει, αξίζει να το αναζητάς».

Τα βιβλία, το Netflix και οι δύσκολες στιγμές
- Είστε ένα πρόσωπο, που έχει επανειλημμένως προσελκύσει το διεθνές ενδιαφέρον. Τελευταία διαβάσαμε για επαφές με το Netflix με θέμα την τηλεοπτική μεταφορά βιβλίου σας. Τι μπορείτε να μας πείτε γι’ αυτό;
«Όταν δουλεύεις χρόνια με υποθέσεις που ξεπερνούν τα σύνορα, είναι λογικό να υπάρχει ενδιαφέρον και εκτός Ελλάδας. Συνεργάζομαι από το ξεκίνημά της εκπομπής με φορείς και οργανισμούς ξένων χωρών. Έχω βρεθεί στη Μόσχα καλεσμένη του κρατικού ρωσικού καναλιού, ενώ έχω φιλοξενήσει στο πλατό του «Τούνελ» Ιάπωνες, Ιταλούς, Ολλανδούς και άλλους.
Τα βιβλία μου γεννήθηκαν μέσα από αυτές τις εμπειρίες, την έρευνα, από πραγματικά γεγονότα και ανθρώπινες ιστορίες που έχουν βάθος και διεθνή γλώσσα. Στον χώρο των μεγάλων παραγωγών κυκλοφορούν συχνά ιδέες, συζητήσεις και προσεγγίσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι οριστικό στην παρούσα φάση».
- Πόσο επηρεάζει η δουλειά σας την προσωπική σας σχέση με την ιδέα του θανάτου;
«Όσο και αν συμφιλιωθείς με την ιδέα του θανάτου δεν τον συνηθίζεις. Απλώς μαθαίνεις να τον κοιτάς κατάματα και να τον αγνοείς».
- Στις δύσκολες στιγμές, στις απώλειες, στο πένθος, στο σκοτάδι, από πού αντλείτε φως;
«Όσο κι αν ακουστεί ρομαντικό, από την πίστη μου στο Θεό και τον άνθρωπο. Από μια βαθιά προσευχή, μια κουβέντα που θα ειπωθεί την κατάλληλη στιγμή, από ένα βλέμμα κατανόησης, από την αγάπη που επιμένει, ακόμη κι όταν όλα γύρω μοιάζουν σκοτεινά».
- Ποια είναι η στιγμή που απολαμβάνετε περισσότερο μέσα σε μια απλή καθημερινή μέρα;
«Τις μικρές, σχεδόν αόρατες στιγμές. Έναν καφέ χωρίς βιασύνη, μια συζήτηση χωρίς ρολόι, λίγη σιωπή στο τέλος της ημέρας. Εκείνες τις στιγμές που δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα και απλώς υπάρχεις».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.