Σταθερά στα χαμηλότερα εισοδηματικά επίπεδα και μάλιστα χωρίς ίχνος σύγκλισης προς τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες παραμένουν οι νέοι 16-24 ετών, σύμφωνα με την έρευνα του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες στην Ελλάδα που δόθηκε στη δημοσιότητα πριν λίγες ημέρες.
Ταυτόχρονα, το ποσοστό των μελών της ίδιας ηλικιακής ομάδας που διατρέχει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, την ώρα που στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες ακολουθεί πτωτική πορεία.
Πάντως, οι νέοι έως 24 ετών στην Ελλάδα αναδεικνύονται «πρωταθλητές» μεταξύ των χωρών - μελών του ΟΟΣΑ όσον αφορά τις σπουδές, ωστόσο στην αμέσως επόμενη ηλικιακή ομάδα, 20-29, οι Έλληνες καταγράφουν χαμηλότερες επιδόσεις όσον αφορά τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές.
Πρόκειται ουσιαστικά για μία ακόμα έρευνα που πιστοποιεί την εργασιακή επισφάλεια, αλλά και τα υψηλά προσόντα των νέων στην Ελλάδα, με φόντο την κατάσταση στην αγορά εργασίας και το brain drain που υφίσταται η ώρα την τελευταία περίπου δεκαπενταετία.
Διαβάστε ακόμα: «Γιατί έφυγα στο εξωτερικό»: Τέσσερις νέοι εργαζόμενοι μιλούν για το brain drain και το πώς βλέπουν την Ελλάδα
«Φτωχότεροι» με διαφορά οι νέοι 16-24 ετών στην Ελλάδα
Όσον αφορά την εισοδηματική ανισότητα στη χώρα μας, η έκθεση του ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η ανάλυση των στοιχείων αποκαλύπτει μια δομική διαστρωμάτωση με σαφείς διαχρονικές μεταβολές την περίοδο 2015 - 2025.
Σημαντικότερη είναι η εξέλιξη των εισοδημάτων κατά την περίοδο ανάκαμψης: ενώ οι μεσαίες και μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, και ιδίως η ομάδα 55-64, εμφανίζουν σαφή ανοδική τάση με αυξανόμενη απόσταση από τις υπόλοιπες κατηγορίες μετά το 2021, η νεότερη ομάδα (16-24) παραμένει σταθερά στα χαμηλότερα εισοδηματικά επίπεδα, χωρίς ίχνος σύγκλισης προς τις υπόλοιπες.
Τα ευρήματα αντανακλούν, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς εργασίας, όπως η υψηλή νεανική ανεργία, η επικράτηση άτυπων και μερικής απασχόλησης συμβάσεων και η περιορισμένη πρόσβαση σε σταθερή μισθωτή εργασία που δεν άλλαξαν ουσιαστικά παρά την οικονομική βελτίωση της δεκαετίας.
Η δυναμική πορεία της ομάδας 55-64 αντανακλά πιθανώς τη συνδυαστική επίδραση της εργασιακής εμπειρίας και της μεγαλύτερης σταθερότητας απασχόλησης.
Τέλος, σύμφωνα με την έκθεση, η γηραιότερη ηλικιακή ομάδα (65 ετών και άνω), διατηρεί σχετική σταθερότητα καθ' όλη την περίοδο, υπογραμμίζοντας τον ρόλο του συνταξιοδοτικού συστήματος ως αναχώματος έναντι της εισοδηματικής αστάθειας.

Τον μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού διατρέχουν οι νέοι 16-24 ετών
Η ηλικιακή ομάδα 16-24 ετών διατρέχει παράλληλα τον μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της έρευνας.
Γενικώς την περίοδο 2015-2022 καταγράφεται καθοδική τάση για όλες τις ηλικιακές ομάδες, με ήπια ανάκαμψη από το 2023 και έπειτα, ενώ η ομάδα 16-24 ετών εμφανίζει σταθερά τις υψηλότερες τιμές στην κατηγορία αυτή.
Διαβάστε ακόμα: «Πώς είναι η ζωή μου με τον κατώτατο μισθό»: Τρεις ιστορίες νέων εργαζομένων
Αντίθετα, τα άτομα ηλικίας 65 και άνω παρουσιάζουν τις χαμηλότερες, αν και με ανοδική πορεία προς το τέλος της περιόδου, αντανακλώντας πιθανώς δημογραφικές μεταβολές και την αυξανόμενη πίεση στα συνταξιοδοτικά εισοδήματα.
Όπως υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά στην έρευνα του ΙΟΒΕ, η ομάδα 16-24 ετών καταγράφει σταθερά τους υψηλότερους δείκτες κινδύνου φτώχειας χωρίς ίχνος σύγκλισης προς τις άλλες ηλικιακές κατηγορίες, υποδηλώνοντας ότι η υψηλή νεανική ανεργία και η επικράτηση επισφαλών συμβάσεων συνιστούν δομικό και όχι συγκυριακό χαρακτηριστικό.

«Πρωταθλητές» στις σπουδές
Στον αντίποδα, σε σύγκριση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, το ποσοστό νέων που σπουδάζουν σε προπτυχιακό πρόγραμμα είναι εξαιρετικά υψηλό στην Ελλάδα, η οποία αναδεικνύεται «πρωταθλήτρια».
Συγκεκριμένα, με το 61,2% των νέων ηλικίας 20-24 να είναι εγγεγραμμένοι σε προγράμματα σπουδών, η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη θέση ανάμεσα σε 44 ανεπτυγμένες χώρες μέλη το ΟΟΣΑ, με σημαντική διαφορά από τον μέσο όρο της ΕΕ (43,9%) και του ΟΟΣΑ (41,9%).
Ωστόσο η έκθεση του ΙΟΒΕ αποκαλύπτει μία μετατόπιση της ανισότητας, ενδεχομένως «αόρατη» σε πολλούς: Η Ελλάδα βρίσκεται σχετικά χαμηλά στην κατάταξη με βάση το ποσοστό νέων ηλικίας 20-29 ετών που σπουδάζουν σε μεταπτυχιακό ή διδακτορικό επίπεδο - μόλις 9,4%, έναντι 11,9% στον ΟΟΣΑ και 15,5% στην ΕΕ.
Με βάση τον συγκεκριμένο δείκτη, η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη χαμηλότερη θέση ανάμεσα στις 25 χώρες μέλη της ΕΕ με διαθέσιμα στοιχεία. Ο συγκεκριμένος δείκτης είναι ιδιαίτερα σημαντικός, δεδομένης της υπόθεσης ότι η επέκταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα απλά μετατόπισε την πηγή ανισότητας σε υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης και συγκεκριμένα σε μεταπτυχιακό επίπεδο, το οποίο προσφέρεται συνήθως έναντι διδάκτρων.

Ανισότητες και ανεπάρκειες σε βασικούς τομείς αναδεικνύει η έρευνα του ΙΟΒΕ
Στα συμπεράσματα της έκθεσης περιλαμβάνονται παράλληλα ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία. Συγκεκριμένα:
Στην Ελλάδα αναδεικνύεται μία χαρακτηριστική αντίφαση, καθώς παρά την αποκλιμάκωση των εισοδηματικών δεικτών ανισότητας από τα υψηλά επίπεδα της κρίσης και την ανάκαμψη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, σχεδόν 7 στα 10 νοικοκυριά δηλώνουν ότι τα βγάζουν πέρα με δυσκολία, ποσοστό που αποκλίνει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η απόκλιση αυτή, κατά το ΙΟΒΕ, αντανακλά μια πραγματική ανεπάρκεια των δεικτών εισοδηματικής κατανομής να αποτυπώσουν τις πιέσεις από την άνοδο του κόστους στέγης και ενέργειας, καθώς και την ανισοκατανομή στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης και φροντίδας.
Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν επίσης ότι η ανισότητα στην Ελλάδα διατηρεί δομικά χαρακτηριστικά που η δεκαετία της ανάκαμψης δεν κατόρθωσε να αντιστρέψει.
Πέραν των εισοδηματικών ανισοτήτων, η πρόσβαση σε εργασία, εκπαίδευση, υγεία, φροντίδα και στέγαση συνεχίζει να εμφανίζει χαρακτηριστικά τα οποία δυσχεραίνουν το βιοτικό επίπεδο ιδιαίτερα των φτωχότερων νοικοκυριών.
Ακόμα, η ανάκαμψη μετά το 2017 υπήρξε σχετικά ασύμμετρη, καθώς τα εργαζόμενα νοικοκυριά εισήλθαν σε τροχιά εισοδηματικής ανόδου, ενώ εκείνα που εξαρτώνται από κοινωνικές μεταβιβάσεις παρέμειναν ουσιαστικά στάσιμα. Περαιτέρω, η επίδραση των επιδομάτων παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στον τομέα της εκπαίδευσης, τα παιδιά που προέρονται από χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο να έχουν συστηματικά μικρότερες πιθανότητες πρόσβασης σε σχολές υψηλής ζήτησης σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η ιδιωτική παραπαιδεία μεταφράζει τη διαφορά οικονομικής δυνατότητας σε διαφορά εκπαιδευτικής πρόσβασης.
Παράλληλα, η επαγγελματική εκπαίδευση, που θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό κανάλι κοινωνικής κινητικότητας, παραμένει υποβαθμισμένη.
Επιπλέον, στον τομέα της υγείας, η κοινωνικοοικονομική θέση διαμορφώνει με συστηματικό τρόπο τόσο την κατάσταση υγείας όσο και τις δυνατότητες πρόσβασης σε υπηρεσίες, με τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να εμφανίζουν χειρότερη αυτό-αξιολογούμενη υγεία και σημαντικά υψηλότερα ποσοστά ανεκπλήρωτων αναγκών.
Τα υψηλά ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας δημιουργούν εμπόδια πρόσβασης που δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς από το δημόσιο σύστημα, αντανακλώντας τόσο τη διαχρονικά περιορισμένη ανάπτυξη της δημόσιας πρωτοβάθμιας φροντίδας όσο και στρεβλώσεις στην κατανομή των δημόσιων πόρων που ευνοούν την αποσπασματική και συχνά δαπανηρότερη χρήση υπηρεσιών, όπως η αντιμετώπιση έναντι της πρόληψης.
Στη μακροχρόνια φροντίδα, η εξάρτηση από την άτυπη, οικογενειακή φροντίδα μεταφέρει σημαντικό οικονομικό και χρονικό κόστος στα νοικοκυριά, επιτείνοντας μεταξύ άλλων και τις έμφυλες ανισότητες στην αγορά εργασίας, σε μια χώρα που αναμένεται να αντιμετωπίσει μερικές από τις εντονότερες δημογραφικές πιέσεις τις επόμενες δεκαετίες.
Στη στέγαση, η έντονη άνοδος των ενοικίων και η επιταχυνόμενη μετατόπιση χαμηλού εισοδήματος νοικοκυριών προς την ενοικίαση εισάγουν νέες πιέσεις στην ανισότητα, ενώ η άνοδος των τιμών ακινήτων διευρύνει τη διαγενεακή ανισότητα καθώς η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση εξαρτάται ολοένα περισσότερο από κληρονομικές μεταβιβάσεις.
Τέλος, η στεγαστική επισφάλεια δεν περιορίζεται στο άμεσο κόστος, καθώς συνδέεται με χαμηλότερες εκπαιδευτικές επιδόσεις και αδυναμία διατήρησης σταθερής απασχόλησης, διαμορφώνοντας έτσι έναν μηχανισμό που περιορίζει τη μακροπρόθεσμη κοινωνική κινητικότητα.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.