Μενού

Στεφανία Κερκή: «Όταν είσαι γυναίκα, κουβαλάς το βάρος του να σε πάρουν στα σοβαρά, σε όλη τη ζωή σου»

kerki
  • Α-
  • Α+

Το Σατόρ είναι το πρώτο της βιβλίο. Κείμενο ρεαλιστικό και ας μην το περίμεναν πολλοί από εκείνη. Η Στεφανία Κερκή είναι μία νέα γυναίκα που βρήκε τη λογοτεχνία σε πολύ μικρή ηλικία. Την κράτησε παρότι σπούδασε αυτό που η ίδια μου λέει «το αντιποιητικό των πραγμάτων», τη Νομική. Ίσως μάλιστα η Νομική να ήταν που της κράτησε τη φλόγα ζωντανή.

Στο Σατόρ διαπραγματεύται ιστορίες και σκέψεις γύρω από τον άνθρωπο, την πόλη, τις ερωτικές σχέσεις, την απώλεια, την τάξη. Ραχοκοκκαλία όλων των παραπάνω είναι πάντα η μνήμη και το πώς αυτή καθορίζεται από το παρόν. Με τη γραφή της, καθαρά λογοτεχνική μακριά ίσως από τις απαιτήσεις των καιρών για κοφτό και γρήγορο ύφος, μιλάει για βιώματα καθημερινά με μία νέα γλώσσα που σίγουρα σημαδεύει τον αναγνώστη.

Με αφορμή το συγγραφικό της ντεμπούτο, μου μίλησε για την προσωπική της πορεία, για τη Νομική, τη λογοτεχνία και φυσικά για το Σατόρ.

Πώς ξεκινάει η προσωπική σχέση σου με την πεζογραφία; Yπήρχε λογοτεχνία στο σπίτι;

Η πρώτη ανάμνηση που έχω από το πέρασμα από τα παραμύθια στα βιβλία, ανήκει σε εκείνη την εποχή που ως παιδί βιώνεις αυτή τη «μετάβαση στον πολιτισμό», που έρχεται με το σχολείο. Η μάνα μου προσπαθούσε επίμονα να με κάνει να ενδιαφερθώ για τη λογοτεχνία. Τελικά, το κατάφερε η πλήξη των καλοκαιρινών διακοπών στο χωριό το καλοκαίρι του ’97, οπότε και διάβασα μια στοίβα βιβλία των εκδόσεων Άγκυρα. Ένα χρόνο μετά, η διαδικασία επισφραγίστηκε, όταν διάβασα το «Όταν ο ήλιος» της Ζωρζ Σαρή. 

Άνοιξα το ημερολόγιό μου και έγραψα φαρδιά πλατιά «Εγώ θα γίνω συγγραφέας». Δεν άλλαξα γνώμη από τότε. Υπήρχε λοιπόν η ισχυρή παραίνεση για διάβασμα λογοτεχνίας από τη μάνα μου και το παράδειγμα του διαβασμένου από τον πατέρα μου. Παρότι όμως οι γονείς μου ήταν μορφωμένοι και με δουλειές γραφείου, ήταν αυτά τα κλασικά παιδιά της εργατικής τάξης, που διάβασαν από δανειστικές, από φίλους, που τα δικά τους λιγοστά βιβλία ήταν σκορπισμένα σε αποθήκες και κούτες. 

Δεν απέκτησαν ποτέ την πολυτέλεια της βιβλιοθήκης – δεν υπήρχε βιβλιοθήκη στο σαλόνι μας, μόνο στα παιδικά δωμάτια. Είχαν όμως την κουλτούρα της λογοτεχνίας, τη θεωρούσαν σπουδαίο πράγμα. Τη βιβλιοθήκη μου την έφτιαξα μόνη μου, σιγά σιγά. 

kerki

Και πώς χτίζεται η γέφυρα που σε κάνει από αναγνώστρια, συγγραφέα;

Υποθέτω ότι από ψυχαναλυτικής άποψης, υπάρχει η ανάγκη διαφυγής, είτε αφυκτιάς στην οικογένεια που βρίσκεσαι είτε στη κοινωνική σου συνθήκη (ή και στα δυο) ή τελοσπάντων, ότι δεν βρίσκεις όσα έχεις ανάγκη. Επίσης, η μοναξιά που μπορεί να έχεις ως παιδί. Αν δεν μπορείς να διοχετεύσεις τη φαντασία σου στο παιχνίδι με άλλους, που είναι μια κοινωνική διαδικασία, κάτι πρέπει να την κάνεις, κάπου πρέπει να την πας. 

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και αυτό το στοιχείο που έχει αγγίξει ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. Οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν υπάρξει φανατικοί αναγνώστες. Είναι δηλαδή μια ασθένεια σε 2ο στάδιο το γράψιμο, που ακολουθεί το πολύ διάβασμα. 

Όταν είσαι παθιασμένος αναγνώστης, δεν μπορεί να σε εκπληρώσει η πραγματικότητα ως έχει, και έτσι η επιθυμία σου για αυτούς τους άλλους κόσμους ακολουθεί τον ένα ή τον άλλο δρόμο: ή θα γίνεις ήρωας ή θα γίνεις γραφιάς. Οι πιο τολμηροί, κάνουν το πρώτο ή τουλάχιστον αναπαριστούν τους ήρωες (γίνονται performers κάποιου είδους). Οι άτολμοι, όταν αντιλαμβάνονται το πεπερασμένο όριο που μπορούν να έχουν οι εμπειρίες τους, κάνουν το άλλο: γράφουν, στήνουν κόσμους και ήρωες. Αυτό επιτρέπει και έναν τρομερό έλεγχο του αφηγήματος, οπότε δεν είναι τόσο αθώο ή αν θες, αλέγρο, όσο το να γίνεσαι ήρωας. 

Πάντως η μοίρα του φανατικού αναγνώστη είναι να γίνει ή Δον Κιχώτης ή Θερβάντες. Διάλεξε και πάρε. Τώρα στο πρακτικό του πράγματος, στη γέφυρα: με πολύ διάβασμα και κοινωνική παρατήρηση. Δεν εννοώ το γνωστό «διάβαζε ακατάπαυστα λογοτεχνία, γιατί έτσι θα μάθεις να γράφεις». Η συστηματική ανάγνωση της λογοτεχνίας, με την ιδιότητα του συγγραφέα πια, σου δίνει ιδέες αλλά κυρίως σου δίνει τεχνικές, tweaks.

 Αυτό που χρειάζεται περισσότερο είναι να έχεις περιέργεια, που συμπεριλαμβάνει από το ξεφυλλίσεις ό,τι πέφτει στα χέρια σου έως το να έχεις περιέργεια για τη ζωή, να παρατηρείς καλά τους ανθρώπους γύρω σου, τις καταστάσεις και τις περιστάσεις της ζωής τους.

Αλήθεια, έχει τίποτα το λογοτεχνικό η νομική την οποία και επέλεξες για τις σπουδές σου;

Οι σπουδές την νομικής είναι το πιο άνυδρο πράγμα που έχω συναντήσει. Για να τις αντέξω, έβλεπα σινεμά, διάβαζα λογοτεχνία, σχεδίαζα με τις ώρες. Η νομική σκοτώνει την ποίηση. Αυτό είναι το πιο λογοτεχνικό πράγμα που κάνει: σε ρίχνει με τα χίλια από την άλλη πλευρά, από την ασφυξία που μπορεί να σου προκαλέσει.

Δουλεύοντας βέβαια μετά στο επάγγελμα, σε επίπεδο συμβουλευτικής, (το περιβάλλον των δικαστηρίων το είχα απορρίψει από την αρχή πολύ συνειδητά), αποκαταστάθηκε πολύ μέσα μου. Πέρα από την αγοραία άποψη για τους δικηγόρους, υπάρχουν σπουδαίοι νομικοί και είναι μια επιστήμη απαραίτητη, γιατί υπερασπίζεται τη σημαντικότερη σύμβαση που κάνουμε εντός του πολιτισμού: το θεσμικό δίκαιο. 

Δυστυχώς, όπως όλα τα σημαντικά πράγματα, ανακατεύεται διαρκώς με τις λάσπες, απαιτεί μεγάλες ψυχικές αντοχές και επειδή πρόκειται για εμπόλεμη ζώνη, για χαρακώματα, πρέπει να αντέχεις και το ότι δεν μπορείς κάνεις τίποτα άλλο στη ζωή σου. 

Είναι κάτι που σε απορροφά απόλυτα, αν θες να το κάνεις καλά. Αν προσέξεις γύρω σου, από τους boomers ως τους συνομηλίκους μας, οι περισσότεροι που εξασκούν το επάγγελμα είναι άνθρωποι που αγαπούν πολύ την τέχνη, αλλά ακόμα κι αν είχαν κάποια τέτοια κλίση, αυτό κατασιγάστηκε και πλέον είναι κατεξοχήν καταναλωτές της (αναγνώστες, θεατές, ακροατές). Ακριβώς αυτό ήθελα να αποφύγω στη ζωή μου.

Νιώθεις χαρούμενη που άφησες τα νομικά ή καμιά φορά σκέφτεσαι να γυρίσεις πίσω;

Μετά από σχεδόν δέκα χρόνια σε δουλειές στο χώρο του πολιτισμού, έχω καταλήξει ότι δεν μπορείς να εγκαταλείψεις πλήρως τα νομικά και δεν χρειάζεται. Καταρχάς, αν έχεις περάσει από τη νομική, όλοι σε βλέπουν τουλάχιστον σαν νομικό, αν όχι σαν δικηγόρο. Πρακτικά, είναι το υπερατού σου, σε βοηθά να κατανοήσεις καλύτερα οποιοδήποτε κανονιστικό, διοικητικό, επιχειρηματικό πλαίσιο.

Οπότε πλέον, τα έχω συμβιβάσει μέσα μου, το νομικό και το πολιτιστικό. Άλλωστε, είμαι και τα δυο, η νομική δεν μου ήταν ποτέ ξένη ιδιοσυγκρασιακά. Δεν ανήκω στο κλαδί του οδυσσειακού τυχοδιώκτη δικηγόρου που κυριαρχεί στην αγοραία αντίληψη του κλάδου.

Υπάρχει και η άλλη πλευρά όμως. Έχω έντονα στοιχεία …lawful good, με απασχολεί ο κανόνας, η τήρηση των συμφωνημένων, αναγνωρίζω σε μένα, μεταξύ άλλων, και μια δομή τεχνοκρατική-ψυχαναγκαστική, που μου είναι και λίγο αδιάφορο πια αν την απέκτησα εξ ανατροφής και σπουδών ή συνυπήρχε αντιθετικά στο κομμάτι των τεχνών, που με έτρωγε και με έτρεφε από την αρχή.

sator

Οι οικογενειακές ρίζες και η σαρακατσάνικη καταγωγή έχουν αφήσει ένα αποτύπωμα στο πώς γράφεις;

Η γεωγραφία έχει και μια ψυχική διάσταση. Οι τοπικές κοινότητες, ιδίως όταν ζουν σε ‘’δύσκολα’’ φυσικά τοπία, αναπτύσσουν κάποιες συλλογικές αξίες και συνεπώς χαρακτηριστικά με βάσει τη ζωή που κάνουν, εκεί που την κάνουν. Οπότε, και η μητρική ηπειρώτικη ρίζα και η πατρική σαρακατσάνικη στην περίπτωσή μου, έχουν αφήσει ισχυρό ψυχικό αποτύπωμα έτσι κι αλλιώς, και αυτό εκ των πραγμάτων θα εξέβαλε και στη γραφή. Και όταν λέω ψυχικό, εννοώ ηθικό αποτύπωμα, ένα ηθικό σύστημα, ένα κώδικα, λέξεις ιδιαίτερα ντεμοντέ, που σήμερα από δεν απασχολούν έως λοιδορούνται.

Ειδικά η καημένη η ηθική, έχει γίνει κουρελόπανο, ταυτόσημη με κάθε μορφής καταστροφικό αυτοπεριορισμό που επέβαλαν ξεπερασμένα δόγματα και κοινωνικά συστήματα. Αν πάμε ωστόσο στο «η αισθητική είναι ηθική» και το αντίστροφο, προσωπικά με απασχολούν και τα δυο. Ο «σαρακατσανισμός» μου, μού άφησε μεταξύ άλλων την κληρονομιά του ακτήμονα. Αυτό σημαίνει ότι μου έδωσε σαν παρακαταθήκη το να διαχειριστώ κάποια συμπτώματα της κοινωνικής μου τάξης. Ο πατέρας μου γεννήθηκε και πέθανε χωρίς υλική περιουσία, ενώ έζησε τα παραγωγικά του χρόνια στην εποχή που όλη η Ελλάδα έβγαλε λεφτά που δεν τα φανταζόταν, έγιναν όλοι κάποιοι μεταξύ κάποιων. 

Αυτό εμπεριέχει ένα τραύμα, το οποίο καλείσαι να διαχειριστείς διαγενεακά. Πρέπει να βγεις από πάνω χωρίς να το ρομαντικοποιήσεις. Η ρομαντικοποίηση της φτώχειας είναι ένα γνωστό, σοβαρό πρόβλημα των φτωχών, κατέστρεψε πολλές γενιές και ατομικότητες ψυχικά είτε δια της εμμένειας είτε δια της υπέρβασης. Οπότε και θεματικά ήταν μοιραίο να καταπιαστώ με τα σπίτια, με την ιδιοκτησία, με τις γενιές και το βάρος τους, όπως συμβαίνει στο β’ μέρος του Σατόρ.

Πώς και αποφάσισες να γράψεις ρεαλισμό;

Αυτό είχε το σκοπό ενός Δούρειου Ίππου. Συγγραφικά με απασχολεί μια λογοτεχνία που είμαι πολύ κακή στο να καταχωρίσω ειδολογικά, αλλά θα μπορούσε κανείς να συνδέσει με το φανταστικό, με το μαγικό ρεαλισμό ή όποια άλλη λέξη έχουν οι κριτικοί ή οι μαρκετίστες για να περιγράψουν μια λογοτεχνία που κείται έξω από τον παραδοσιακό, ορθόδοξο ρεαλισμό - στο εξωτερικό προτιμάνε τον όρο-ομπρέλα speculative fiction. 

Κάτι που ισχύει γενικά, αλλά στην Ελλάδα ιδιαίτερα, είναι ότι παραδοσιακά, η πλειοψηφία αναγνωστών, κριτικών και θεωρητικών της λογοτεχνίας ομνύει στο ρεαλισμό. Οι περισσότεροι άνθρωποι διαχρονικά θέλουν να διαβάζουν αυτά που ζουν, όταν τα ζουν, όπως τα ζουν. Όλα τα άλλα είδη, παρά τα αφοσιωμένα κοινά τους, ήταν πάντα στο περιθώριο αυτού του κανόνα. Εδώ, την τελευταία δεκαετία, με έναν άλλο δούρειο ίππο (αυτόν της λαογραφίας και του λαογραφικού τρόμου) έχει μόλις αρχίσει να διαβάζει ένα πιο mainstream κοινό, αυτό που μάλλον περιγράφεται καλύτερα από την κατηγορία «λογοτεχνία του φανταστικού».

 Άλλωστε, έχουμε και το παράδειγμα της Μπουραζοπούλου, που δεν μετέρχεται καν λαογραφικά στοιχεία, αλλά δημιουργεί μέσα σε ένα σύγχρονο περιβάλλον. Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το βιβλίο, η σκέψη ήταν ότι εφόσον μπορώ και με ενδιαφέρει να γράψω και ρεαλισμό, ας ξεκινήσω από εκεί, γιατί είναι η μόνη μου ελπίδα να συστηθώ στο ελληνικό κοινό (από το να βρω εκδότη, μέχρι όντως να διαβαστεί το βιβλίο).

Μέχρι να το γράψω και να εκδοθεί, άλλοι τολμηρότεροι έκαναν την αρχή, και πλέον, δεν χρειάζεται κανείς, νομίζω, να βάλει την προβιά του ρεαλισμού. Σε ό,τι με αφορά, οι ιστορίες που θέλω να αφηγηθώ, είναι από άλλο τόπο ή και από αυτόν εδώ, αλλά «αλλιώς». Αυτές κυοφορώ εδώ και δεκαετίες, χωρίς να αποκλείω φυσικά να πάρουν και άλλη ρότα τα πράγματα. Ούτως ή άλλως, αυτό που με απασχολεί είναι η γραφή, εκεί είναι το προσωπικό στοίχημα. Το αν θα γίνει περπατώντας με τα πόδια ή με τα χέρια σαν περιεχόμενο, έπεται.

Είναι το Σατώρ ένα από αυτά που λέμε «αθηναϊκά βιβλία»;

Η Αθήνα είναι ατά κάποιο τρόπο το τρίτο πρόσωπο όλων των ιστοριών. Έτσι κι αλλιώς, εκτός από δυο ιστορίες, όλες οι άλλες διαδραματίζονται σε αυτή. Στις δυο εξαιρέσεις, η μία λαμβάνει χώρα στο Βερολίνο και η άλλη στο σχεδόν άγραφο στους χάρτες Πύθιον της Θράκης. Στην πρώτη περίπτωση η Αθήνα είναι η αιώνια, μακρινή ερωμένη, στη δεύτερη ο Βεεμώθ της γραφειοκρατίας από τον οποίο έλκονται και απωθούνται οι ήρωες.

Η πόλη αυτή ήταν το στομάχι της δεκαετίας των είκοσί μου, το ίδιο και των φίλων μου και των συνομιλήκων μου, ο ομφαλός της κρίσης που ξεκίνησε το ’08, του Δεκέμβρη του ’08 και τόσων άλλων συλλογικών εμπειριών που μας σημάδεψαν και με όρους τόπου/χώρου. Δεν γινόταν να γράψω ένα ρεαλιστικό βιβλίο για τους αισθηματίες και τους ακτήμονες, χωρίς να μιλήσω για την Αθήνα και το αντίστροφο.

Είπες στην παρουσίαση ότι ένα πράγμα που σε εξέπληξε είναι ότι οι Αισθηματίες άρεσαν πολύ σε ανδρικό κοινό. Έχεις καταφέρει να εξηγήσεις τον λόγο;

Να πούμε εδώ ότι η έκπληξή μου αφορούσε το cis ανδρικό κοινό. Νομίζω αυτό είχε να κάνει με δική μου προκατάληψη ότι αυτό το αναγνωστικό κοινό θα εκλάμβανε το α’ μέρος του βιβλίου (οι Αισθηματίες) ως πολύ αισθηματικό, πολύ «γυναικείο», ακόμα και cringe, μελό. Αυτή η ανασφάλεια με απασχόλησε και στην αρχή της συγγραφής, από την άποψη του ότι είμαι «νέα, γυναίκα, συγγραφέας», αλλά το άφησα στην άκρη, όπως και έπρεπε, και έγραψα αυτό που ήθελα. Απλά πίστευα ότι το μισό βιβλίο πιθανόν θα παραβλεφθεί από κάποιους. 

Ήταν μια ευχάριστη διαπίστωση να βλέπω ένα τέτοιο κοινό εκτιμά πολύ το α’ μέρος. Προφανώς, ένας λόγος είναι πως περιλαμβάνει και την οπτική δύο ανδρών, με την οποία φάνηκε να συνδέονται. Ωστόσο, νομίζω ότι η οπτική των ηρωίδων, που είναι και πρωτοπρόσωπη, προβάλει κάπως ισχυρότερη, αν όχι και ερμηνευτική προς των ηρώων - δεν γίνεται να σου αρέσει το α’ μέρος χωρίς να σου αρέσουν τα κείμενα των γυναικών, παρότι είναι ιστορίες μετά το τέλος του έρωτα, που περιλαμβάνουν μια αναστοχαστική συλλογιστική πορεία που δεν χαρίζεται και δεν χαρίζει. 

Έχει άγχος μία γυναίκα που γράφει σήμερα να βρει τη «γυναικεία φωνή»; Να ανταποκριθεί σε προσδοκίες που θέτουν άλλοι γι’ αυτή;

Το να έχει μια γυναίκα άγχος να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που θέτουν οι άλλοι για αυτήν είναι ιστορία παλιά όσο η ανακάλυψη του τροχού, οπότε υποθέτω ότι το να βρει τη «γυναικεία της φωνή», είναι ο ορισμός του να αποφύγει τον ψυχαναγκασμό να ανταποκριθεί στο οτιδήποτε. Το άγχος που είχα στη διαδικασία να γράψω το πρώτο μου βιβλίο, έχει πάρει διάφορες μορφές, αλλά όσον αφορά το έμφυλο κομμάτι, ναι δυστυχώς, είχε ξεκινήσει από μια αμφιβολία μήπως το πρώτο μέρος θεωρηθεί πολύ «γυναικείο», όπως είπα και παραπάνω, μήπως το πρωτοπρόσωπο της αφήγησης παρεξηγηθεί (αλίμονο, αν οι γυναίκες συγγραφείς δεν ταυτίζονται με τις αισθηματικές ιστορίες που γράφουν από τους περισσότερους κριτικούς και αναγνώστες). 

Όταν είσαι γυναίκα, κουβαλάς το βάρος του να σε πάρουν στα σοβαρά, σε κάθε πεδίο της ζωής σου, πόσο μάλλον σε αυτά που παραδοσιακά επιφυλάσσονται για τους άντρες: το επαγγελματικό, το κάθε είδους διανοητικό. Αυτό το «στα σοβαρά» σκοντάφτει στο να γράψεις (και) αισθηματικές ιστορίες, που είναι ακριβώς αυτό που περιμένουν οι άλλοι από μια γυναίκα συγγραφέα. Από την άλλη, επειδή η λογοτεχνική μας παιδεία, τουλάχιστον για τις περισσότερες γυναίκες από πάντα έως και τη γενιά των millennials, ήταν κατεξοχήν αντρική, προσωπικά, γράφοντας διαπίστωσα ότι δεν βλέπω κάποια δυσκολία στο να γράψω «σαν άντρας».

 Όλη μας τη ζωή μας ντοπάρουν με το ότι για να κάνεις κάτι καλά, πρέπει να το κάνεις σαν άντρας (άσχετο αν αυτό θα στο χρεώσουν ως απώλεια στη θηλυκότητά σου). Το θέμα ήταν αν αυτό ήταν το ζητούμενο πια, αν το «σαν άντρας» περιείχε εμένα, αν δεν απέκλειε το «σαν γυναίκα». Αυτό που κατάλαβα ήταν ότι μέρος της δουλειάς μου ως (γυναίκα) συγγραφέας ήταν να μάθω να μη με λογοκρίνω ως άντρας – δύσκολο πράγμα, όλες κρύβουμε έναν άνδρα λογοκριτή μέσα μας, αυτό στο δίνουν μαζί με το πιστοποιητικό γέννησης – και αν κατάφερνα αυτό, ήταν αρκετό, είχα μπροστά μου ό,τι σκόπευα και μπορούσα ούτως ή άλλως να γράψω, ανεξάρτητα από έμφυλα βαρίδια. Οπότε επικεντρώθηκα στο να γράψω την αλήθεια αυτών των ηρώων, και έτσι προχώρησα.

Αλήθεια, συνομιλεί αυτό το βιβλίο με άλλους ή άλλες συγγραφείς;

Συνομιλεί, πότε σαν περιεχόμενο, πότε σαν περιβάλλον και συχνά σαν σημείο απλής και στιγμιαίας συνάντησης με κάποια κείμενα, αλλά εξίσου με ταινίες και δίσκους, οπότε θα απαντήσω κάπως παραπέρα από την ερώτηση. Μέχρι να ολοκληρώσω το βιβλίο, είχα διαβάσει σκόπιμα μόνο το πρώτο κεφάλαιο από το Τάλγκο του Αλεξάκη. 

Με αυτό το κεφάλαιο, κατάλαβα ότι υπάρχει κάτι που θέλω να πω για τον τρόπο που ερωτεύονται οι γυναίκες σήμερα, τώρα, και επίσης, ήθελα αυτός ο διάλογος να μείνει ανοιχτός, γιατί το να διαβάσω ως το τέλος το Τάλγκο ενώ γράφω, θα με περιόριζε κατευθείαν να γράψω απαντώντας ή αποφεύγοντας την απάντηση. 

Ομοίως, μεσολάβησε η γνωριμία με την βακαλοπουλική εργογραφία που δεν περιορίζεται στο λογοτεχνικό έργο του Βακαλόπουλου, αλλά περιλαμβάνει και το σεναριογραφικό του σε συνεργασία με τον Τσιώλη, οι Αισθηματίες του Νίκου Τριανταφυλλίδη, κυρίως για το soundtrack τους, τα λαϊκά που αγαπώ, η jazz και τα blues, η μετεμφυλιακή αριστερή λογοτεχνία, ο Καβάφης και οι ερινύες του.

Για το «ο κόσμος δεν διαβάζει πια» τι γνώμη έχεις;

Δεν είμαι σίγουρη ότι έχω ακριβή δεδομένα για να το αξιολογήσω. Έχω διαβάσει εξίσου ότι τα ποσοστά ανάγνωσης στην Ελλάδα είναι απελπιστικά και η αγορά του βιβλίου τρομερά περιορισμένη, όσο και ότι τελικά, σήμερα διαβάζουν περισσότερο από ποτέ. Αυτό που σίγουρα παρατηρώ, είναι ότι τα social media έχουν δημιουργήσει ένα χώρο να γίνει μεταξύ άλλων και της μόδας το βιβλίο, έχει αισθητικοποιηθεί, οπότε έχει βρει ένα άνοιγμα από εκεί να προβληθεί σε κοινά ή με όρους που δεν θα προσέγγιζε πριν. 

Αυτό έχει πολλά προβλήματα, αλλά δεν το θεωρώ κακό αφ’ εαυτού του. Ό,τι βοηθάει τα βιβλία να φτάσουν σε περισσότερους, τυπικά καλώς κάνει, ακόμα κι αν είναι ως εξώφυλλα. Είναι μια αρχή και αυτό. Το ότι βομβαρδιζόμαστε καθημερινά με απίστευτα πολλή πληροφορία και άλλη τόση σαβούρα από κάθε πιθανό μέσο, είναι γεγονός. Το ότι το βιβλίο εκ των πραγμάτων απαιτεί προσωπικό χρόνο και συνήθως ηρεμία, επίσης. Αυτή η κόντρα που έχει φύσει και θέσει αυτή τη στιγμή, πρέπει να λυθεί και ατομικά και συλλογικά. 

kerki

Καθένας πρέπει να προσπαθήσει να κρατήσει το διάβασμα στη ζωή του, ενώ παράλληλα, θα πρέπει να γίνει και μια σοβαρή προσπάθεια με όρους πολιτικής για το βιβλίο, να καλλιεργηθεί η πρόσβαση πρωτίστως και η προτίμηση δευτερευόντως στο διάβασμα. Το να διαβάζεις σήμερα, πόσο μάλλον να διαβάζεις και μακροσκελή έργα (γιατί έχουμε πάθει και αυτή την τρέλα με την μικρή φόρμα), είναι πολιτική πράξη.

Φταίει και ο ίδιος ο χώρος της λογοτεχνίας γι’ αυτό ή είναι άμοιρος ευθυνών;

Ο χώρος της λογοτεχνίας πάσχει στο δικό του βαθμό από τις βασικές ασθένειες των τεχνών σήμερα. Αφενός υπάρχει η λύσσα να γίνει ελκυστικός - το βιβλίο είναι περισσότερο από ποτέ ένα προϊόν, οπότε απαιτείται συντομία και απλή (όπως μιλάμε) γραφή, ως χάπι που γιατρεύει πάσα πολύπλοκη λογοτεχνία, που θεωρείται ότι απωθεί το ήδη πολυδιασπασμένο κοινό. Αφετέρου, πολλοί λειτουργοί της λογοτεχνίας αξιώνουν να είναι μέρος μιας ελίτ.

Η λογοτεχνία δεν έχει φράγκα, αλλά υπό προϋποθέσεις μπορεί να έχει δόξα. Ο ελιτισμός είναι δυστυχώς κοινό σύμπτωμα των τεχνών, ορατό δια γυμνού οφθαλμού στα εικαστικά πχ, όπου το σύνηθες είναι ο καλλιτέχνης να μην ενδιαφέρεται καν πια να καταλαβαίνουν τη δουλειά του, όσο ενδιαφέρεται να την ερμηνεύουν. 

Παράλληλα, δεν υπάρχει συγγραφική κοινότητα. Είναι όλοι τους νησιά. Πέρα από κάποιες σποραδικές λογοτεχνικές παρέες, μέχρι στιγμής δεν υπήρχε κάποια σοβαρή συσπείρωση για διεκδικήσεις, μέρος των οποίων θα πρέπει ασφαλώς να είναι και το πώς θα γίνει να διαβάζουν οι άνθρωποι, ώστε πρώτα, όπως είπα, να μπορούν να διαβάσουν, να έχουν πρόσβαση, και δευτερευόντως να διαβάσουν περισσότερο. 

Μόλις τελευταία γίνονται κάποιες ενδιαφέρουσες κινήσεις από το νεοσύστατο Δίκτυο Συγγραφέων, που τις παρακολουθώ για να δω πού θα πάνε.

Θα μου πεις για τον τίτλο του βιβλίου; Το Σατόρ θα μπορούσε να διαβαστεί και ανάποδα;

Το Σατόρ ήταν ένα πιάνο μπαρ που άνοιξε το ’82-’83 εκεί που σήμερα είναι το μπαρ Ίντριγκα στα Εξάρχεια. Οι ιδιοκτήτες εμπνεύστηκαν το όνομα από ένα μεσαιωνικό μυθιστόρημα με Σταυροφόρους, που διάβαζαν τότε και υποψιάζομαι ότι σχετίζεται με το μαγικό τετράγωνο sator (σάτορ, στα λατινικά). Σε κάθε περίπτωση, εμένα μου έδεσαν και τα δυο, όταν έκανα τη σχετική έρευνα. Αφενός χρειαζόμουν ένα όνομα για το μπαρ που περιγράφεται στο τελικό κεφάλαιο στην Καλλιδρομίου (αν και το συγκεκριμένο δεν αναφέρεται στην Ίντριγκα, αλλά όντως σε ένα μπαρ αυτής της οδού), αφετέρου το μαγικό τετράγωνο, είναι ουσιαστικά ένα παλίνδρομο, το οποίο αντανακλά και τον τρόπο που κάθε ιστορία που προηγείται, αφήνει κάτι μέσα στην ιστορία που έπεται. 

Δεν είναι ακριβώς ότι μπορεί να διαβαστεί και ανάποδα (αν και, feel free). Απλά, έτσι όπως προέκυψαν και έτσι όπως δομήθηκαν οι ιστορίες, μια πλευρά τους είναι μεσοτοιχία της άλλης, φτιάχνουν εφαπτόμενους κύβους, που αντανακλούν και κάτι που γράφω στο τελευταίο κεφάλαιο «ό,τι είδαμε από τις ζωές των άλλων ήταν τετράγωνο παράθυρο σε κυβικό δωμάτιο», φράση που απηχεί και τους περιορισμούς και τις υπερβάσεις της μυθοπλασίας.

Τι αποτύπωμα πιστεύεις ότι θα αφήσει το πρώτο σου βιβλίο στην προσωπική σου πορεία;

Δεν έχω την ιδέα, και είναι από τα πράγματα που θα αξιολογηθούν αναδρομικά. Για την ώρα, αυτό που με νοιάζει ως πρωτοεμφανιζόμενη, είναι το στοίχημα ότι «τα λέω καλά», ότι τα λέω με τρόπο που αξίζει να κάποιος να διαβάσει και να επιστρέψει σε αυτή τη γραφή. 

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.