Μενού

Κομμουνισμός, αναρχία, μηδενισμός: Η επική ιστορία των CAN

can
Liquid Media - Βαγγέλης Γιαννούλας.
  • Α-
  • Α+

1968, Κολονία. Στο παγωμένο σκοτάδι της μεταπολεμικής Γερμανίας, ο φοιτητόκοσμος «βράζει» και βγαίνει στους δρόμους φωνάζοντας ενάντια στο status quo, με τα «σταγονίδια» του ναζισμού να φυτοζωούν ακόμα στην πολιτική, την κοινωνία, ακόμα και μέσα στην ακαδημαϊκή κοινότητα.

Ήταν εκείνη  η εποχή, το πρώτο μισό της δεκαετίας του `60, όταν οι Δυτικογερμανοί φοιτητές ήταν υποχρεωμένοι να φοράνε πουκάμισο και γραβάτα και να αποκαλούν "Your Magnifiscence" (κάτι σαν «η υπερόχότητα σας») τους καθηγητές τους. Το 1968 όμως, ο κόσμος άλλαζε, με αφετηρία τους φοιτητές στο Παρίσι, κι έπειτα σε όλη (σχεδόν) την Ευρώπη.

Στη Γερμανία, οι νέες δημιουργικές δυνάμεις απέρριπταν μετά βδελυγμίας τον εύπεπτο πολτό της "schlager music" (κάτι σαν «έντεχνη» ποπ) και ανακάλυπταν την pop art του Andy Warhol, το στυλιζαρισμένο, proto-punk έρεβος των Velvet Underground, τον μαγικό μινιμαλισμό του Stockhausen, τη free jazz και τόσα άλλα παράξενα πράγματα που έδειχναν σαν δίοδοι προς κάτι νέο, ίσως και πρωτοποριακό.

Ανάμεσα σε αυτούς τους νέους δημιουργούς, βρισκόταν o Michael Karoli, ένας νεαρός μουσικός που είχε φύγει από το σπίτι του (προηγουμένως ο πατέρας του είχε παρευρεθεί σε δίκες αξιωματούχων του Γ'Ραίχ ως συνήγορος υπεράσπισης!), αναζητώντας μια διαφυγή στη μουσική. Ο Γερμανοπολωνός Holger Czukay μοιραζόταν την ίδια ανάγκη.

Ο Holger είχε φτάσει στο Βερολίνο στα 30 του, έχοντας επιζήσει από βέβαιο θάνατο. Στις 13 Ιανουαρίου 1945, όταν ήταν μόλις επτά ετών, έφευγε μαζί με την οικογένεια του από την Πολωνία. Αρχικά, η μητέρα του είχε κλείσει εισιτήρια με το πλοίο Wilhelm Gustloff. Τελικά, η οικογένεια του Holger άλλαξε γνώμη και μαζί με άλλους μετανάστες έφυγαν με τρένο, το οποίο μετέφερε Γερμανούς στρατιώτες πίσω στο Βερολίνο. Το πλοίο βομβαρδίστηκε από τους Σοβιετικούς.

Ο Holger ασφαλής, σε γερμανικό έδαφος, καταπιάστηκε με κάτι που έδειχνε ως η μοναδική δύναμη απελευθέρωσης και διαφυγής από τον όλεθρο ενός πολέμου. Ήταν η μουσική, στην πιο ελευθεριακή κατάσταση που μπορούσε κανείς να φανταστεί.. Μετά από ένα σωρό περιπλανήσεις σε jazz στέκια, το 1962 γνώρισε τον Karlheinz Stockhausen, έναν δημιουργό που οραματίστηκε τη μουσική ως ένα κολάζ ήχων, χωρίς κανόνες και συμβάσεις. Ματσάρισμα από τα ουράνια, θα έλεγε κανείς.

Μετά από μια τριετή μαθητεία (1963-66) δίπλα στον Γερμανό συνθέτη, ο νεαρός μουσικός βρέθηκε στην Ελβετία, ως καθηγητής μουσικής στο Ινστιτούτο Ρόσενμπεργκ. Εκεί γνώρισε τον νεαρό κιθαρίστα Michael Karoli, ο οποίος επιχείρησε να τον πείσει πως οι νέες ροκ μπάντες της εποχής, όπως οι Beatles και οι Rolling Stones και ο Frank Zappa είχαν το ίδιο, αν όχι περισσότερο ενδιαφέρον, με το να ηχογραφείς το κελαϊδισμα των καναρινιών στη φύση και έπειτα να παίζεις την κασέτα ανάποδα. Ναι, οι ηλεκτρικές κιθάρες είχαν μέλλον. Συμφωνούσε κι ένας νεαρός ονόματι Bob Dylan σ' αυτό.

Ο Holger απολύθηκε από το Ελβετικό Ινστιτούτο ως «προβοκάτορας» και συνέχισε να κάνει παρέα με τον Karoli και ενίοτε να τζαμάρουν μαζί με άλλους μουσικούς, ελπίζοντας να βγει «κάτι» ενδιαφέρον. Μέχρι που έλαβε ένα γράμμα.

«Πρέπει να φτιάξουμε μια μπάντα»

Ο Irmin Schmidt ποτέ δεν γούσταρε να υπακούει σε κανόνες. Όταν διαπίστωσε πως ο δάσκαλος στο οικοτροφείο του είχε υπάρξει "Schulungsleiter" (κατηχητής της ιδεολογίας του ναζισμού), τον «κάρφωσε» μέσα από τη σχολική εφημερίδα. Δεν έμεινε για πολύ στο εν λόγω σχολείο.

Στο χρόνια  που ακολούθησαν, ο Irmin λάτρεψε τα χαοτικά ηχοτοπία του (δάσκαλου του) συνθέτη György Ligeti και κατέγραψε πολλές «εργατοώρες» με συμφωνικές ορχήστρες, παράλληλα με τις μαθητείες του, δίπλα σε πιονιέρους όπως ο Stockhausen. Όταν το 1966, βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, για να συμμετάσχει στον διαγωνισμό μουσικής δημιουργίας "Δημήτρης Μητρόπουλος", δεν παρέλειψε να τσεκάρει τι συνέβαινε με την pop art, με τον Andy Warhol, με τους Velvet Underground και όλες εκείνες τις απόκοσμες φιγούρες που αφουγκράζονταν το «νέο» στις τέχνες. Μέσα από αυτή την «πλημμύρα» από επιρροές, ο Irmin πήρε μια απόφαση. Θα έφτιαχνε μια μπάντα.

«Να φτιάξουμε μια μπάντα!» έλεγε το γράμμα που έστελνε στον Holger Czukay, συμμαθητή του στα μαθήματα με τον Stockhausen, ενώ δεν παρέλειψε να ειδοποιήσει κι έναν καινούριο φίλο, που είχε μόλις γνωρίσει σε jazz club της Κολωνίας. Ήταν ο ντράμερ Jaki Liebezeit, ο οποίος ένιωθε κουρασμένος από τη συμμετοχή του σε jazz σχήματα με «πολλούς κανόνες» και αναζητούσε κάτι διαφορετικό. O πυρήνας των Inner Space είχε δημιουργηθεί. Έλειπε ένας τραγουδιστής, ή κάποιος που θα έκανε φωνητικά τελοσπάντων. Όχι για πολύ.

Και το όνομα εκείνων, CAN

Ο Μalcolm Mooney αγαπούσε τη γλυπτική, την ποίηση και τα ταξίδια. Είχε φύγει από τις ΗΠΑ στα κλεφτά, αρνούμενος να καταταχθεί στον στρατό και να πολεμήσει στο Βιετνάμ. Ταξίδεψε στο Μαρόκο, έφτασε στη Γαλλία, πέρασε από τη Γερμανία, όπου γνώρισε τη Hildergaard Scmidt, σύντροφο του Irmin. Η Hilde του πρότεινε να μείνει στην Κολωνία και να γνωρίσει κι άλλους καλλιτέχνες. «Μπορείς να τραγουδήσεις;» ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που τον ρώτησε ο Irmin όταν γνωρίστηκαν. Ο 24χρονος Αμερικάνος ένιωθε πως είχε βρει καταφύγιο. «Ναι, φυσικά!».

Από τον Malcom όμως ξεκίνησε και μια φιλόδοξη ιδέα. Οι Inner Space έπρεπε να αλλάξουν όνομα. To "CAN", με κεφαλαία γράμματα, έμοιαζε ιδανικό, ήταν ένα όνομα που σήμαινε πως «όλα μπορούν να συμβούν» (σύμφωνα με τον Malcolm Mooney), ήταν το modus vivendi ετούτης της μπάντας. Σε ένα από τα πρώτα δημοσιεύματα περιοδικών (θρυλείται πως ήταν το Melody Maker) για την μπάντα, ένας δημοσιογράφος «αποκάλυπτε» πως το όνομα της στην πραγματικότητα ήταν ένα ακρώνυμο των λέξεων Communism, Anarchism, Nihlism (Κομμουνισμός, Αναρχία, Μηδενισμός). H μπάντα ποτέ δεν επιβεβαίωσε αυτή την ερμηνεία. Δεν την αρνήθηκε πάντως.

Σύντομα, το πρώτο album της μπάντας, "Prepare to meet thy Pnoom" ήταν έτοιμο, πριν ακόμα η μπάντα βρει δισκογραφική στέγη. Ήταν το αποτέλεσμα μιας ατελείωτης αυτοσχεδιαστικής saga, μια μουσική περφόρμανς που δεν θύμιζε σε τίποτα ποπ. Ήταν «κοσμική» μουσική, όπως το αποκαλούσαν, ένας ήχος βασισμένος στην επανάληψη ενός μοτίβου, στο «πώς μπορώ να παίξω ένα οποιοδήποτε ηλεκτρικό όργανο στα όρια του».

Ήταν ένα από τα πρώτα album του kraut rock, όπως το αποκάλεσαν σχεδόν απαξιωτικά Βρετανοί δημοσιογράφοι (kraut = γερμανικά φαγητά με ξινό λάχανο).  Προσπάθησαν να το πουλήσουν εκεί έξω, χωρίς αποτέλεσμα.  Καμία δισκογραφική εταιρεία δεν ήθελε να μπλέξει με κάτι τόσο χαοτικό.

Τι θα πει «τραγούδι»;

Επόμενη στάση: Schloss Nörvenich, μεσαιωνικό κάστρο έξω από την Κολονία. Εκεί στρατοπέδευσαν οι τέσσερις μουσικοί, εκεί δημιούργησαν ατέλειωτες ώρες υλικού. Το μοτίβο πήγαινε κάπως έτσι: Ο Jaki έδινε το πρόσταγμα «πρέπει να παίξουμε μονότονα», υπονοώντας πως η διαρκή επανάληψη μιας μουσικής ιδέας μπορεί να δημιουργήσει ηχητικά σύμπαντα που κανείς δεν έχει φανταστεί. Οι υπόλοιποι καλούνταν να αυτοσχεδιάσουν ενστικτωδώς πάνω στο beat του Jaki, ακόμα και ο Mooney, έπρεπε να δημιουργήσει λέξεις, ανάσες, παύσεις επιτόπου.

To κάνεις σωστά

Το γράμμα τού είχε πέσει από τα χέρια. O Malcolm Mooney μάθαινε πως η κοπέλα του τον αγαπάει, τον λατρεύει, αλλά δεν μπορεί να συνεχίσει να τον περιμένει να επιστρέψει στις ΗΠΑ. Πικραμένος από τον χωρισμό, πήρε το γράμμα της και άρχισε να το απαγγέλει. Ο Jaki ξεκίνησε να τον συνοδεύει στα ντραμς, ακολούθησαν οι υπόλοιποι. Προέκυψε ένα 12ώρο, αυτοσχεδιαστικό jam, από το οποίο γεννήθηκε το κομμάτι "Yoo Doo Right", ένα 20λεπτο έπος.

To "Father Cannot Yell" δημιουργήθηκε με έναν παρόμοιο τρόπο, το album "Monster Movie" ηχογραφήθηκε το 1969 και έγινε η πρώτη εμπορική κυκλοφορία της μπάντας. Έπειτα ξεκίνησαν και τα live, άλλο βάσανο κι αυτό.

Μια μπάντα που βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό, δεν θα μπορούσε να κάνει πίσω από αυτή την αποστολή, ως προς τις συναυλίες της. Στα live των CAN o θόρυβος και η μουσική συγκρούονταν μετωπικά. Σε μια συναυλία στο Μόναχο, όταν το συγκρότημα κυριολεκτικά διέλυσε το ηχοσύστημα του χώρου, στο κοινό παρευρισκόταν και ο ηθοποιός David Niven.

Όταν ρωτήθηκε αργότερα πως του φάνηκε η συναυλία, απάντησε «ήταν σπουδαία, αλλά δεν κατάλαβα ότι αυτό που έπαιζαν ήταν μουσική». Άθελα του, έδωσε τον κατάλληλο ορισμό για την μουσική των CAN. Εκείνη την εποχή, ο Mooney ήταν πια στα όρια ενός νευρικού κλονισμού. Θρυλείται πως σε μια συναυλία της μπάντας φώναζε "upstairs, downstairs" ασταμάτητα, ακόμα και όταν το συγκρότημα δεν έπαιζε κάτι. Η αποχώρηση του από τους CAN ήταν αναπόφευκτη. H ερμηνεία του στο κομμάτι "She Brings the Rain", μια σπάνιας ομορφιάς μπαλάντα, μοιάζει με το ιδανικό «αντίο».

Μητέρα Ουρανέ

Ο Damo Suzuki τραγοδούσε στον δρόμο, έξω από ένα καφέ του Μονάχου, σαν να εξαρτάται όλη του η ύπαρξη από αυτό. Δεν ήταν μια βαρετή φιγούρα ο νεαρός μουσικός. Στην πραγματικότητα, ο Ιάπωνας ερμηνευτής κάθε φορά που ερμήνευε κάτι, έμοιαζε σαν να κυνηγάει εκείνο το εξωγήινο αεροσκάφος που είχε δει στον ουρανό όταν ήταν μικρός. Τον άκουσαν τυχαία να τραγουδάει στο δρόμο τα μέλη των CAN και έμοιαζε ιδανικός.

Ήταν ένας σπουδαίος τραγουδιστής, που δεν ήξερε να τραγουδάει, με τη mainstream εκδοχή του όρου. Μέσα από τις πρώτες τους δοκιμές στο studio, μέσα από το μονότονο, «μηχανικό» beat που επινόησε ο Jaki, δημιουργήθηκε το "Mother Sky". Είμαστε πλέον στην δεκαετία του 1970 και αυτό το «μηχανικό» beat γίνεται η σπίθα που βάζει φωτιά σε ένα ολόκληρο πλανήτη από μουσικούς.

Οι Neu!, δηλαδή ο Klaus Dinger και ο Michael Rother στην ίδια λογική έγραψαν το "Hallogallo", μια μελωδία που μοιάζει αιώνια, σαν ένα ταξίδι στους δρόμους της μεταπολεμικής Ευρώπης που δεν τελειώνει ποτέ. Οι Kraftwerk, οι Cluster, οι Faust, οι Harmonia (μπάντα που προέκυψε μέσα από τον πυρήνα των Neu!) έβαζαν κι άλλες πινελιές σε αυτά τα απέραντα μουσικά τοπία, με ήχους από φλάουτα, με θορύβους από πρωτόγονα συνθεσάιζερ και εκκωφαντικούς ήχους από μαγνητοταινίες, με ντραμς παιγμένα σε ανήλιαγα υπόγεια και ό,τι άλλο απόκοσμο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Η απόλυτη μουσική ελευθερία.

Η κοσμική μουσική, το krautrock βρισκόταν σε πλήρη άνθηση. Οι Popol Vuh, οι Ash Ra Tempel, οι Amon Düül II, οι Guru Guru, οι Agitation Free, ήταν μερικές από τις μπάντες που σύνθεσαν τον πυρήνα αυτού του νέου μουσικού είδους, κολλεκτίβες καλλιτεχνών με ακραίο θράσος και προβοκατόρικη διάθεση, για να περιγράψουν τα όρια ενός μουσικού ιδιώματος που ξεκινούσε από το rock κι έφτανε ως τον πλανήτη Άρη

"Tango Whiskeyman", "Deadlock", "Don't Turn the Light On, Leave me Alone": Αυτή η τριάδα συνθέσεων έγινε ο πυρήνας του album "Soundtracks", μια σειρά από σκόρπιες ηχογραφήσεις, κάποιες εξ' αυτών για ταινίες. Το 1970, η μπάντα δημιουργεί θόρυβο γύρω από το όνομα της. Η εφημερίδα NME τούς δίνει τον τίτλο της «2ης καλύτερης γερμανικής μπάντας» μετά από τους Amon Düül II. ΔΕΥΤΕΡΗΣ. Το λες κι επιτυχία. Το συγκρότημα ήταν έτοιμο για να δημιουργήσει κάτι επικό. Όχι, δεν αστειευόμαστε.

Hip hop, 20 χρόνια πριν;

Το συγκρότημα επέστρεψε στο κάστρο του, έτοιμο για νέες νίκες ή για νέες συντριβές. Η πρώτη μέρα ξεκίνησε με τον Irmin να πειραματίζεται με γεννήτριες ηλεκτρικών σημάτων, με τον Holger να αλλάζει τις θέσεις των μικροφώνων, επιδιώκοντας να δημιουργήσει φυσικές αντηχήσεις, αλλά και να κόβει-ράβει σημεία από τις μαγνητοταινίες των ηχογραφήσεων, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μια συνοχή.

Κάτι που να παραπέμπει σε «κανονική» σειρά τραγουδιών, με τον Karoli να καταπιάνεται με soul και funk επιρροές και τον Damo να «χώνει» στο μικρόφωνο ατάκες με ή χωρίς νόημα. Και εγένετο "Tago Mago", ένα από τα καλύτερα album της γερμανικής μουσικής, ένα από τα καλύτερα ηχογραφήματα στην ιστορία της δυτικής μουσικής, με τον τίτλο να αναφέρεται στο ομώνυμο νησί της Ιμπίθα στην Ισπανία.

Ακούμε σήμερα το "Mushroom", μια από τις συνθέσεις του δίσκου και αναρωτιόμαστε πώς αυτό το "I was born and I was dead" στοιχειωμένο μουρμουρητό βγήκε από το 1971. Ηχογραφούν εκρήξεις, παίζουν φωνητικά ανάποδα με τον Jaki να οργιάζει στα ντραμς, με τον Irmin να διαλύει τα δάκτυλα του πάνω στα πλήκτρα. Δημιουργούν μουσικούς λαβύρινθους χωρίς έξοδο.

Είναι ικανοί για τα πάντα, ακόμα και για μια δισκογραφική επιτυχία. Το single "Spoon" πουλάει 300.000 αντίτυπα και γίνεται το μουσικό θέμα της τηλεοπτικής σειράς "Das Messer". Στο "Aumgn", ένας αυτοσχεδιασμός με κιθάρα και μαντολίνο μεταμορφώνεται σε μια εφιαλτική ψαλμωδία από τον Irmin (ερμηνεύει υπό την επήρεια παραισθησιογόνων), ο οποίος έχει μόλις διαλύσει μια καρέκλα (!) με τα drum sticks. Και αυτό είναι κάτι που σκάρωσαν για πλάκα στο studio.

Με το "Halleluhwah" ("Χαλελούγουαααα", είπαμε, παράνοια ακόμα και στους τίτλους), μια σύνθεση 18 λεπτών εμπνευσμένη από το "Funky Drummer" του James Brown, οι CAN δημιουργούν ένα κράμα ροκ και avant funk, που μοιάζει με προάγγελο ενός μουσικού ιδιώματος που θα μας απασχολήσει 20 χρόνια μετά. Hip Hop. 

Θρυλείται πως εκείνη την εποχή, στις συναυλίες των CAN, ο Jaki έβαζε στοίχημα με τους υπόλοιπους μουσικούς,πως μπορούσε να κοιτάξει στα μάτια ένα θαμώνα και με το οργιαστικό του παίξιμο, να τον κάνει να ξεράσει. Όχι, δεν είναι πλάκα αυτό, μπορούσε να το κάνει. 

Μπάμιες Αιγαίου

Ακολουθεί το "Ege Bamyasi", που σημάινει «Μπάμιες Αιγαίου». Ένας δίσκος που κυκλοφορεί το 1972 και περιέχει το "Vitamin C", την πιο pop σύνθεση τους, σε μια αλληλουχία κομματιών που δεν μπορείς να πετάξεις τίποτα. Beats, ακατέργαστοι θόρυβοι, μελωδίες από κιθάρες, σόλο ντραμς χωρίς φρένο, στίχοι χωρίς κανένα νόημα.

Η συνταγή της επιτυχίας των CAN είναι να μη βασίζονται σε καμία συνταγή. «Μην κάνεις πολλά, θα χαλάσεις το κομμάτι, κάνε λιγότερα» είναι η μόνη οδηγία του Jaki στους υπόλοιπους μουσικούς. Σχεδόν 40 χρόνια μετά, το "Vitamin C" παίζει στην ταινία "Inherent Vice" ), το συμπεριλαμβάνει στο σάουντρακ ο Johnny Greenwood, κιθαρίστας των Radiohead, ένα από τα δεκάδες σύγχρονα γκρουπ που έχουν εμπνευστεί από την μπάντα. 

Mε το "Future Days" μάς χάρισαν μια ακόμα pop σύνθεση, το "Moonshake", σε έναν ωκεανό από ηχογραφήσεις που διαρκούν αιώνια, σαν υπέροχα ambient όνειρα, όπως το "Bel Air".  «Μετά τον δίσκο αυτό κανένας άλλος δεν έφτασε σε τέτοια όρια. Ήταν σαν μια νεά διάσταση της μουσικής. Με αυτό το album ένιωσα ελεύθερος, δεν ήταν ανάγκη πια για μένα να κάνω μουσική. Ήταν πραγματική μαγεία» δήλωνε σε βρετανικό περιοδικό αργότερα ο Damo.

To 1974, τη χρονιά που κυκλοφόρησε ο δίσκος "Soon Over Babaluma", συνέβη κάτι σοκαριστικό. Μέσα από τη συνεχιζόμενη διατριβή της μπάντας με τα υπνωτιστικά, ονειρικά μοτίβα, δεν εντοπίζουμε πια τη φωνή του Damo, αλλά τους Irmin και Michael Karolil (στο κομμάτι "Dizzy Dizzy"). Σε ορισμένες συνθέσεις πλέον, παίζουν χωρίς ερμηνευτή. Τι έχει συμβεί;

(διάλειμμα για να απολαύσουμε Holger να ηχογραφεί ατμόσφαιρες δρόμου, με τα παρακάτω γκάτζετ)

Σε μια εποχή που ο Brian Eno ετοιμαζόταν για το πρώτο του δημιουργικό ταξίδι στη Γερμανιά, για να συνεργαστεί με Γερμανούς μουσικούς, έχοντας μαγευτεί από τις εξωπραγματικές δημιουργίες τους και ενώ οι Kraftwerk εγκατέλειπαν τη δομη του «ροκ κουαρτέτου» οραματιζόμενοι την εικόνα ενός μουσικού-ρομπότ, που αναπαράγει βιομηχανικούς ήχους μέσα περιπετειώδες ηλεκτρονικές ραψωδίες, ο Damo Suzuki αποχωρούσε από τους CAN. Στη συνέχεια, παντρεύτηκε τη Γερμανίδα σύντροφο του και μπήκε στην αίρεση των Μαρτύρων του Ιέχωβα. Είπαμε, τίποτα δεν είναι βαρετό μέσα στην ιστορία των CAN.

Θέλω περισσότερα

Μέσα στην πενταετία 1974-79, το συγκρότημα προσπαθεί να επεκτείνει κι άλλο τον ηχητικό του καμβά, ακόμα και dub/reggae επιρροές. Η σύνθεση της μπάντας θα αλλάξει ξανά, με τον Holger αρχικά να σταματάει να παίζει μπάσο στις ηχογραφήσεις και στη συνέχεια να αποχωρεί και να αντικαθίσταται από τον Τζαμαϊκανό μπασίστα Rosko Gee.

Όταν κυκλοφόρησαν το "I Want More" (1976) κατάφεραν, ίσως και άθελα τους, να καταθέσουν το δικό τους disco (!) track στην ντισκό-μανία της εποχής. Mε τα album "Out of Reach" και "Inner Space", το συγκρότημα φτάνει πλέον στο δημιουργικό του ναδίρ, ακούγεται πια σαν ένα φάντασμα μιας εποχής που έχει απέλθει. 

Ο Jaki, o Michael, o Irmin και ο Holger δεν σταμάτησαν να δημιουργούν μουσικές, είτε ως solo καλλιτέχνες είτε με συνοδοιπόρους που ήθελαν να πιέσουν τα όρια της ποπ μουσικής στο έπακρο. Ο Michael Karoli πέθανε το 2001 από καρκίνο, δεν πρόλαβε να βιώσει την αναγέννηση της μουσικής που δημιούργησε 30 χρόνια πριν, ως σημείο αναφοράς για αμέτρητους καλλιτέχνες του 21ου αιώνα. 

Σήμερα βρίσκουμε συχνά-πυκνά την φυσιογνωμία του 88χρονου Ίρμιν, να αποκαλύπτει σύντομες μαρτυρίες από το πολύχρωμο παρελθόν του με τους CAN, μέσα από την ομώνυμη σελίδα στο Instagram, η οποία συχνά - πυκνά αναγγέλει live κυκλοφορίες της μπάντας από τη δεκαετία του `70.

Επίλογος

David Bowie, Sex Pistols, Talking Heads, Joy Division, Radiohead, Bjork, Primal Scream: Μερικοί από τους δεκάδες καλλιτέχνες που εμπνεύστηκαν από τους CAN, χώρια τα samples κομματιών τους, που έχουν χρησιμοποιηθεί σε αμέτρητες σύγχρονες ποπ συνθέσεις. Οι CAN γεννήθηκαν πριν από 55 χρόνια και κατάφεραν να ακούγονται σαν να σχηματίστηκαν χθες. Πόσα συγκροτήματα έχουν πετύχει κάτι αντίστοιχο;

Η διαδρομή της συνύπαρξης τους, σαν μια τεθλασμένη κυμματογραμμή, θυμίζει την ίδια την πορεία της μεταπολεμικής Γερμανίας να σταθεί στα πόδια της και να αφήσει πίσω τα δηλητηριώδη φαντάσματα του ναζισμού, προχωρόντας προς το όραμα (ή και την αυταπάτη;) μιας ενιαίας Ευρώπης. Οι CAN σχηματίστηκαν στα χαλάσματα του Β'Παγκοσμίου Πολέμου κι έπαιξαν το μουσικό ιδιώμα μιας χώρας που ήθελε να σκοτώσει τους γονείς της για να γεννηθεί ξανά. 

I say madness is too pure like mother sky...

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.