Τη δεκαετία του ‘70, η Ελλάδα ανακαλύπτει το ροκ, το φεμινισμό, τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τους ξένους τουρίστες. Στις αρχές των ‘70s, ακόμα και στους πιο top τουριστικούς προορισμούς όπως η Ελούντα, τίποτα δεν θυμίζει το κοσμοπολίτικο σήμερα.
Παιδιά παίζουν ξυπόλητα σε αυλές γεμάτες γαρύφαλλα, φορτωμένα γαϊδουράκια ανεβαίνουν πέτρινα σκαλοπάτια, μοναχικά ξύλινα καΐκια πλέουν σε διάφανα νερά, τα καφενεία σερβίρουν ελληνικό καφέ με λουκούμι, οι εξώπορτες των σπιτιών είναι ανοιχτές κι οι τουρίστες δαχτυλοδειχτούμενοι -στη μία ταβέρνα.
Σε αυτό το σκηνικό εκτυλίσσεται η αγγλική σειρά του BBC, “Who pays the ferryman?” (“Ποιος πληρώνει τον βαρκάρη;”). Μια ιστορία αρχαιοελληνικής τραγωδίας, εμπνευσμένη από την ελληνική μυθολογία και τις ξεχωριστές παραδόσεις της Κρήτης του μόχθου, της ανοιχτής εξώπορτας και της θάλασσας, που λάμπει σε ένα ατέλειωτο κι ακατανίκητο καλοκαίρι.
Η γυρισμένη στην Ελούντα και στον Αγιο Νικόλαο σειρά δεν είναι μόνο μια παραγωγή που κατέκτησε θέση στις μεγάλες επιτυχίες του BBC, έκανε νούμερο ένα τη μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου στη Μεγάλη Βρετανία κι ενίσχυσε την αύξηση του τουρισμού στην περιοχή.
Είναι μια σειρά που θεωρείται καλτ, γιατί μεταφέρει σε ένα ευρύ κοινό μια έντονη αίσθηση Ελλάδας, παραδοσιακής κουλτούρας, αρχαίων μύθων και ανεπιτήδευτης ομορφιάς. Και βέβαια γιατί χάρισε σε όλο τον κόσμο ένα μουσικό θέμα που ακόμα κι όσοι δεν είχαν γεννηθεί το 1977, όταν έκανε πρεμιέρα, μπορούν να αναγνωρίσουν…
Μια «αρχαία» ελληνική τραγωδία στην Κρήτη
Το “Who pays the ferryman?” ξεκίνησε από την αγάπη του δημιουργού του, Μάικλ Τζ. Μπερντ για την αρχαία ελληνική ιστορία και τη μυθολογία. Γοητευμένος από τα μυστήρια αρχαίων μύθων και εκδικητικών Θεών θέλησε να δημιουργήσει μια σύγχρονη τραγωδία (με Ύβρη και Νέμεση), στον τόπο όπου αυτή γεννήθηκε: σε μια Κρήτη όπου η βεντέτα παραμένει ισχυρότερη από κάθε νόμο, σε μια Ελλάδα διχασμένη ανάμεσα σε βαθιά ριζωμένες παραδόσεις και στον εξευρωπαϊσμό, που η εποχή επιτάσσει.
Ο Μπερντ, που έκανε συνολικά τρεις σειρές -ίδιας φιλοσοφίας- γυρισμένες στην Ελλάδα για το BBC, έφτασε στο σημείο να ισχυρίζεται σε συνεντεύξεις του ότι ένιωθε την παρουσία αρχαίων Θεών και κατά τη διαδικασία της συγγραφής και στα γυρίσματα του “Ποιος πληρώνει τον βαρκάρη;”. Κι όταν συνάντησε για πρώτη φορά την βασική πρωταγωνίστρια, Μπέτι Αρβανίτη, αν και δεν την είχε ξαναδεί ποτέ της είπε: “Έγραψα αυτό το ρόλο για σένα…”.
Μεγάλο μέρος του καστ είναι Έλληνες, ενώ αναφορές σε αρχαίους μύθους υπάρχουν ακόμα και στους τίτλους των επεισοδίων -π.χ. “Οι κόρες της Θέμιδος” στο όγδοο και τελευταίο. Η υπόθεση ξεκινά από την επιστροφή του πρώην Βρετανού στρατιώτη, Άλαν Χαλντέιν (Τζακ Χέντλεϊ) στην Κρήτη, όπου 30 χρόνια πριν είχε πολεμήσει στο πλευρό των ανταρτών με το όνομα Λέανδρος.
Η άφιξη του στη μικρή, απλή και γραφική Ελούντα στέκεται ο καταλύτης για μια σειρά απρόβλεπτων γεγονότων. Ανακαλύπτει πως η πρώην αγαπημένη του έχει πεθάνει κι ότι έχει μια κόρη (Μαρία Σόκαλη) παντρεμένη (με τον Νίκο Βερλέκη) κι έναν εγγονό. Παράλληλα ερωτεύεται μια μυστηριώδη γυναίκα (Μπέτυ Αρβανίτη), που είναι η αδερφή του παλιού έρωτα του. Κι όλα αυτά -κι αρκετά άλλα- συμβαίνουν μόνο στο πρώτο επεισόδιο -κι εδώ τελειώνουν τα spoiler…
Το soundtrack που έγραψε ιστορία
Το “Ποιος πληρώνει τον βαρκάρη;” εκπέμπει νοσταλγία για μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως ύμνος του ελληνικού καλοκαιριού που περισσότερο ως “κατάσταση” μπορεί να γιατρέψει όλες τις πληγές και διαρκεί για πάντα (με την εξαίρεση ενός Πάσχα, που γιορτάζεται παραδοσιακά, ουσιαστικά η αλληλουχία των εποχών στα οκτώ επεισόδια πάει ως εξής: καλοκαίρι – λίγο Πάσχα – καλοκαίρι).
Η απλοϊκότητα δεν λείπει από την προσέγγιση του, όμως η επιτυχία του στηρίζεται σε μεγάλο ποσοστό στην εξαιρετική γοητεία του ακατέργαστου κρητικού τοπίου, που αναδεικνύεται στο μέγιστο βαθμό χάρη στη μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου.
Η μουσική στη σειρά δεν είναι απλώς συνοδεία και ηχητικό background. Είναι ένας βασικός πρωταγωνιστής, που περικλείει όλη τη μαγεία της κρητικής φύσης και ψυχής και κάνει ακόμα πιο έντονη την παρουσία της ως κεντρικού “ήρωα”.
Το soundtrack έγραψε και συνεχίζει να γράφει τη δική του ιστορία. Στην εποχή του έγινε αμέσως επιτυχία στη Μεγάλη Βρετανία (βρέθηκε στο TOP 10 για δύο συνεχόμενες χρονιές, το 1977 και το 1978), απέκτησε και ελληνικούς στίχους και ερμηνεύτηκε από τη Λιζέτα Νικολάου, επανακυκλοφόρησε σε cd το 2000 κι ακόμα ψηφίζεται ανάμεσα στα κορυφαία μουσικά θέματα τηλεοπτικών σειρών του BBC.
Η ραγδαία τουριστική ανάπτυξη
Η σειρά είχε σημαντική επιρροή στην ανάπτυξη του τουρισμού στην Ελλάδα, ιδίως στην Κρήτη κυρίως από Βρετανούς τουρίστες, πολλοί από τους οποίους εξακολουθούν να αναζητούν τα σημεία όπου γυρίστηκαν χαρακτηριστικές σκηνές της -υπάρχουν ολόκληρες ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο, αφιερωμένες στις τοποθεσίες των γυρισμάτων.
Η μυθοπλασία λειτούργησε ως ο καλύτερος μοχλός διαφήμισης και προβολής της περιοχής, που -ήδη ενισχυμένη με μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες- σύντομα εξελίχθηκε σε κορυφαίο παραθαλάσσιο θέρετρο -όχι μόνο της Κρήτης, αλλά γενικά της Ελλάδας. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι αφίξεις τουριστών στην Κρήτη από το 1973 μέχρι το 1980 σχεδόν τετραπλασιάστηκαν (από 211.000 σε 782.000).
Οι ελληνικές σειρές του BBC
Επιρροή στην ταχεία αύξηση του τουρισμού είχε και η προηγούμενη σειρά του Μπερντ, που γυρίστηκε στην Ελλάδα (στην Κρήτη, με επίκεντρο τον Άγιο Νικόλαο), με τίτλο “The Lotus Eaters” (“Οι Λωτοφάγοι”). Και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια μεγάλη παραγωγή, που κράτησε μάλιστα για δύο σεζόν (1972-1973) με σύνολο 15 επεισοδίων, η οποία επίσης συνδύασε τη γοητεία της Κρήτης με στοιχεία αρχαίων ελληνικών μύθων.
Η ατμοσφαιρική σειρά αγαπήθηκε στην εποχή της κι απέκτησε φαν και θετικές κριτικές στη Μεγάλη Βρετανία, όμως δεν άφησε στίγμα όσο το “Who pays the ferryman;”, αλλά άνοιξε το δρόμο και το ενδιαφέρον για το “ελληνικό όνειρο”. Αίσθηση βεβαίως έκανε και το αγαπημένο κι υπέροχο μουσικό θέμα της, που συνέθεσε ο Σταύρος Ξαρχάκος -γνωστό σε μας και ως “Τα τρένα που ‘φύγαν”.
Το 1979 οι ίδιοι δημιουργοί γύρισαν στην Κύπρο μια σειρά σε ανάλογο ύφος (“The Aphrodite Inheritance”), που όμως δεν πλησίασε την επιτυχία του “Ferryman”, οπότε επέστρεψαν στην Ελλάδα, σε ένα άλλο μεγάλο ελληνικό νησί, τη Ρόδο, για την τελευταία από τις «ελληνικές» σειρές του Μπερντ για το BBC με τίτλο “The Dark Side of the sun” (1983).
Πρόκειται για ένα ψυχολογικό δράμα, αυτή τη φορά με στοιχεία υπερφυσικού, που συνδυάζει τα ανθρώπινα πάθη με μεταφυσικές δυνάμεις μέσα στην ατμοσφαιρική Μεσαιωνική πόλη της Ρόδου. Η σειρά δεν είχε την επιτυχία και την απήχηση του “Who pays the ferryman;”, όμως πήρε καλές κριτικές για το μοναδικό ελληνικό σκηνικό και τη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, που περικλείει εικόνες, γεύσεις και μυρωδιές εποχών που πέρασαν, αλλά αρνούνται να ξεχαστούν.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.