Mayhem, όπως λέμε χάος, πανδαιμόνιο. Όχι, δεν αναφερόμαστε στο black metal συγκρότημα από τη Νορβηγία. Αυτό υποσχέθηκε να προσφέρει στους θαυμαστές της η Stefani Germanotta, γνωστή σε όλους ως Lady Gaga. Και κάπως το στοίχημα πέτυχε. Η Gaga δε χρειάζεται συστάσεις. Θεωρείται μία από τις πιο εμβληματικές και επιδραστικές φιγούρες της σύγχρονης pop μουσικής. Γεννημένη και μεγαλωμένη σε ευκατάστατο οικογενειακό περιβάλλον, η Ιταλο-Νεοϋορκέζα καλλιτέχνις αναπολεί σήμερα τις αρχές της καριέρας της, 17 χρόνια πριν.
Με το “Mayhem” θα έλεγε κανείς πως επιστρέφει στη ρίζα των μεγάλων επιτυχιών της, όπως τα “Just Dance”, “Pokerface” και “Paparazzi”, ωστόσο η ματιά της είναι πιο νοσταλγική, σχεδόν μελαγχολική. Το ντεμπούτο της το μακρινό 2008 προκάλεσε ίσως τον φόβο πως, από αυτή τη θέση που διεκδίκησε στη βιομηχανία, δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Και ίσως έτσι να ήταν.
Τότε είχε εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο από μεταμφιέσεις, εναλλακτικές προσωπικότητες και σοκαριστικά viral στιγμιότυπα. Η πίεση που δεχόταν στο να συνεχίσει να προκαλεί διαρκώς εντυπώσεις ήταν τεράστια. Μετά το περίφημο φόρεμα κατασκευασμένο από κομμάτια κρέατος, όμως, μάλλον δεν υπήρχε τίποτα πιο σοκαριστικό για να έρθει.
Παρ΄όλα αυτά, ο πρώτος της δίσκος “The Fame‘‘, κατάφερε κάτι. Κατάφερε να κάνει γενιές ανθρώπων, παιδιά κι ενήλικες, να ακούνε την ίδια μουσική, που λειτουργούσε σε επίπεδα που μπορούσαν να κατανοήσουν. Αυτό είναι κάτι που δεν το πετυχαίνεις εύκολα. Κι έπειτα, λίγα χρόνια και κάποιους δίσκους παρόμοιου στιλ μετά, ο άνεμος έδειξε να φυσάει ξαφνικά προς νέες κατευθύνσεις.
Και η Gaga θέλησε ξαφνικά να αφοσιωθεί σε άλλα είδη που αγαπούσε, όπως η jazz μουσική. Γι’ αυτό και ανανεώθηκε πλάι στον θρυλικό Tony Bennett και τα τραγούδια τους, αλλά και μέσα από τους ρόλους της σε τηλεοπτικές σειρές και κινηματογραφικές ταινίες. Θεραπεύτηκε ψυχικά και σωματικά, καθώς μάλιστα υπέφερε από διάφορους τραυματισμούς και χρόνιο πόνο. Και άντεξε. Και προχώρησε.
Μπορεί να μην έφυγε ποτέ ουσιαστικά από τα καλλιτεχνικά πράγματα τα τελευταία χρόνια, ωστόσο δεν μπορείς να πεις πως όλα όσα με τα οποία καταπιάστηκε, είχαν την προσδοκώμενη επιτυχία. Τα περισσότερα πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Το jazz album “Love For Sale”, το δεύτερο και τελευταίο της συνεργασίας της με τον Bennett.
Το τραγούδι “Hold My Hand” για το soundtrack του “Top Gun: Maverick” το 2022, στη σύνθεση του οποίου βοήθησε επίσης. Και προσφάτως, η συμμετοχή της στο sequel της ταινίας “Joker”, με τον Joaquin Phoenix, που είχε το δικό της soundtrack, αλλά και, το ανεξάρτητο, εμπνευσμένο από την ταινία, concept άλμπουμ με τίτλο “Harlequin”. Η μετά-Covid εποχή της Lady Gaga ήταν μουδιασμένη όσο ποτέ και δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία των προηγούμενων ετών.

Πέντε χρόνια πριν, σε μια εποχή που πολλοί καλλιτέχνες προτιμούσαν να αναβάλουν τις κυκλοφορίες και τα υπόλοιπα μεγάλα projects τους λόγω της πανδημίας, εκείνη επέλεξε να κυκλοφορήσει και να μας «θρέψει» με το album “Chromatica”. Ένας δίσκος, ο οποίος ήταν μια στιβαρή πρόταση εκ μέρους της, με πιασάρικα τραγούδια-anthems κι εξαιρετική παραγωγή με νοσταλγικό dance pop ύφος.
Τώρα, το “Mayhem” συνιστά ένα πολύ βέβαιο καλλιτεχνικό άλμα σε σχέση με την ποιότητα του “Chromatica”, ενσωματώνοντας τις επιρροές της δεκαετίας του '80, με πιο εκλεπτυσμένο και ενδιαφέροντα τρόπο. Η ίδια, άλλωστε, δεν έκρυψε σχεδόν ποτέ τις καλλιτεχνικές της επιρροές. Ήδη από το ξεκίνημά της, οι συγκρίσεις έδιναν κι έπαιρναν.
Το ύφος της, η εκκεντρικότητά της, τροφοδότησαν συγκρίσεις με τη Madonna, τον Elton John και τον David Bowie. Τα χρόνια που ακολούθησαν την καθιέρωσαν ως μία από τις ελάχιστες σταρ του αιώνα που μπόρεσαν να σταθούν κοντά στο δικό τους βάθρο. Ή μήπως είναι η μοναδική; Ακόμα και η Katy Perry, για παράδειγμα, που ανήκει στην ίδια γενιά, εξακολουθεί να αποτυγχάνει εδώ και μια δεκαετία σχεδόν.
Είναι η Gaga που γνωρίσαμε;
Επιστροφή στις ρίζες, λοιπόν. Θα έλεγε κανείς πως αυτό το επιχειρούν πολλοί καλλιτέχνες. Μετά το πρώτο, μεγάλο μπαμ και την αναζήτηση νέων υφών και ήχων στα πρώτα χρόνια, προκειμένου να μην κουράσουν το κοινό τους, επιστρέφουν κάποια στιγμή στο πρώτο αίμα. Κατά τα άλλα, επιμένω στο ότι η επανάληψη είναι καταστροφική για όλους, εκτός από τους Coldplay. Τα τραγούδια του “Mayhem” θα μπορούσαν να τραγουδηθούν από τον Prince, τη Madonna, τους Beatles. Μια ώρα ακρόασης, που σε κάνει να αισθάνεσαι ατσάλινος.
Ο δίσκος συστήνεται με το εναρκτήριο “Disease”, ένα σκοτεινό τραγούδι με μεγάλα βρώμικα synths και θορυβώδες ρεφρέν, όπου νομίζεις πως η Gaga πατάει κυριολεκτικά πάνω σε σπασμένα γυαλιά. Σειρά έχει το “Abracadabra”, με το κολλητικό hook και τη χορογραφία που έγινε viral στο TikTok. Αυτό το κομμάτι πραγματικά είναι το κάτι άλλο. Ένας τρελός συνδυασμός παιδικής αθωότητας και παραλογισμού. Και μετά το industrial “Garden of Eden”, που ακούγεται σαν το μακρινό, εντελώς γκέι και πιο pop ξαδερφάκι του “Supermassive Black Hole” των Muse. Ευχαριστούμε Gesaffelstein. Στο “Perfect Celebrity” έχουμε έναν πιο grunge, ηλεκτρονικό και κάπως trip hop ήχο. Στοιχειωτικό, άγριο, σατιρικό, καθαρτικό.

Όλοι μας εμπεριέχουμε τόσο το σκοτάδι όσο και το φως, και μέσα από αυτό το σκοτάδι μπορούμε να γίνουμε η αντίσταση απέναντι στους δικούς μας σκιώδεις εαυτούς. Η Gaga εξερευνά αυτήν την ιδέα στο “Vanish Into You”, ένα πιο μπαλαντοειδές κομμάτι, το οποίο φαίνεται πως θα είναι και το επόμενο single του δίσκου. Όμορφο και σπαρακτικό. Το “Killah” είναι παθιάρικο, σέξι, funky as fuck και θυμίζει τη μουσική του Prince.
Ωραία swing beats και μια ελκυστική hip-hop υποψία στην παραγωγή, που σε κάνει να θέλεις να ταξιδέψεις πίσω σε μια ντίσκο των '80s και να χορέψεις. Και πάλι, ευχαριστούμε τον Γάλλο παραγωγό Gesaffelstein. Και να που στο “Zombieboy” φτάνουμε τελικά σε έναν ήχο που φέρνει στους Daft Punk. Ωραίο και σέξι ανά σημεία, οι γκέι το λατρεύουν ήδη, λίγο βαρετό σε άλλα.
Το “LoveDrug” αποτελεί ένα ταιριαστό follow-up τραγούδι, που σφύζει από παλμό και, μολονότι για πολλούς δεν ξεχωρίζει για τη δημιουργική του ελευθερία, δεν παύει να συμβάλει στη ροή ως ένα πολύ καλά εκτελεσμένο, απαραίτητο τραγούδι. Στο σημείο αυτό ανησυχείς μήπως η Taylor Swift έχει εισβάλει ξαφνικά στο χώρο, αφού το “How Bad Do U Want Me” έχει βγει είτε μέσα από κάποιον παλιό δίσκο της, είτε από τη δεκαετία του '80. Και το “Don’t Call Tonight” δίνει κάτι από Daft Punk. Ίσως και λίγο Tina Turner στο ρεφρέν. Σίγουρα μία από τις καλύτερες στιγμές της ερμηνευτικά.
Ακολουθεί ίσως το πιο δυνατό σημείο του δίσκου, το “Shadow Of A Man”. Καθόλου δόκιμος όρος, αλλά μήπως είναι «άρρωστο»; Εδώ η Gaga φοβάται πως δεν είναι αρκετή για να είναι επιτυχημένη επειδή βρίσκεται στη σκιά ενός άνδρα. Ευάλωτοι και αληθινοί στίχοι που θα μιλήσουν στην καρδιά κάθε γυναίκας, κλείσιμο του ματιού στην πατριαρχία. Η ενορχήστρωση έχει ένα χάδι από R&B αναμειγμένο με πολύ βαριά κλαμπίστικη επιρροή, που μας θυμίζει όσο ποτέ το στιλ του Michael Jackson. Οπωσδήποτε ένα κομμάτι που θα τραγουδούσε.
Σειρά έχουν τα “The Beast”, ένα βραδυφλεγές κι ερωτικό slow tempo κομμάτι, γεμάτο ωμότητα κι απελπισία, που θυμίζει το μεγαλείο του Meat Loaf και τα γυρίσματα του Phil Collins (και με το οποίο θα μπορούσες κάλλιστα να κάνεις σεξ), και το πιο ευαίσθητο κι εξομολογητικό “Blade Of Grass”, η δυναμική μπαλάντα που είχαμε ανάγκη. Η ακρόαση τελειώνει με το “Die With A Smile”, το ντουέτο με τον Bruno Mars που παίχτηκε παντού και μας συνόδεψε μέχρι την κυκλοφορία.
Εκεί που η Gaga μας έδωσε την εντύπωση ότι ο δίσκος θα είναι μαύρος κι άγριος, γεμάτος πριόνια και γοτθικά όνειρα, αυτό που στην πραγματικότητα παίρνει μορφή στον δίσκο αυτό, είναι μια γυναίκα που στα 39 της χρόνια άνοιξε τα μάτια της και επιτέλους χαίρεται τη ζεστασιά του ήλιου στο δέρμα της. Απενοχοποιημένη, ασφαλής και ειλικρινής. Αν στο “Chromatica” χόρευε μέσα στο σκοτάδι της, στην προσπάθεια να γιατρέψει τα τραύματά της, στο “Mayhem” χορεύει μαζί με τα σκοτάδια της, αφού τα έχει πιάσει σφιχτά απ’ το χέρι. Μπορείς να ακούσεις το αίσθημα αποδοχής, τα χρώματα στη φωνή.
Ακούς τον μεγάλο, σκοτεινό ήχο στη φωνή, μέσα στις άκρως εύληπτες και καλοχώνευτες μελωδίες και ενορχηστρώσεις, αλλά μετά εντοπίζεις και τον άγριο, bratty τόνο της Νέας Υόρκης του “The Fame”. Το συμπέρασμα είναι πως η Mother Monster δεν επαναπροσδιορίζει απαραίτητα το μουσικό της στιλ με το “Mayhem”, ωστόσο χρησιμοποιεί επιτυχημένα τις συνταγές της νιότης της, προκειμένου να ορίσει το καλλιτεχνικό παρόν της, στεκόμενη στο επίπεδο που την έχει καθιερώσει. Γι’ αυτό και μόνο, «αξίζει».

Προς μία αναβίωση της εποχής της «pop της ύφεσης»;
Μήπως, όμως, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος, για τον οποίο ο συγκεκριμένος δίσκος ανήκει στη λεγόμενη «pop της ύφεσης» (recession pop); Ο όρος, που μπορεί να αποδοθεί και ως «pop της κρίσης», χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα μεγάλα pop hits που κυκλοφόρησαν κυρίως μεταξύ 2007 και 2012, στα χρόνια, δηλαδή, της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 2008 και όσων έφερε ως συνέπειες.
Μιλάμε επί της ουσίας για “feel-good” μουσική, που χαρακτηρίζεται από μεγάλες παραγωγές, τσιχλοειδείς μελωδίες και στίχους, και μιλάει για τη διασκέδαση, τη νεότητα και για το να ζεις τη στιγμή. Εκείνα τα χρόνια, σε μια περίοδο κοινωνικοοικονομικής κρίσης και αβεβαιότητας, όπου άνθρωποι έχαναν τις δουλειές και τα σπίτια τους, τα τραγούδια αυτά στάθηκαν ως έμπνευση και καταφύγιο για τους ακροατές τους, προσφέροντας μια (ψευδ)αίσθηση αισιοδοξίας.
Δεν είναι ένα αναγνωρισμένο είδος (genre) μουσικής, παρά μάλλον ένα subgenre και μια τάση που μας ώθησε στο να βγούμε έξω, να γίνουμε ρημαδιό και να ξεχάσουμε τα ντέρτια μας. Τραγούδια του μπλα-μπλα και της ανεμοζάλης. Γιατί το μόνο που έχουμε είναι το τώρα. Επιτυχίες που σφράγισαν αυτήν την εποχή έχουν ερμηνεύσει καλλιτέχνες όπως η Kesha, η Katy Perry, η Rihanna, οι Black Eyed Peas, η Nelly Furtado, ο Pitbull, o David Guetta κ.ά., ενώ καλλιτέχνες που έχουν συσχετιστεί με την αναβίωση της recession pop στο σήμερα είναι κυρίως η Chappell Roan, η Tate McRae, η Sabrina Carpenter και η Charli XCX.
Από την πανδημία του Covid-19 κι ύστερα, η οικονομία παραμένει ολοφάνερα ένα πεδίο ανησυχίας. Το κόστος ζωής αυξάνεται παγκοσμίως, οι αγορές εργασίας και ακινήτων μοιάζουν πλέον απροσπέλαστες, ενώ οι πολιτικές των παγκόσμιων ηγετών, βλέπε Trump, Netanyahu, Putin, σπέρνουν τον τρόμο. Άραγε να ευχαριστούμε τον Trump για τον ανηλεή εμπορικό πόλεμο που έχει εξαπολύσει; Γιατί, όπως φαίνεται, χαιρετίζουμε μια νέα εποχή για την pop της κρίσης, αφού όλοι θέλουμε να είμαστε κάπου αλλού και να αποδράσουμε από τα προβλήματά μας μετά μουσικής.
Η τάση για αναβίωση αυτής της τάσης σήμερα, δεν αφορά μόνο τα ελαφρά τραγούδια, αλλά φαίνεται πως το κοινό ζητά περισσότερο βάθος και στοχασμό από τους καλλιτέχνες. Ωστόσο, κάποιοι πιστεύουν πως έχουμε δρόμο ακόμα. Γιατί ναι, οι ΗΠΑ (οι οποίες παράγουν αυτήν τη μουσική στην πλειονότητά της) βρίσκονται σίγουρα στο δρόμο προς μια ακόμη κρίση, αλλά προκειμένου να χαρακτηριστεί μια οικονομική περίοδος ως τέτοια, αυτή η στροφή πρέπει να είναι πιο επιδραστική και να διαρκέσει τουλάχιστον μερικούς μήνες. Κι ενώ η μουσική βιομηχανία μπορεί κάπως να αντικατοπτρίζει τα πρότυπα του 2008, η οικονομική κατάσταση δεν έχει φτάσει σε αυτό το επίπεδο - ακόμα τουλάχιστον.
Όμως καλλιτέχνες όπως η Lady Gaga, ιδίως μετά την κυκλοφορία του έβδομου δίσκου της, επιβεβαιώνουν πως, αν είναι να ζήσουμε την ανάσταση της «pop της κρίσης», η ίδια σίγουρα θα κρατά τα σκήπτρα. Κι όπως λέει ο ποιητής, αν είναι να καούμε, ας καούμε μεγαλοπρεπώς. Γιατί η τέχνη ανθίζει πάντα σε εποχές κρίσεις. Και ίσως ακούσουμε ακόμα καλύτερα πράγματα στο μέλλον.
Οι pop καλλιτέχνες σήμερα αποδέχονται αναπολογητικά τον εαυτό τους και μας ικετεύουν να κάνουμε το ίδιο. Ακόμα κι αν έχουμε ξεμείνει με ένα εικοσάρικο. Η ίδια η Gaga, άλλωστε, δήλωσε σε συνέντευξή της, πως στόχος της κατά τη δημιουργία του δίσκου, ήταν να προσφέρει το χαμόγελο και να χαρίσει μια καλή στιγμή στον ακροατή, όχι απαραίτητα να επικεντρωθεί στον εαυτό της σε άλλη μια βαρετή αυτοαναζήτηση. Κι αν είναι να καταστραφεί ο κόσμος, μας αξίζει τουλάχιστον ένα ωραίο soundtrack που θα μας εξακοντίζει πίσω στην ανεμελιά και στο “get-your-life-together” vibe. Ας χορέψουμε, επομένως, μες στο χάος.
Φωτογραφίες: Mayhem photoshoot by © Frank Lebon.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.