Μενού

Φώτης Βάρθης: «Είμαστε σε ηλικία και εποχή που δεν βλέπουμε το folk ως κάτι γραφικό»

varthis
Ο Φώτης Βάρθης στο εργαστήριό του | Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
  • Α-
  • Α+

Τον βρήκαμε στο σπίτι-εργαστήριό του, μία Παρασκευή απόγευμα με πολλή κίνηση. Η γαλήνια φιγούρα του και η ηρεμία του σπιτιού του ήταν το ακριβώς αντίθετο της παράνοιας που είχε προηγηθεί στους δρόμους της πόλης. Σκεφτόμουν ότι o δημιουργός που βρήκαμε μπροστά μας, ταιριάζει κατά μία έννοια με τα έργα του, έργα από τον κόσμο μας αλλά σαν από αλλού φερμένα.

Ο Φώτης Βάρθης είναι χαράκτης, ένας από τους γνωστότερους και πιο ταλαντούχους μία γενιάς που προσπαθεί (και εν πολλοίς έχει καταφέρει) να κάνει την τέχνη της χαρακτικής πιο εξωστρεφή. Να την αποσυνδέσει από τον Τάσσο και τα σχολικά βιβλία των γονιών μας και να την επαναφέρει στο σήμερα με τους όρους και τους προβληματισμούς της εποχής μας.

Έργα του θα έχετε πετύχει σίγουρα κάπου. Σε κάποιο βιβλίο, στο εξώφυλλο ενός άλμπουμ, σε μία έκθεση ή και στο διαδίκτυο. Όπως μου είπε χαμογελώντας, πολλοί τα μπερδεύουν με την ξυλογλυπτική ή με κάποιο έργο με μελάνι.

Mιλήσαμε με αφορμή την έκθεση «Φόβοι αρχέγονοι, φαντασίας επαρωγοί», σε επιμέλεια της Στεφανίας Κερκή, η οποία θα λειτουργήσει στο Κέντρο Τεχνών ΜΕΤΣ, από τις 26 Φλεβάρη. Το θέμα της έκθεσης θα είναι ο λαογραφικός τρόμος και η ελληνική παράδοση. 

Πώς προέκυψε στη ζωή σου η χαρακτική;

«Προέκυψε τυχαία μπορώ να πω. Πριν πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών δεν είχα καμία ιδιαίτερη επαφή με τη χαρακτική, πέρα από μία πολύ γενική ιδέα του τι είναι ως τεχνική, κυρίως από έργα του Ντορέ και του Ντύρερ. Μπαίνοντας στη Σχολή, ήξερα ότι ήθελα να κάνω ζωγραφική, οπότε αυτό ήταν το βασικό μου εργαστήριο. Μετά, επειδή έπρεπε να πάρω ένα δευτερεύον εργαστήριο, επέλεξα τη Χαρακτική. Πήγα ουσιαστικά αφαιρώντας όλα τα υπόλοιπα.

Σίγουρα πολύ μεγάλο ρόλο έπαιξε και ο καθηγητής μου, ο Γουρζής. Σε ενέπνεε και ως άνθρωπος και ως καθηγητής. Σε παρακινούσε και σου ερέθιζε την περιέργεια με την αφοσίωση που είχε στο αντικείμενο». 

Το ρωτάω γιατί, τουλάχιστον για τη γενιά μας, δεν υπήρξε και η πιο δημοφιλής τεχνική. Πολλοί δεν γνωρίζουμε παρά μόνο τα βασικά...

«Πιστεύω πως όλοι έχουμε πέσει πάνω σε χαρακτικά έργα, είτε σύγχρονα είτε της γενιάς του Τάσσου, που ήταν και η τελευταία μεγάλη γενιά χαρακτών. Σκέψου ότι οι παλαιότερες γενιές είχαν χαρακτικά έργα ακόμα και στα σχολικά βιβλία. 

Ξέρεις τι είναι οπτικά, αλλά δεν γνωρίζεις τι ακριβώς είναι, γιατί είναι πολύ εύκολο να το μπερδέψεις με μελάνι, σχέδιο με πενάκι και οτιδήποτε τέτοιο.

Μου συμβαίνει πολύ συχνά και εμένα ο κόσμος να νομίζει ότι τα έργα μου είναι έργα ξυλογλυπτικής, ότι σχετίζονται με την αναγλυφότητα του ξύλου ή ότι αυτό που θα λάβουν, όταν αγοράσουν ένα έργο, θα είναι ένα κομμάτι ξύλο. Αυτό είναι το πιο στάνταρ, το πιο συχνό που μου συμβαίνει».

varthis
varthis
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

Θες να μας εξηγήσεις με απλά λόγια τι είναι αυτή η τεχνική;

«Στο πολύ γενικό κομμάτι, η χαρακτική είναι μία τεχνική με την οποία χαράζεις πάνω σε ένα υλικό, το οποίο είναι η μήτρα, το μέσο, δεν θεωρείται ότι είναι το έργο. Το έργο είναι τα τυπώματα τα οποία θα προκύψουν μετά από τη χάραξη, το μελάνωμα και το τύπωμα της μήτρας. Σκέψου το ως μία σφραγίδα που το θετικό που έχει είναι πως μπορείς να παράξεις πολλαπλά αντίτυπα ενός έργου.

Αυτό είναι και που κάνει το έργο πολύ πιο προσιτό σε τιμή σε σχέση με οτιδήποτε άλλο. Ακριβώς γιατί δεν υπάρχει αυτό που λέμε ένα αυθεντικό και πρωτότυπο έργο. Είναι ένα κομμάτι που με ενδιαφέρει πολύ και είναι ένας από τους λόγους που η χαρακτική μου έχει κουμπώσει ως μέσο».

Ήθελα να σε ρωτήσω αργότερα γι’ αυτό. Νιώθω ότι οι εικαστικές τέχνες έχουν μπει σε μία χρηματιστηριακή αντιμετώπιση, αντιμετωπίζονται ως επενδύσεις από ανθρώπους που συχνά δεν γνωρίζουν τίποτα από τέχνη. Ισχύει αυτό για τη χαρακτική;

«Η χαρακτική φτιάχνει έργα τα οποία μπορεί να αποκτήσει ο οποιοσδήποτε. Δεν είναι τέχνη για πλουσίους, σε καμία περίπτωση. Όντως μπορείς να αγοράσεις ένα αυθεντικό χαρακτικό, ακόμα και από μεγαλύτερους χαράκτες προηγούμενων γενιών, καθώς τα περισσότερα έργα είναι πολύ προσιτά. 

Ως ιδιοσυγκρασία το βρίσκω αυτό κάτι που μου ταιριάζει. Με καλύπτει και ηθικά. Το λέω αυτό, γιατί, αν ήμουν ζωγράφος, σίγουρα θα είχα πολύ μεγαλύτερη την αγωνία για κάποια συνεργασία με γκαλερί. Το λέω γιατί κυρίως μέσα από εκεί μπορείς να πουληθείς... είναι πολύ πιο δύσκολο να το κάνεις από μόνος σου. Χρειάζεσαι και τη σφραγίδα μίας γκαλερί, η οποία κάπως θα επιβεβαιώσει τη σπουδαιότητα του έργου σου.

Όλο αυτό, δημιουργεί και ένα κλίμα σαν αυτό που περιέγραψες με τους καλλιτέχνες, τους αγοραστές και τους συλλέκτες. Με τη χαρακτική τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Αυτή η έλλειψη πρωτότυπου έργου κάνει και πιο δύσκολο να δεις χαρακτικά έργα σε γκαλερί. Ακριβώς γιατί θα αναγκαστούν να πουλήσουν πολύ πιο χαμηλά, με πιθανότητα πολύ μικρότερου κέρδους».

Υπάρχει πάντως μία αναγέννηση της χαρακτικής, σωστά;

«Δεν είμαι ίσως ο καταλληλότερος να το πω αυτό, γιατί είμαι μέσα σε αυτό. Βλέπω, ωστόσο πράγματι, να συμβαίνει αυτό που λες. Δεν είμαι σίγουρος να σου πω για ποιον λόγο. Είμαι σίγουρος όμως ότι τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει γενιές χαρακτών οι οποίοι κάνουν πολύ καλή δουλειά που ανοίγεται και παραέξω.

Παλαιότερα, τα εργαστήρια της χαρακτικής είχαν ταμπουρωθεί λίγο, κάπως γιατί είχαν το στίγμα ενός πράγματος που είναι… πιο εφαρμοσμένο. Αυτό το στίγμα είχε αρχίσει να εσωτερικεύεται από τους χαράκτες. Πλέον η δική μου γενιά αυτό το απέβαλε».

varthis
Πλάτανος, έργο του Φώτη Βάρθη.

Στα δικά σου έργα βλέπω μία τεχνοτροπία που προσομοιάζει σε αυτές που βλέπουμε στη βυζαντινή τέχνη. Είναι αλήθεια αυτό;

«Μου κούμπωσε πάρα πολύ ο βυζαντινός τρόπος του σχεδίου και το πώς πέρασε στη χάραξη, με έναν κάπως φυσικό τρόπο. Η λογική με την οποία λειτουργεί και το βυζαντινό σχέδιο και η ζωγραφική, είναι ότι ξεκινάς από έναν σκοτεινό προπλασμό, μία σκοτεινή βάση, και χτίζεις τα φώτα σου πάνω σε αυτή. Είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί σαν σύστημα η βυζαντινή ζωγραφική. Πρακτικά, το ίδιο πράγμα συμβαίνει όταν χαράσσεις το ξύλο. Υπάρχει μία πολύ κοινή βάση μεταξύ των δύο.

Πέρα από την πρακτική, αυτό μου προέκυψε και κάπως ασυναίσθητα. Πέρασε και από άλλα πράγματα. Eίχα και ένα background. Πολύ μικρότερος έκανα βυζαντινή ζωγραφική και αυτό ήταν κάτι που το είχα αφήσει στην άκρη για πάρα πολλά χρόνια. 

Πάντως, είτε ασχολείσαι είτε όχι με τα εικαστικά, πρόκειται για μία γλώσσα που τη γνωρίζεις. Έχεις μεγαλώσει μέσα σε αυτό, έχεις τις αναφορές. Κάπως μαθαίνεις και να την αναγνωρίζεις και να την καταλαβαίνεις. Όπως, για παράδειγμα, ξέρεις τη μητρική σου γλώσσα να τη μιλάς χωρίς να ξέρεις ντε και καλά το συντακτικό της και τους κανόνες του. 

Επομένως μου ήταν πολύ πιο εύκολο και οι θεματικές που με απασχολούν, εκφράζονται πολύ πιο εύκολα μέσα από αυτή την αισθητική.

Προσπαθώ ακόμα να βρίσκω τρόπους να παίζω μέσα σε αυτό και συνεχίζει να μου κρατάει το ενδιαφέρον. Ούτως ή άλλως δεν νιώθω ότι πρόκειται για κάτι που το έχω κατακτήσει απόλυτα, οπότε, από μόνο του αυτό συνεχίζει να με ιντριγκάρει».

Πάω και στο κομμάτι της έκθεσης που κάνετε με τη Στεφανία. Αλήθεια, ποια είναι η σχέση σου με τον τρόμο;

«H σχέση μου με τον τρόμο ήταν αυτή που έχει ο καθένας. Μη νομίζεις ότι ήμουν βουτηγμένος μέσα σε αυτό. Έχω περάσει και από Στίβεν Κίνγκ και από τον Λαβκραφτ. Στο δικό μου κομμάτι, αυτό που με ενδιέφερε ήταν το πιο λαογραφικό κομμάτι και σε αυτό ήρθε να κουμπώσει η παράμετρος του τρόμου.

Είπαμε να αρχίσουμε να το ψάχνουμε παραπάνω με τη Στεφανία Κερκή. Με ενδιαφέρει πολύ το πώς χρησιμοποιήθηκε από τους ανθρώπους ο τρόμος, τι εργαλείο ήταν γι’ αυτούς, με ποιον τρόπο παρήχθησαν όλες αυτές οι ιστορίες.

Επομένως, το κομμάτι της έκθεσης είναι το ένα, το κομμάτι της έρευνας το δεύτερο. Σε αυτή τη δεύτερη, το μεγαλύτερο κομμάτι είναι της Στεφανίας. Έχει να κάνει με το ψάξιμο και της λαογραφίας αλλά και στη σύγχρονη εποχή το πώς περνάει και μεταφράζεται στον κινηματογράφο, στη μουσική κτλ».

varthis
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
varthis

Η αλήθεια είναι ότι αυτό το folk horror είναι σε άνθιση. Από μουσικές, μέχρι ταινίες που μπορείς να βρεις ακόμα και στο Netflix.

«Το βλέπω και εγώ πολύ αυτό. Ψάχνοντας για την έκθεση, πέφταμε συνέχεια σε πράγματα που αφορούσαν αυτό το κομμάτι. Ακόμα και το κομμάτι του horror στο σινεμά, έχει στραφεί τα τελευταία χρόνια προς το folk». 

Γιατί, πιστεύεις, ότι συμβαίνει αυτό;

«Ένα πράγμα που σκέφτομαι είναι ότι ίσως όσοι βρίσκονται στο peak της δημιουργικής τους σταδιοδρομίας, είμαστε η γενιά που είχε ακόμα την άμεση αναφορά από αυτό το πράγμα. Από γονείς αλλά κυρίως από γιαγιάδες. Από ανθρώπους που όντως πίστευαν σε αυτά τα πράγματα.

Ενδόμυχα, υπάρχει και το κομμάτι της διαφύλαξης. Έχουμε δει κάτι και θέλουμε να κάνουμε κάτι με αυτό, αναγκαστικά μετασχηματίζοντάς το. Tώρα πια φτάνουμε σε μία ηλικία και σε μία εποχή που μπορούμε να το απενοχοποιήσουμε και να φύγουμε λίγο από το folk ως κάτι γραφικό. Να δούμε και να ψάξουμε όσο μπορούμε να δούμε τις πηγές αυτού του πράγματος. Να το δούμε πιο τρυφερά, λίγο πιο σοβαρά όλο αυτό το πράγμα.

Ούτως ή άλλως εμείς μεγαλώσαμε έχοντας το horror πολύ διαφορετικά στο μυαλό μας, με αναφορές κυρίως απ’ έξω. Είναι μία ευκαιρία να το δούμε και να παίξουμε με αυτό με τα δικά μας δεδομένα. Τι να κάνουμε με πράγματα που να μας είναι πιο οικεία και να μιλήσουμε με τέτοιον τρόπο. Έχουμε φάει πολύ το αμερικανικό και το δυτικότροπο, έχουμε προσπαθήσει εκατοντάδες φορές να αναπαράγουμε αυτά τα πρότυπα αλλά μάλλον με αποτυχία». 

varthis
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

Aπό πού κατάγεσαι εσύ; Έχεις κάποια τέτοια ιστορία από γιαγιάδες και παππούδες;

«Από την πλευρά της μάνας μου κατάγομαι από την Ήπειρο και από την πλευρά του πατέρα μου από την Κέρκυρα. Παραδόξως, η πρώτη ιστορία που είχα στο μυαλό μου και η οποία έχει σβηστεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια που την ξανατρίγκαρε ένα περιστατικό, είναι ότι ο πατέρας μου πάντα μου έλεγε ότι είμαι καλικαντζαράκι, γιατί έχω γεννηθεί ανήμερα Χριστούγεννα.

Υπήρχε μία παράδοση που έλεγε ότι όσοι έχουν γεννηθεί μέσα στο εορταστικό δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων είναι οι ίδιοι καλικάντζαροι. Σε κάποιες αναφορές, οι καλικάντζαροι έκλεβαν τα μωρά και τα αντικαθιστούσαν με ένα δικό τους.

Αυτό το έλεγε τελείως φυσικά ο πατέρας μου. Το άκουγα αυτό τότε και τώρα, ψάχνοντάς το, θα το βρεις καταγεγραμμένο στις “Παραδόσεις” του Πολίτη. Υπάρχουν φυσικά και άπειρες ιστορίες από την Ήπειρο, κατά βάση με νεράιδες και με φαντάσματα. 

Βλέποντάς τα γραπτά πλέον, μού φαίνεται λίγο αστείο που τα ξανασυναντάω τώρα με τέτοιο τρόπο αλλά και με γυρνάει πίσω σε μία άλλη περίοδο της ζωής μου, την παιδική ηλικία. Εκεί που είσαι ακόμα και τότε λίγο ψυλλιασμένος αλλά και κάτι που λίγο σε εξιτάρει, είσαι κάπως σε ένα μεταίχμιο».

Έπαιξε ρόλο σε αυτά τα ψαξίματά σου και η μέταλ μουσική;

«Δεν το έχω σκεφτεί καθόλου αλλά σίγουρα δεν είναι κάτι που το αποκλείω. Σίγουρα, και στην προ του ίντερνετ εποχή, τα κομμάτια που έφταναν μέσω της μέταλ και ασχολούνταν με οτιδήποτε παρεμφερές, σε έβαζαν σε μία διαδικασία να ψάξεις. 

Μόνο από τους Maiden μπορώ να φέρω σίγουρα παραδείγματα από πράγματα τα οποία σίγουρα εκείνη την εποχή δεν θα έπεφτα πάνω τους από μόνος μου για κανέναν λόγο. Το Book of Thel του William Blake, τον βρήκα από ένα κομμάτι του Bruce Dickinson».

Θα ενέτασσες αυτό το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον λαογραφικό τρόμο σε μία ευρύτερη στροφή στην παράδοση; Αν ναι, αυτή η στροφή είναι πάντα αθώα;

«Έχω την εντύπωση ότι τέτοιου είδους πράγματα συνήθως ξεκινούν αθώα. Το έχουμε δει με άπειρα πράγματα ότι μετά εισχωρούν και άλλοι παράγοντες που μπορεί να τα αλλοιώσουν. Δεν ξέρω καν αν είναι εύκολο και με ποιον τρόπο μπορείς να το αποτρέψεις αυτό. Δεν έχω κάποιο τέτοιο παράδειγμα.

Νομίζω ότι βλέπει κανείς την παρακμή σύντομα. Αυτό πάντως αφορά κυρίως τη μαζική εκδοχή ενός πράγματος. Κατά τα άλλα, άνθρωποι που ασχολούνταν με αυτό ή συνεχίζουν να ασχολούνται με αυτό, θα συνεχίσουν να υπάρχουν ανεξάρτητα αν πέφτουν τα φώτα της δημοσιότητας επάνω τους».

Και μία τελευταία ερώτηση, τι θα δούμε στην έκθεση;

«Στην έκθεση θα δούμε όλη τη σειρά των έργων που έχει δουλευτεί για τον λαογραφικό τρόμο. Προσπαθήσαμε να πάρουμε πράγματα από δημοτικά τραγούδια, από παραδόσεις, από παραμύθια.

Ένας πολύ γενικός διαχωρισμός των έργων που έχουμε είναι το κομμάτι του εξωτερικού και του εσωτερικού τρόμου, το εκτός και το εντός της κοινωνίας. Το ένα εντάσσεται με το πιο υπερφυσικό κομμάτι (βρυκόλακες, λάμιες, κτλ) που πάντα ζουν λίγο εκτός του πολιτισμού. Το άλλο είναι εντός των κοινωνιών, πράγματα που συμβαίνουν μέσα στα σπίτια. 

Ταυτόχρονα με την έκθεση θα υπάρξουν και πολλές ακόμα εκδηλώσεις όπου θα μιλήσουν άνθρωποι πιο εξειδικευμένοι για τον τρόμο στη λαογραφία».

***

«Φόβοι αρχέγονοι, φαντασίας επαρωγοί»: Ατομική έκθεση χαρακτικής του Φώτη Βάρθη 26.02 – 21.03.2026 στο Κέντρο Τεχνών ΜΕΤΣ

Εγκαίνια: Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου, στις 19:00 Διάρκεια έκθεσης: 26.02-21.03.2026 Ώρες λειτουργίας: Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή – 17:00-20:30 Τετάρτη, Σάββατο – 11:00-15:00 Κυριακή, Δευτέρα – κλειστά

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.