Όσοι έχουν δει το νέο -βραβευμένο στο Sundance- ντοκιμαντέρ του Netflix, “Η τέλεια γειτόνισσα” (“The perfect neighbor”), σίγουρα θέλησαν κάποια στιγμή να κλείσουν -έως σπάσουν- την τηλεόραση, για να αποφύγουν αυτή την δυσβάσταχτα αληθινή περιήγηση στον φόβο, το ρατσισμό και την παράνοια πίσω από μια γειτονιά, όπου τα παιδικά γέλια, στάθηκαν η αφορμή για το πιο παράλογο έγκλημα.
“Η τέλεια γειτόνισσα”, που ήδη ανέβηκε στο Νο 4 του TOP 10 του ελληνικού Netflix, αφηγείται την ιστορία της δολοφονίας της 35χρονης Ατζίκε Όουενς από την 58χρονη γειτόνισσα της, Σούζαν Λόριντς το καλοκαίρι του 2023 στη Φλόριντα, με μια εντελώς καινούργια “γλώσσα”, σκληρή και αφτιασίδωτη: το υλικό από τις κάμερες που φορούν οι αστυνομικοί επάνω τους (bodycams).
Διηγούμενη την ιστορία σχεδόν αποκλειστικά μέσα από επίσημα πλάνα και ηχητικά αρχεία της αστυνομίας, η σκηνοθέτης Γκίτα Γκάνμπιρ υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής true crime αφήγησης, για να παρουσιάσει την ανεπεξέργαστη, αδυσώπητη αποτύπωση μιας δεμένης κοινότητας, που ήρθε αντιμέτωπη με το “τέρας” μέσα της.
Η γειτόνισσα, που “φοβάται” τα παιδιά
Η Ατζίκε Όουενς ήταν μια μαύρη μητέρα τεσσάρων παιδιών, που ζούσε στην Οκάλα της Φλόριντα, σε ένα δρόμο γεμάτο οικογένειες νέων της εργατικής τάξης. Η Λόριντς ήταν η “κακιά μάγισσα” μιας δεμένης γειτονιάς, αν και η ίδια χαρακτήριζε τον εαυτό της ως την “τέλεια γειτόνισσα”. Ζούσε μόνη σε ένα ενοικιαζόμενο σπίτι, έξω από το οποίο -σε ένα αδειανό οικόπεδο- τα παιδιά της γειτονιάς -στην πλειοψηφία τους μαύρα- έπαιζαν συχνά, με ποδήλατα, πατίνια και μπάλες.
Η Λόριντς έβλεπε το παιχνίδι τους ως μια συνεχή παρανομία, ακόμα κι ως συνωμοσία εναντίον της. Τους φώναζε συνεχώς, τα βιντεοσκοπούσε και καλούσε ξανά και ξανά την αστυνομία, γιατί “δεν θα έπρεπε να ουρλιάζουν και να τρέχουν πέρα δώθε” -όπως παραπονέθηκε σε αστυνομικό ένα βράδυ του Αυγούστου του 2022.
Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει τις ταυτόχρονα γελοίες και δυσοίωνες συνομιλίες της με τους αστυνομικούς, που ανταποκρίνονταν στις επανειλημμένες κλήσεις της σε χρονικό διάστημα δύο χρόνων. Τους δείχνει να συνομιλούν με γείτονες και με τα ίδια τα παιδιά, που εξηγούν ότι δεν ενοχλούν, απλώς “παίζουμε ποδόσφαιρο”. Με βάση τις κατηγορίες της Λόριντς ότι θέλουν να της κλέψουν το αυτοκίνητο, ένας αστυνομικός τα ρωτά αν ξέρουν να οδηγούν κι εισπράττει την απάντηση: “Μα είμαστε 9 χρονών!”..
Το χρονικό του πλέον παράλογου φόνου
Στις 2 Ιουνίου 2023, η Λόριντς καλεί την αστυνομία, διαμαρτυρόμενη ότι τα παιδιά “είναι εντελώς ανυπόφορα…” και ότι “φοβάμαι για τη ζωή μου”. Μάρτυρες λένε ότι απειλεί τα παιδιά με μια ομπρέλα και τους πετάει αντικείμενα. Ο 9χρονος Ίζι την κατηγορεί ότι του πήρε το λάπτοπ και η μητέρα του διασχίζει τον δρόμο και της χτυπά την πόρτα. Η Λόριντς την πυροβολεί θανάσιμα μέσα από την κλειδωμένη πόρτα, μπροστά στα μάτια του 9χρονου γιου της.
Το υλικό από τις bodycam δεν σηκώνει καμία αμφισβήτηση. Τοποθετεί τους θεατές στο επίκεντρο των γεγονότων. Είμαστε εκεί στο φριχτό χάος της βραδιάς της δολοφονίας, δίπλα στους αστυνομικούς και στους διασώστες, ανάμεσα σε συγγενείς και γείτονες που θρηνούν την 35χρονη μητέρα. Είμαστε παρόντες στην αγκαλιά, που ο σύζυγος της κάνει στα τέσσερα παιδιά του κι ακούμε το κλάμα τους, όταν τους ανακοινώνει ότι η μαμά δεν θα γυρίσει.
Το “δικαίωμα στην αυτοάμυνα”
Η Λόριντς δεν συνελήφθη ούτε κατηγορήθηκε άμεσα απλώς κρατήθηκε προσωρινά και της προσφέρθηκε διαμονή για μια νύχτα σε ξενοδοχείο για την προστασία της. Ισχυρίστηκε ότι ενήργησε σε αυτοάμυνα, αν και από την κλήση της στην αστυνομία -όταν έλαβε τη διαβεβαίωση ότι ένας αστυνομικός είναι καθ’ οδόν- μέχρι να πατήσει τη σκανδάλη πίσω από μια καλά κλεισμένη πόρτα, μεσολάβησαν μόλις δύο λεπτά.
Οι αστυνομικοί που αργότερα τη συνέλαβαν, ανακάλυψαν ότι είχε κάνει -τη μέρα της δολοφονίας- διαδικτυακή έρευνα σχετικά με τους νόμους της Φλόριντα περί “δικαιώματος στην αυτοάμυνα” (“stand your ground”), οι οποίοι επιτρέπουν στους πολίτες να πυροβολήσουν, αν υπάρχει σημαντική υπόνοια κινδύνου. Το παραδέχτηκε, επιμένοντας ωστόσο ότι η πράξη της ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση φόβου για τη ζωή της. Δεν έπεισε.
Το οπτικό υλικό από τις κάμερες του κελιού της προκαλεί ένα ψυχρό, αίσθημα ντροπής, αμηχανίας κι απέχθειας. Στη συγκλονιστική σκηνή της σύλληψης της στο κρατητήριο, απλώς αρνείται να τεντώσει τα χέρια της για να της περάσουν χειροπέδες. Όχι επιθετικά, αλλά με το ευγενικό ύφος μιας νομοταγούς μεσήλικης, που είναι πολύ λευκή για να συλληφθεί για το φόνο μιας μαύρης στην πόρτα της.
Μια ακραία εκδοχή ενός συλλογικού προφίλ
Το ντοκιμαντέρ δεν προσπαθεί να αποδώσει ελαφρυντικά -σε κανέναν. Παρουσιάζει την ιστορία ως παράδειγμα του πώς οι νόμοι γεννούν παράλογες αιματοχυσίες κι αφήνει τους θεατές να βγάλουν τα συμπεράσματα τους.
Η Λόριντς δικάστηκε για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και καταδικάστηκε σε 25 χρόνια φυλάκιση, καθώς κρίθηκε ότι ενήργησε περισσότερο από θυμό παρά από φόβο. Έκτοτε έχει επανειλημμένως δηλώσει μεταμέλεια για την πράξη της, όμως εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι αυτό που όπλισε το χέρι της ήταν ο φόβος.
Όπως αναφέρει ο New Yorker “όσο περιθωριοποιημένη και απεχθής κι αν ήταν, η Λόριντς ενσαρκώνει μια ακραία εκδοχή ενός συλλογικού ψυχολογικού προφίλ της Αμερικής μετά τον COVID: αυτό των ρουφιάνων, των παρανοϊκών και των καχύποπτων, που συναντάς σε ομάδες του Facebook. Είναι οι τύποι που ανεβάζουν βίντεο από κάμερες, δείχνοντας τον ύποπτο πρόσκοπο που τόλμησε να χτυπήσει το κουδούνι τους, που αναρωτιούνται αν οι ηλίανθοι του γείτονα τους παρακολουθούν, που σκέφτονται να καλέσουν την αστυνομία επειδή ένας έφηβος έκανε αναστροφή στην είσοδό τους, άρα θεωρείται παραβίαση ιδιοκτησίας. Το χειρότερο είναι ότι στατιστικά, πολλοί από αυτούς έχουν όπλα…”.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.