Μενού

Κώστας Μακεδόνας: «Ό,τι τραγούδησα από τα 20 μου, το έζησα μετά»

Ο Κώστας Μακεδόνας στο Personas του Reader.
Ο Κώστας Μακεδόνας στο Personas του Reader. | Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
  • Α-
  • Α+

Μεγαλώσαμε σε σπίτια, όπου συγκεκριμένοι καλλιτέχνες έπαιζαν στα τραπέζια, μάς ένωναν στα γλέντια, μάς έκαναν να τραγουδάμε παρέα. Γι' αυτό και ασυνείδητα, δημιουργείται μια σύνδεση μαζί τους, γιατί κάπως από πάντα, η φωνή τους υπάρχει στις αναμνήσεις μας. 

Ο Κώστας Μακεδόνας είναι ένας από αυτούς. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις, που όχι απλώς δεν μπορείς να φανταστείς πώς θα υπήρχαν κάποια τραγούδια χωρίς τη φωνή του, αλλά, δεν μπορείς καν να διανοηθείς, πώς θα υπήρχαν ολόκληρες σκηνές της ζωής σου, χωρίς κομμάτια του να παίζουν στο παρασκήνιο. 

Ήδη από τα 20 του, ο Κώστας Μακεδόνας μετρούσε συνεργασίες, τις οποίες, όπως λέει, ούτε καν φανταζόταν πώς θα είχε. Ξεκίνησε παίζοντας μουσική με τους φίλους του στο στέκι του Πανεπιστημίου, όταν τον έμαθαν στη Θεσσαλονίκη και άρχισαν να του προτείνουν να παίξει σε μαγαζιά. Η γνωριμία με τον Σταμάτη Κραουνάκη ένα βράδυ που τραγουδούσε, ήταν η στιγμή που η ζωή του άλλαξε 180 μοίρες. 

Σήμερα, στα σχεδόν σαράντα χρόνια παρουσίας στην εγχώρια μουσική σκηνή, η προσωπική του μυθολογία αποτελείται από ανθρώπους (Μικρούτσικος, Μίκης Θεοδωράκης, Πλέσσας, Νικολόπουλος, Ρασούλης, Μοσχολιού, Μαρινέλλα κ.α.) και τραγούδια που έχουν γράψει ιστορία. 

Στην τελευταία του δισκογραφική δουλειά, την «ΤΡΑΜΠΑΛΑ», συνεργάζεται ξανά με τον σπουδαίο στιχουργό Λευτέρη Παπαδόπουλο, σ' ένα άλμπουμ του οποίου τη μουσική υπογράφει ο Γιάννης Χριστοδουλόπουλος. Ο νέος του δίσκος, δεν είναι απλώς η αφορμή γι' αυτήν εδώ τη συνέντευξη, αλλά και μια ακόμη υπενθύμιση, πως η φωνή του αγαπημένου τραγουδιστή Κώστα Μακεδόνα, θα συνοδεύει, από τις πιο μικρές, μέχρι τις πιο μεγάλες στιγμές μας. 

Συναντηθήκαμε στο δισκοπωλείο World Records στην Κατεχάκη, όπου μιλήσαμε για τη μακρόχρονη πορεία του, για τις επιλογές του, για την καριέρα του ως πιλότος και φυσικά για τη μουσική.

Ψάχνατε πριν κάτι ροκ βινύλια έβλεπα... είναι η μουσική που ακούγατε ως έφηβος στο δωμάτιό σας;

«Άκουγα πολλή ροκ μουσική και heavy metal. Ήταν λίγο περίεργο βασικά, γιατί άκουγα απ' τη μία ρεμπέτικα και λαϊκά και απ' την άλλη ACDC, Motorhead, Dire Straits, IronMaiden...» 

Και εμφανισιακά, είχατε ενσωματώσει στοιχεία των ακουσμάτων σας; Είχατε ας πούμε ποτέ μακριά μαλλιά;

«Όχι, εντάξει (σ.σ. γέλια). Είχα λίγο πιο μακριά μαλλιά ως έφηβος αλλά όχι κάτι extreme. Στη Θεσσαλονίκη των 80s, αν πήγαινες έτσι στο σχολείο, θα σε έδιωχναν για πάντα». 

Κώστας Μακεδόνας
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

Παίζατε τότε μουσική ως έφηβος ή ήρθε πιο μετά;

«Έπαιζα κιθάρα από 10 χρονών, συμμετείχα και στις παραστάσεις στο σχολείο πάντα. Ήμουν δηλαδή ο έφηβος που ασχολούνταν με τη μουσική ενεργά. Αλλά αυτό δεν γινόταν με την προοπτική να ασχοληθώ και επαγγελματικά. Οι γονείς μου ας πούμε, αν είχαν την παραμικρή υπόνοια τότε ότι θα ασχοληθώ με αυτό επαγγελματικά, δεν θα μου περνούσαν το μικρόβιο της μουσικής».

Είχαν εκείνοι σχέση με τη μουσική;

«Όχι καμία, τους άρεσε όμως πολύ. Στο σπίτι ακούγαμε πολύ λαϊκά. Τσιτσάνη, Μπιθικώτση, Μοσχολιού αλλά και δημοτικά, γιατί ο πατέρας μου, λόγω καταγωγής του από τη Σαμαρίνα, αγαπούσε το δημοτικό τραγούδι. Είχα και ένα θείο, ο οποίος ήταν λάτρης της κλασικής μουσικής και πολυ συχνά ακούγαμε μαζί κλασσικά έργα. Οπότε και εγώ είχα πολλές επιρροές από μικρός».

Μετά το λύκειο λοιπόν, δώσατε πανελλήνιες και περάσατε στην Ανώτατη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης. Παράλληλα όμως ήρθαν και τα πρώτα live σε μαγαζιά.

«Στο πανεπιστήμιο ήμουν σε μια ομάδα που κάναμε συναυλίες, υπήρχε ένα πολιτιστικό στέκι. Μάλιστα το πιο αστείο, ήταν πως όταν πήγα στο πανεπιστήμιο να γραφτώ, έψαχνα τις ανακοινώσεις για τη διαδικασία εγγραφής στη σχολή, και ξαφνικά βλέπω μια αγγελία που έγραφε για ένα πολιτιστικό στέκι, στο οποίο μπορούσαν να συμμετέχουν όσοι νέοι φοιτητές επιθυμούν που τους αρέσει η μουσική, το θέατρο κλπ. Οπότε εγώ γράφτηκα σε αυτό την πολιτιστική ομάδα πριν καν γραφτώ στη σχολή.  

Κάναμε διάφορες μουσικές βραδιές για τους συμφοιτητές μας. Είχε κυκλοφορήσει μάλιστα ότι εκεί είναι κάποιοι φοιτητές που παίζουν και κάνουν λαϊκές βραδιές, και γλέντια, οπότε μέσα από αυτό με είδαν και ήρθαν οι πρώτες προτάσεις για μαγαζιά».

Θυμάστε το πρώτο μαγαζί που παίξατε ποτέ; 

«Ήταν ένα πιάνο-restaurant, πιάνο-μπαρ τα λέγανε τότε, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Έβγαινα και τραγουδούσα με την κιθάρα μου».

Κώστας Μακεδόνας
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

Η Αθήνα πότε ήρθε;

«Η Αθήνα ήρθε όταν το 1987, αφού πρώτα μού έγινε μια πρόταση να πάω στο κέντρο Σκορπιός στη Θεσσαλονίκη. Ένα λαϊκό μαγαζί, τελείως διαφορετικό από ότι είχα κάνει έως τότε, ένα λαϊκό μαγαζί, μπουζουξίδικο κανονικό, δηλαδή με λουλούδια, σαμπάνιες κλπ.

Το μαγαζί αυτό όμως είχε μια ιδιαιτερότητα. Ο επιχειρηματίας που το είχε, είχε τρέλα με το θέμα της ποιότητας. Και όσο και να φαίνεται περίεργο, ένα μαγαζί που έσπαγαν πιάτα και πετούσαν γαρύφαλλα, είχε το καλύτερο ηχητικό σύστημα, εξαιρετικά φώτα, φοβερή ορχήστρα. 

Αυτός ο άνθρωπος με αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή, εγώ ήμουν ένα παιδί 20 χρονών τότε. Με είχε δει κάποια στιγμή με τσιγάρο και κόντεψε να με σκοτώσει, τον κρατούσανε τρεις τέσσερις άνθρωποι. (σ.σ. γέλια) "Άμα πιάσεις στο χέρι σου τσιγάρο ξανά, θα σου κόψω τα πόδια. Θα πας να καταστρέψεις τη φωνή σου".

Εκεί έτυχε να έρθει ένα βράδυ ο Σταμάτης Κραουνάκης. Ήρθε αργά, γιατί ήταν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κριτής. Εκείνο το βράδυ ο επιχειρηματίας μού είπε να βγω εγώ να τραγουδήσω παρόλο που ήμουν από τα νέα παιδιά, δεν είχα κλείσει ούτε μήνα εκεί, οπότε έβγαινα πιο νωρίς από άλλους. Με έβγαλε 3 η ώρα. Είπα το "Ήλιε μου σε παρακαλώ" του Μάνου Λοΐζου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου.  Με άκουσε ο Σταμάτης Κραουνάκης και από τότε άλλαξαν όλα.

“Κοιτάξτε ότι μπορείτε να κερδίσετε από αυτόν τώρα, γιατί του χρόνου θα τον έχουμε στην Αθήνα” τούς είπε. Και όντως, την επόμενη χρονιά, το 1988, κατέβηκα στην Αθήνα και δουλέψαμε με τη Βίκυ Μοσχολιού και την Τάνια Τσανακλίδου στο Taboo».

Ο κόσμος τη νύχτας πώς ήταν; 

«Ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Υπήρχε καταρχάς κόσμος που ερχόταν 3-4 φορές την εβδομάδα. Υπήρχε μια εποχή που υπήρχαν θαμώνες που πήγαιναν σε ό,τι μαγαζιά μπορεί να φανταστεί κανένας. Ακόμη και σε αυτά που τα ονόμαζαν σκυλάδικα,  πήγαινε κόσμος επειδή υπήρχαν πολύ καλοί τραγουδιστές. Οπότε πέρα από τη διασκέδαση, ο κόσμος πήγαινε γιατί υπήρχαν φωνές που ήθελαν να τις ακούσουν. Αυτό έχει αλλάξει. Σήμερα στα μπουζούκια ο κόσμος πάει για να διασκεδάσει περισσότερο αλλά όχι για να ακούσει. Ή για να πει στους φιλους του ότι πήγε».

Εσείς την είχατε στο μυαλό σας την Αθήνα; 

«Όχι, δεν είχα σκεφτεί τίποτα. Το να τραγουδάω ήταν κάτι που μου άρεσε πολύ και το έκανα. Έλεγα μέσα ότι μέχρι να τελειώσω τις σπουδές μου θα τραγουδάω. Αν μπω στη δισκογραφία θα το συνεχίσω, αν όχι, είπα ότι δεν πειράζει θα το κάνω για τις παρέες μου, για τους φίλους μου. Τελικά ακόμα δεν τις τελείωσα τις σπουδές μου (σ.σ. γέλια)».

Αυτό θα ρωτούσα τώρα…

«Από το 3ο έτος και μετά τα άφησα... Δεν μού άρεσαν βέβαια και τα οικονομικά, δεν ήμουν ποτέ καλός σ' αυτά. Τα είχα βάλει σαν εναλλακτική λύση, αφού δεν πέρασα στην Κοινωνιολογία που ήθελα». 

Η Αθήνα ήταν μια τελείως διαφορετική πόλη από τη Θεσσαλονίκη; 

«Άλλη πόλη, άλλοι άνθρωποι, άλλη νοοτροπία. Αλλά προσαρμόστηκα γρήγορα λόγω δουλειάς. Πήγαινα βέβαια πάντοτε στο ρεπό μου στη Θεσσαλονίκη. Τότε είχαμε μία μέρα ρεπό την εβδομάδα. Παίζαμε έξι μέρες και πολλές φορές και εφτά μέσα στις γιορτές. Οπότε εκείνη τη μία μέρα που είχα ρεπό, έφευγα με το αυτοκίνητο, πήγαινα στη Θεσσαλονίκη, έβλεπα τους δικούς μου και ξαναγύριζα».

Από εκείνα τα πρώτα χρόνια τι θυμάστε πιο έντονα;

«Τα πρώτα χρόνια, με τη Βίκυ Μοσχολιού και την Τάνια Τσανακλίδου ήταν καθοριστικά. Τεράστια πανεπιστήμια και οι δύο. Η Μοσχολιού ειδικά, με αντιμετώπιζε σαν να είμαι παιδί της. Είχα τρελαθεί από τη συγκίνηση. Ξαφνικά από εκεί που ήταν η τραγουδίστρια που ακούγαμε στο σπίτι και είχα φτιάξει από μικρός έναν μύθο για εκείνη, βρεθήκαμε μαζί, μ’ ένα μικρόφωνο να τραγουδάμε.

Τις πρώτες ημέρες που κατέβηκα στην Αθήνα για να ξεκινήσουμε τις πρόβες, θα γινόταν μια συναυλία στο Ολυμπιακό Στάδιο όπου τραγουδούσαν πολύ γνωστοί τραγουδιστές. Και η Τάνια με κάλεσε να κάνω δεύτερη φωνή στα τραγούδια της. Τότε μόλις είχε βγάλει τον δίσκο "Μαμά Γερνάω". Και βρέθηκα να τραγουδάω μαζί της σε 80 χιλιάδες κόσμο». 

Κώστας Μακεδόνας
Φωτ.: Τζίν Σκανδάμη

Εσείς ειδικά, παρατηρώ στις συνεντεύξεις που δίνετε, πώς και θυμάστε και αναφέρετε πάντα τους ανθρώπους που ήταν κοντά σας.

«Θεωρώ την αγνωμοσύνη το μεγαλύτερο ελάττωμα. Δύο πράγματα σιχαίνομαι, την αγνωμοσύνη και την γαϊδουριά. Κι αν λέω γαϊδουριά ντρέπομαι, γιατί προσβάλλουμε τα γαϊδούρια, αλλά είναι μια λέξη που τη χρησιμοποιούμε.

Είμαι ευγνώμων για τους ανθρώπους που με βοήθησαν στην καριέρα μου, τόσο στην καλλιτεχνική όσο και στην αεροπορική. Για όσα χρόνια ζήσω, θα εκφράζω την ευγνωμοσύνη μου σε αυτούς».

Επειδή είπατε ότι είναι από αυτά που σιχαίνεστε... Το έχετε βιώσει αντίστοιχα σε εσάς; Να μην αναγνωρίζει κάποιος μια βοήθεια που του έχετε δώσει;

«Το έχω δει κάποιες φορές. Αλλά και όταν το βλέπω να γίνεται σε άλλους, με ενοχλεί επίσης.

Πάντως είστε πραγματικά από τους πολύ αγαπητούς καλλιτέχνες και εδώ στο δισκοπωλείο που είμαστε, σας μιλούσε ο κόσμος, αλλά και γενικότερα, ακούω για εσάς, μόνο καλά λόγια.

«Αυτό με ένοιαζε απ’ όταν ξεκίνησα. Δεν ήθελα ποτέ να είμαι ο απόμακρος καλλιτέχνης, και αυτός που είναι πάνω από το κοινό του, ήθελα να είμαι ένα με το κοινό. Ο άνθρωπος που βγαίνει και τους λέει ωραία τραγούδια για να περάσουν καλά. Τίποτα παραπάνω δεν με ενδιέφερε και δεν με ενδιαφέρει».

Ήσασταν ποτέ άνθρωπος των καταχρήσεων;

«Μπα… Στις αρχές, μπορεί να έκανα έκανα κανένα τσιγάρο στην παρέα. Αλλά δεν με τράβηξε ποτέ κάποιου είδους κατάχρηση. Μόνο όταν μπήκα στον στρατό φαντάρος, ενώ δεν κάπνιζα, τη δέκατη μέρα έκανα θυμάμαι ένα πακέτο. Είχα ζοριστεί πάρα πολύ, γιατί μπήκα και αρκετά μεγάλος, το 1995, σε μια περίοδο που ήμουνα ήδη γνωστός τραγουδιστής, είχαμε ήδη κάνει τους δίσκους με το Σταμάτη Κραουνάκη. Το “Μόνο μια φορά”, το “Ο Λευκός ο Πύργος”, ετοιμάζαμε δίσκο με τον Χρήστο Νικολόπουλο. Και εγώ ξαφνικά βρέθηκα στον στρατό. Στην Τρίπολη, μετά Θεσσαλονίκη και μετά Καβάλα. Το τσιγάρο το κράτησα για λίγα χρόνια μετά. Δεν έχω μπλέξει όμως ποτέ με άλλα πράγματα».

Κώστας Μακεδόνας
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

Και πότε ήρθε η καριέρα του πιλότου;

«Α, αυτό ήταν ένα παιδικό όνειρο, το οποίο μου έκοψε η μητέρα μου. Είχε συνεννοηθεί μάλιστα με όλη την οικογένειά μου γι' αυτό. Είχα έναν ξάδερφο που μου είχε κολλήσει αυτήν την αγάπη για τα αεροπλάνα, δεν ήταν πιλότος αλλά του άρεσε πολύ να ψάχνει και να μαθαίνει γι' αυτά. 

Όταν η μητέρα μου έμαθε ότι θέλω να γίνω πιλότος μου είπε ένα ψέμα για να με αποθαρρύνει, πως δεν μπορώ να γίνω επειδή είμαι μοναχοπαίδι. Και έτσι μου έλεγαν και οι υπόλοιποι συγγενείς, τους είχε δασκαλέψει όλους. Δεν υπήρχε και ίντερνετ να κάτσω να ψάξω. Οπότε το άφησα.

Κάποια στιγμή πολύ αργότερα, πηγαίνοντας με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη στη Κύπρο για συναυλίες, ζήτησα να μπω στο πιλοτήριο για να δω πώς είναι και έτσι γνώρισα τον συγκυβερνήτη με τον οποίο γίναμε και φίλοι. Αυτός μου έβαλε την ιδέα αργότερα για να το κάνω.  

Δεν είχα στο μυαλό μου ότι θα μπορούσα να εργαστώ ως πιλότος. Αλλά ήταν τότε και η εποχή που οι έξι μέρες που δουλεύαμε στα μαγαζιά έγιναν 4 μετά 3, 2... Έτσι ολοκλήρωσα τις σπουδές μου πάνω σε αυτό και μπήκα κανονικά στη δουλειά».

Τι διαφορετικό ικανοποιεί το επάγγελμα του τραγουδιστή και αυτό του πιλότου; 

«Νιώθω μια ισορροπία απίστευτη. Το τραγούδι θέλει άλλα πράγματα και η αεροπορική δουλειά θέλει άλλα. Το τραγούδι θέλει συναίσθημα, ως πιλότος πρέπει να ακολουθείς συγκεκριμένους κανόνες, να είσαι πολύ συγκεντρωμένος στη δουλειά σου. Όταν δεν κάνω το ένα από τα δύο, νιώθω πάρα άδειος».

Διάλειμμα, διακοπές, προλαβαίνετε να κάνετε ποτέ;

«Έχω καιρό να κάνω και διακοπές είναι η αλήθεια, θέλω να βρω 10 μέρες και να μην κάνω τίποτα. Αλλά ξέρω ότι όταν βρίσκω κενό, στις 3 μέρες έχω κουραστεί και λέω κάτι πρέπει να κάνω».

Αυτό και με τη συζήτηση που έχει προηγηθεί καταλαβαίνω ότι το είχατε από πάντα.

«Είχα πάντα το άγχος του να παράγω να κάνω κάτι,  ένα έργο, αλλά ήταν πάντα ένα δημιουργικό πράγμα. Δεν ήταν στρες. Δεν είχα ποτέ την αγωνία του τι θα κάνω μετά για να φτάσω κάπου. Ήμουν βέβαια και πολύ τυχερός γιατί μου ήρθαν κάποια πράγματα, όπως σημαντικές συνεργασίες, αλλά δούλεψα πολύ γι' αυτά».

Η στάση σας απέναντι στο τραγούδι ποια ήταν;  

«Ήθελα να κάνω πράγματα που μ' αγγίζουν, να μην είναι πράγματα που μου περνάνε αδιάφορα. Και οι άνθρωποι που μου πρότειναν να συνεργαστούμε, ήταν αυτοί που ήθελα να κάνω μαζί τους πράγματα». 

Έχετε πει σε κάτι όχι, που μετά το μετανιώσατε;

«Όχι. Έχω πει όχι σε πράγματα που μετά με επιβεβαίωσαν».

Κώστας Μακεδόνας
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

Είναι πάρα πολλές οι επιτυχίες, αλλά υπήρχε εκείνο το τραγούδι που τα βράδια στα μαγαζιά δεν γινόταν να μην τραγουδήσετε;

«Ήταν πολλά είναι η αλήθεια. Το “Μόνο Μια Φορά¨”, “Το ποδήλατο”, “Τα Μαργαριτάρια”, η “Λίζα”, το “Μη Μου Λες Αντίο” και πάρα πολλά ακόμα. 

Όταν μιλάω για ένα μόνο, χωρίς να θέλω να αδικήσω κανένα άλλο, αναφέρομαι στο "Μόνο Μια Φορά" για το γεγονός ότι ήταν το τραγούδι που νομίζω μού άνοιξε την πόρτα και μπήκα σε όλα τα σπίτια. Ήταν το τραγούδι μέσα από το οποίο με έμαθε όλη η Ελλάδα και έχει μείνει και ως ένα από τα καλύτερα τραγούδια 100 του προηγούμενου αιώνα. Όλα τα ραδιόφωνα την εποχή εκείνη διάλεγαν να παίξουν αυτό το τραγούδι. Έτσι γινόταν η επιτυχία τότε, χτιζόταν σιγά σιγά και ήταν ωραίο».

Έχετε πει τόσο σπουδαία κομμάτια... Ό,τι έχετε τραγουδήσει, το έχετε ζήσει κιόλας;

«Κάποια στιγμή μου είπε ο Σταμάτης (σ.σ. Κραουνάκης) ότι είμαι τρελός. Όταν τον ρώτησα γιατί, μου λέει “γιατί σου έχω βάλει να πεις τραγούδια που είναι πάρα πολύ δύσκολο να τα πει ένα παιδί 20 χρονών. Είναι πράγματα που θέλουν ωριμότητα μεγαλύτερου ανθρώπου και δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρεις”. Του είπα ότι θα προσπαθήσω να το φανταστώ.  Και μου λέει “να το φανταστείς αλλά να ξέρεις, ό,τι έχεις τραγουδήσει, θα το ζήσεις”. Είναι η κατάρα λέει του τραγουδιστή. Και πράγματι, ό,τι τραγούδησα από τα 20 μου, το έζησα μετά.

Όσο μεγαλώνεις είναι πολύ διαφορετικός ο τρόπος που αντιμετωπίζεις τα τραγούδια. Όσο πιο πολλά πράγματα έχεις ζήσει τόσο περισσότερο αυτό καταγράφεται στην ηχογράφηση. Οι εμπειρίες αποτυπώνονται στη φωνή, είτε το θέλεις είτε όχι και όλα αυτά που έχεις περάσει, καλά και άσχημα, περνάνε και στον τρόπο που τραγουδάς.

Τώρα ας πούμε, όταν ακούω κάποιες ηχογραφήσεις, μου αρέσει πάρα πολύ η αθωότητα εκείνης της στιγμής αλλά λέω πως τώρα, θα το είχα πει λίγο διαφορετικά».

Έχετε σκεφτεί τι θα θέλατε να αφήσετε πίσω;

«Αυτό ήταν κάτι που το είχα ανησυχία από μικρός, ήθελα κάτι να μείνει πίσω. Είναι λίγο και η ματαιοδοξία που έχουμε αλλά είναι καλό να αφήσεις πίσω σου πρώτα απ' όλα καλές αναμνήσεις σαν άνθρωπος. Είναι ωραίο να θυμάται κάποιος ότι πέρασε καλά μαζί σου».

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.