Η πιανίστα, Δανάη Βρίτσιου, λίγο πριν το ρεσιτάλ πιάνου στην Αίθουσα Συναυλιών Φίλιππος Νάκας αύριο Παρασκευή 9 Μαΐου, μιλάει στο Reader, για το πώς από την Αθήνα βρέθηκε στο Βερολίνο όπου ζει και εργάζεται, αποτελώντας τη βάση της.
Μοιράζοντας τον χρόνο της ανάμεσα στις δύο πόλεις, η μουσικός και ερμηνεύτρια, Δανάη Βρίτσιου, μεταξύ άλλων, μας περιγράφει - μέσα από τη δική της εμπειρία - τις ευκαιρίες, αλλά και τις δυσκολίες της κάθε πόλης για τους μουσικούς, τις διαφορές στη νοοτροπία, πόσο έχει αλλάξει το Βερολίνο με την πάροδο των χρόνων, αλλά και τα αγαπημένα είδη μουσικής του εκεί κοινού.
Ακόμα η Δανάη Βρίτσιου εξηγεί με ποιο κριτήριο επέλεξε τα κομμάτια που θα παρουσιάσει στο αυριανό ρεσιτάλ πιάνου, για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ, αλλά και ποια είναι τα όνειρά της για το μέλλον.
Για ποιον λόγο επέλεξες τη Γερμανία για να συνεχίσεις τις σπουδές σου;
«Επέλεξα τη Γερμανία επειδή είναι γνωστό ότι το μουσικό επίπεδο είναι πάρα πολύ καλό και μετά την περίοδο των σπουδών μου στην Ελλάδα - μετά το Ωδείο, το Δίπλωμά μου στο πιάνο και τις σπουδές μου στη Μουσικολογία - ήθελα να εξελιχθώ και άλλο μουσικά.
Έτσι διάλεξα τη δυνατότητα που μου έδινε το Πανεπιστήμιό μου να πάω στο Μόναχο να κάνω Erasmus, μετά έδωσα εξετάσεις για την Ακαδημία του Μονάχου στο πιάνο και συνέχισα τις σπουδές μου εκεί.
Μετέπειτα έκανα ένα μεταπτυχιακό στο πιάνο στη Νυρεμβέργη, καθώς και στη Δρέσδη για συνοδεία χορού και μπαλέτου, σε συνδυασμό με σεμινάρια και σπουδές σε άλλες πόλεις της Γερμανίας.
Δεδομένου ότι οι συνθήκες ήταν πολύ ευνοϊκές, παρέμεινα. Έτσι, ενώ αρχικά πήγα για ένα - δύο χρόνια, τελικά έμεινα πολύ παραπάνω αφού αφενός αποκαταστάθηκα επαγγελματικά αφετέρου μου άρεσε η όλη κατάσταση εκεί».

Πήρες την απόφαση να μετακομίσεις στο Βερολίνο επειδή…; Ποιες ήταν οι βασικές διαφορές ανάμεσα στις πόλεις που είχες ζήσει και σπουδάσει αρχικά και το Βερολίνο;
«Μετά από 6 - 7 χρόνια σπουδών και δουλειάς στη Βαυαρία (Μόναχο και Νυρεμβέργη) θέλησα να δω τι άλλο υπάρχει. Έτσι πήγα στο Βερολίνο όπου συνειδητοποίησα ότι είναι πολύ πιο ωραία πόλη και έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για έναν μουσικό.
Έχει πολλά διαφορετικά στυλ μουσικής, πάρα πολλές εθνικότητες και είναι πολυπολιτισμικό, κάτι που μου ταίριαξε.
Επειδή είχα ενδιαφέρον και για άλλες μουσικές πέραν της κλασικής που έχω σπουδάσει, με κράτησε, ενώ θα έλεγα ότι και οι συνθήκες εργασίας είναι αρκετά καλές χωρίς να λείπουν τα όποια προβλήματα, βέβαια.
Οι διαφορές είναι στον τρόπο ζωής, στην πολυπολιτισμικότητα. Γενικά η Γερμανία είναι μια χώρα πιο συντηρητική, αλλά το Βερολίνο είναι η εξαίρεση, έχει πάρα πολλή ζωή και μουσική, πάρα πολλούς καλλιτέχνες άλλων ειδών που δεν υπάρχουν στην υπόλοιπη Γερμανία.
Επικρατεί το καλλιτεχνικό στοιχείο και δεν αναφέρομαι μόνο στη μουσική, αλλά και στις υπόλοιπες τέχνες αφού συνολικά η καλλιτεχνική ζωή είναι έντονη.
Οι εξελίξεις είναι συνεχείς, η επιρροή από άλλες κουλτούρες είναι έντονη, ενώ έχει πάρα πολύ μεγάλο κοινό στα καλλιτεχνικά, κάτι που μου έλειπε από τις υπόλοιπες πόλεις που ήταν κάπως πιο συντηρητικές.
Παράλληλα, νιώθεις σαν να είσαι κάπως στη χώρα σου λόγω των πολυπολιτισμικών επιρροών, ενώ χρησιμοποιείται πάρα πολύ η αγγλική γλώσσα - πέραν των γερμανικών».
Όλα αυτά τα χρόνια που ζεις στη Γερμανία έχεις νιώσει να υπάρχει κάποια προκατάληψη λόγω καταγωγής είτε όταν σπούδαζες είτε τώρα σε επαγγελματικό επίπεδο;
«Όχι, προκατάληψη δεν έχω νιώσει, ειδικά στο Βερολίνο καθόλου, αλλά στο παρελθόν την περίοδο που πρωτοπήγα στο Μόναχο που ήταν η εποχή της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, ναι, υπήρχε αρκετή προκατάληψη και το είχα νιώσει έντονα από ξένους, αλλά όχι τόσο πολύ από Γερμανούς.
Πλέον όμως στο Βερολίνο δεν αντιμετωπίζω κάτι τέτοιο και μάλιστα, υπάρχει αρκετός θαυμασμός για την Ελλάδα. Όποτε αναφέρω ότι είμαι Ελληνίδα, χαίρονται.
Σε επαγγελματικό επίπεδο δεν έχω νιώσει ποτέ ρατσισμό, είναι πάρα πολύ ανοιχτοί σε διαφορετικές εθνικότητες και κουλτούρες».
Αν συγκρίνουμε το Βερολίνο του 2017 όταν μετακόμισες εκεί με το Βερολίνο του σήμερα, τι έχει αλλάξει; Πιστεύεις ότι η καραντίνα διαδραμάτισε κάποιον ρόλο στις όποιες αλλαγές;
«Συγκριτικά με το 2017, έχω διαπιστώσει μικρές αλλαγές, κυρίως το ότι έχει ακριβύνει πάρα πολύ, κάτι που κάνει την καλλιτεχνική ζωή λίγο πιο δύσκολη γιατί πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από καλλιτεχνικοί χώροι και έχουν γίνει κάτι άλλο.
Παράλληλα, είναι λίγο δύσκολο για πολλούς μουσικούς να επιβιώσουν και χρειάζεται να δουλεύεις πολύ παραπάνω, κάτι που είναι δύσκολο για τους καλλιτέχνες γιατί χρειάζονται κάποιον ελεύθερο χρόνο για δημιουργία.
Η καραντίνα, φυσικά, έφερε αλλαγές γιατί είχαν κλείσει πάρα πολλά μέρη για διασκέδαση και ψυχαγωγία και έχει ξαναγυρίσει στην πρότερη κατάσταση εδώ και 2-3 χρόνια, αλλά δεν είναι όπως ήταν. Κάποια πράγματα άλλαξαν οριστικά».
Υπήρξε κάποια στήριξη στους μουσικούς την περίοδο της καραντίνας ή μετά μέχρι να μπουν τα πράγματα σε μια κανονικότητα και πόσο καιρό πήρε το δεύτερο;
«Ναι, υπήρξε οικονομική στήριξη στους μουσικούς, όχι τεράστια, αλλά πολύ καλύτερη συγκριτικά με την αντίστοιχη στην Ελλάδα και θα έλεγα ότι χρειάστηκαν 2 - 3 χρόνια για να μπουν τα πράγματα και πάλι σε μια κανονικότητα, μιλώντας πάντα για τους μουσικούς.
Με άλλα λόγια, από πέρσι βλέπω ότι έχει επανέλθει η κατάσταση στο πώς ήταν πριν την καραντίνα».
Αθήνα vs. Βερολίνο: τα ατού - ευκαιρίες για έναν μουσικό στην κάθε πόλη;
«Νομίζω ότι και οι δύο πόλεις είναι πολύ ωραίες για έναν μουσικό. Δυστυχώς στην Αθήνα η οικονομική κατάσταση είναι πολύ δύσκολη, ενώ στο Βερολίνο η αγορά είναι μεγαλύτερη, οπότε μπορείς να επιβιώσεις καλύτερα και να εκφράζεσαι καλλιτεχνικά, ώστε να μπορείς και να ζεις.
Κατά τα άλλα και οι δύο πόλεις είναι πρωτεύουσες με αρκετή μουσική, αλλά θα έλεγα ότι από οικονομικής πλευράς στη Γερμανία υπάρχει μεγαλύτερη βοήθεια για να επιβιώσει κάποιος μέχρι να μπορέσει να εγκλιματιστεί και να σταθεί στα πόδια του είτε είναι καλλιτέχνης είτε θέλει να κάνει κάποια επιχείρηση. Υπάρχει περισσότερη στήριξη από το κράτος».
Αθήνα vs. Βερολίνο: τα αρνητικά - δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας μουσικός στην κάθε πόλη;
«Τα τελευταία χρόνια αυτό που είναι τεράστιο πρόβλημα και στις δύο πόλεις είναι το θέμα εύρεσης κατοικίας, κάτι που είναι παντού βέβαια. Ένα αρνητικό στο Βερολίνο είναι ο καιρός, ο οποίος επηρεάζει την ψυχολογία, αλλά χάρη στην έντονη καλλιτεχνική και κοινωνική ζωή του, αυτό ξεπερνιέται.
Από οικονομικής πλευράς το Βερολίνο είναι μια καλύτερη πόλη για να ζεις και ενώ και οι δύο πόλεις έχουν πάρα πολλά και διαφορετικά καλλιτεχνικά δρώμενα, το οικονομικό θέμα είναι αυτό που κάνει το Βερολίνο πιο βιώσιμο».
Αθήνα vs. Βερολίνο: Δεδομένου ότι επίσης διδάσκεις μουσική, ποια τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα στην κάθε πόλη για έναν καθηγητή;
«Στο Βερολίνο, όπως και σε όλη τη Γερμανία, το σύστημα είναι λίγο διαφορετικό συγκριτικά με την Ελλάδα. Υπάρχουν πιο πολλές σχολές χωρίς εξετάσεις.
Ο καθένας κάνει μουσική απλά επειδή θέλει, ενώ στην Ελλάδα και την Αθήνα - τουλάχιστον μέχρι τώρα γιατί σιγά σιγά έχει αρχίσει να αλλάζει - υπάρχει ένα πρωτόκολλο ότι ως επί το πλείστον πρέπει να ακολουθήσεις συγκεκριμένο μοντέλο εξετάσεων και πολλών χρόνων μουσικής.
Πιστεύω ότι στο Βερολίνο τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα στο να βρεις μαθητές, οι συνθήκες είναι πιο καλές αν και το σύστημα της Ελλάδας είναι πιο ολοκληρωμένο για έναν μαθητή στη μουσική.
Νομίζω ότι τα προβλήματα είναι λίγο ανάλογα για έναν καθηγητή μουσικής. Απλά στη Γερμανία, από οικονομικής πλευράς, τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα.
Σίγουρα στο Βερολίνο έχεις περισσότερες δυνατότητες να παίξεις και να διδάξεις μουσική επειδή - όπως ανέφερα παραπάνω - η αγορά είναι πολύ μεγαλύτερη, αυτό είναι το καλό.
Έτσι, μπορείς σαν μουσικός να ζεις πιο αξιοπρεπώς, να κάνεις αυτό που αγαπάς και αν το κυνηγάς, είναι πιο πιθανό να τα καταφέρεις».
Τα τελευταία χρόνια διδάσκεις μουσική και online. Τι θα έλεγες ότι έχεις διδαχτεί εσύ από αυτόν τον τρόπο διδασκαλίας;
«Τα τελευταία τέσσερα χρόνια διδάσκω και online πιάνο, τραγούδι και μουσική, ενώ έχω μαθητές τόσο από την Ελλάδα όσο και τη Γερμανία.
Αν και αρχικά το έβλεπα με καχυποψία, είναι κάτι που τελικά πάει πολύ καλά και με βοηθάει να συνδέομαι και με τις δύο χώρες.
Ταυτόχρονα, βοηθάει κόσμο σε πιο απομακρυσμένες περιοχές ή με ελάχιστο χρόνο να έρθει σε επαφή με τη μουσική».
Αθήνα vs. Βερολίνο: Αν συγκρίνουμε τη νοοτροπία των μαθητών ή και των γονιών (όταν πρόκειται για ανήλικους μαθητές), που θα λέγαμε ότι ταυτίζονται με εμάς και σε τι διαφέρουμε;
«Η διαφορά νοοτροπίας που έχω δει στη Γερμανία - συγκριτικά με την Ελλάδα - στους μαθητές μουσικής (ανηλίκους και ενηλίκους) είναι ότι το κάνουν πιο πολύ για χόμπι.
Το επιλέγουν πάρα πολύ σαν τρόπο διαφυγής από την καθημερινότητα και για να εμπλουτίσουν τις δραστηριότητές τους, ενώ στην Ελλάδα το κάνουν περισσότερο επειδή εξ αρχής σκοπεύουν να το ακολουθήσουν και επαγγελματικά.
Στην Ελλάδα τους ενδιαφέρει περισσότερο ένα πτυχίο, κάτι που στη Γερμανία δεν δείχνει να τους νοιάζει τόσο, αφού επιλέγουν να σπουδάσουν μουσική περισσότερο από δικό τους προσωπικό ενδιαφέρον».
Τα τελευταία χρόνια έχετε δημιουργήσει με τη σοπράνο Meiling Joy, το ντούο DaMe και παρουσιάζετε διασκευές γνωστών τζαζ και κλασικών τραγουδιών. Πώς προέκυψε η ιδέα;
«Η ιδέα για το Dame Duo προέκυψε από μια συνεργασία που είχα σε κλασικό ρεπερτόριο με τη σοπράνο Meiling Joy.
Γνωριστήκαμε σε μία ηχογράφηση και επειδή είδαμε ότι και οι δύο ενδιαφερόμαστε και για άλλα είδη μουσικής, σκεφτήκαμε να φτιάξουμε αυτό το ντουέτο. Με την Meiling Joy είδαμε ότι ταιριάζουμε πολύ και σε καλλιτεχνικό και σε προσωπικό επίπεδο.
Πάντα έπαιζα αρκετά και με άλλα άτομα, είναι κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ, έχω συμμετάσχει σε αρκετά ντουέτα με άλλους τραγουδιστές ή με άλλα όργανα.
Αυτή την περίοδο έχω ένα ντούο με έναν κλαρινετίστα και ταυτόχρονα επειδή με ενδιαφέρει πιο ολιστικά η μουσική, παίζω και κόντρα μπάσο τα τελευταία χρόνια.
Τον τελευταίο χρόνο συμμετέχω και σε ένα κουαρτέτο που παίζουμε tango μουσική στο Βερολίνο».
Τι είναι αυτό που σε γοητεύει και ποια η πρόκληση να συμμετέχεις σε ένα ντούο ή μια μπάντα από το να παίζεις μόνη σου;
«Προσπαθώ να βρίσκω συνεργασίες γιατί θεωρώ ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρον να παίζεις με άλλα άτομα από το να παίζεις μόνος σου.
Νομίζω ότι είναι και για το κοινό πολύ πιο ενδιαφέρον να βλέπει περισσότερο κόσμο πάνω στη σκηνή και γενικότερα την ανταλλαγή ιδεών και αισθητικής.
Η πρόκληση του να παίζεις με κάποιον άλλο είναι το ότι πρέπει να ταιριάξεις τόσο μουσικά όσο και σε προσωπικό επίπεδο, κάτι που δεν συμβαίνει πάντα, αλλά όταν συμβεί, το αποτέλεσμα είναι μαγικό.
Συνεπώς, προσπαθώ να βρίσκω συνεργασίες που να τηρούνται και οι δύο προϋποθέσεις. Η μουσική είναι ένας τρόπος επικοινωνίας και γι' αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία να παίζεις και με άλλους σε ντούο ή σε μπάντες».
Βάσει της εμπειρίας από τα live σου, ποια είδη μουσικής θα έλεγες ότι είναι τα αγαπημένα του εκεί κοινού;
«Στο Βερολίνο υπάρχει μεγάλη αγάπη για σχεδόν όλα τα είδη της μουσικής. Ενδιαφέρονται πάρα πολύ για τα έθνικ στοιχεία επειδή η πόλη είναι πολυπολιτισμική.
Τους ενδιαφέρουν πάρα πολύ οι παραδοσιακές μουσικές από διαφορετικά μέρη, οπότε έχω πολλές φορές τη δυνατότητα να παίζω πράγματα με ελληνικά στοιχεία μέσα.
Εννοείται ενδιαφέρονται πάρα πολύ για την κλασική μουσική, την τζαζ και τη λάτιν.
Είναι πάρα πολύ ανοιχτοί και αυτό είναι κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ στο Βερολίνο και από τους βασικούς λόγους που παραμένω, δεν είναι μονόπλευρο το ενδιαφέρον, υπάρχουν όλα.
Στη σκηνή των κλαμπ κυριαρχεί η ηλεκτρονική μουσική, ενώ παράλληλα, υπάρχουν και μικροί χώροι που παίζουν τελείως διαφορετικά είδη μουσικής από όλο τον κόσμο και υπάρχει κοινό για όλα αυτά».
Έχοντας λάβει συμμετοχή σε μουσικοθεατρικές παραστάσεις, τι ήταν αυτό που σου άφησε η εμπειρία; Είναι κάτι που θα σε ενδιέφερε και στο μέλλον;
«Είναι κάτι που έκανα και μου άρεσε πάρα πολύ. Γενικά μου αρέσει ο συνδυασμός διάφορων τεχνών μεταξύ τους και είναι κάτι που θα με ενδιέφερε και στο μέλλον.
Έχω ασχοληθεί και με τη συνοδεία χορού, συνοδεία μπαλέτου που επίσης μου αρέσει πάρα πολύ.
Όταν οι τέχνες συνδέονται, θεωρώ ότι βγαίνει ένα μαγικό αποτέλεσμα και για αυτόν που συμμετέχει, αλλά και για τον θεατή - ακροατή».
Λίγο πριν από το ρεσιτάλ πιάνου στην Αίθουσα Συναυλιών Φίλιππος Νάκας, ποια είναι τα συναισθήματα που θα παίξεις μετά από καιρό και πάλι στην Αθήνα και τι θα παρουσιάσεις;
«Λίγο πριν τη συναυλία, τα συναισθήματα είναι πάρα πολύ έντονα. Έχω ενθουσιασμό και αγωνία για την ημέρα εκείνη, αλλά και για το αποτέλεσμα.
Θα παρουσιάσω πιανιστικά έργα μπαρόκ εποχής του Ζαν Φιλίπ Ραμώ, Μότσαρτ από κλασική εποχή και κομμάτια του Φρεντερίκ Σοπέν, Χατσατουριάν και Χιναστέρα.
Γενικά η ιδέα του ρεσιτάλ είναι διαφορετικά κομμάτια από διαφορετικούς συνθέτες με έμφαση, όμως, σε κομμάτια που έχουν γραφτεί ή έχουν χρησιμοποιηθεί στον χορό, όπως η συλλογή "Συλφίδες".
Είναι μια συλλογή από κομμάτια που είχε γράψει ο Φρεντερίκ Σοπέν για πιάνο και αργότερα κάποια από αυτά τα έκαναν μια συλλογή για μπαλέτο και ονομάζεται "Συλφίδες" ή αλλιώς "Σοπενιάνα". Πρόκειται για δύο τρεις μαζούρκες, βαλς, ένα νυχτερινό και ένα πρελούδιο.
Ακόμα παίζω ένα πολύ γνωστό κομμάτι του Χατσαρτουριάν "Ο Χορός των Σπαθιών" πάλι από μπαλέτο.
Είναι ένα πρόγραμμα για το οποίο έχω επιλέξει κομμάτια, τα οποία αγαπάω και μου αρέσουν πολύ με διαφορετικό στυλ το καθένα και από διαφορετικές εποχές με έμφαση στον χορό, στη σύνδεση χορού και μουσικής».
Κλείνοντας, θα μοιραστείς τα όνειρά σου για το μέλλον;
«Σε επαγγελματικό επίπεδο τα όνειρά μου είναι να μπορώ να έχω πολλές και ωραίες συνεργασίες, να μπορώ να παίζω πολύ, να ασχολούμαι με διάφορες εκφάνσεις της μουσικής και της τέχνης, να μπορώ να συνεχίσω να διδάσκω και να μοιράζομαι με τον κόσμο την αγάπη μου για τη μουσική τόσο σε Γερμανία και σε Ελλάδα».
Ρεσιτάλ πιάνου Δανάη Βρίτσιου: Το αναλυτικό πρόγραμμα
Αύριο Παρασκευή 9 Μαΐου και ώρα 8.30 μ.μ.στην Αίθουσα Συναυλιών Φίλιππος Νάκας η ψυχή της μουσικής και η μαγεία του χορού ενώνονται σε ένα μοναδικό ρεσιτάλ πιάνου με τη σολίστ Δανάη Βρίτσιου.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επιλεγμένα κομμάτια από διάφορες περιόδους, με έμφαση σε έργα που έχουν συνδυαστεί με το χορό και το μπαλέτο, δείχνοντας τη δυναμική σύνδεση της μουσικής με την τέχνη της κίνησης.
Πρόγραμμα
J. Ph. Rameau Les Sauvages Les Cyclopes
W. A. Mozart Piano Sonata No. 8 in A minor, K. 310
F. Chopin Les Sylphides (σουίτα μπαλέτου βασισμένη σε έργα του Chopin, ενορχήστρωση: Alexander Glazunov)
A. Khachaturian Sabre Dance (από το μπαλέτο Gayane)
A. Ginastera Danzas Argentinas, Op. 2
Ποια είναι η Δανάη Βρίτσιου
Η Δανάη Βρίτσιου γεννήθηκε στην Αθήνα και ξεκίνησε μαθήματα πιάνου σε ηλικία 7 ετών με τη Μάρτζυ Σαμαράκη. Αποφοίτησε από το Ωδείο Ορφείο Αθηνών, αποκτώντας Δίπλωμα Πιάνου στην τάξη του πιανίστα Σταύρου Κόλλια.
Σπούδασε ανώτερα θεωρητικά με τον Γιάννη Αναστασόπουλο, καθώς και στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα τραγουδιού και κοντραμπάσου.
Συνέχισε τις σπουδές της στη Γερμανία (Μόναχο, Νυρεμβέργη, Βερολίνο και Δρέσδη) και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων: στο σόλο πιάνο, με θέμα τη μουσική του Robert Schumann από το 1800 έως το 1830, και στη συνοδεία χορού (κλασικού και μοντέρνου) και στον αυτοσχεδιασμό.
Έχει δώσει ρεσιτάλ και συναυλίες μουσικής δωματίου στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ έχει συμπράξει ως σολίστ με την Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων και τη Συμφωνιέτα Αθηνών.
Έχει συμμετάσχει σε μουσικοθεατρικές και χορευτικές παραστάσεις, με πιο πρόσφατη την παράσταση BESAME MUCHO από τη Neuköllner Oper στο Βερολίνο, η οποία παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία σε Γερμανία και Ισπανία.
Το 2021 ηχογράφησε, σε συνεργασία με την τραγουδίστρια Γεωργία Τρύφωνα, κομμάτια με θέμα το ελληνικό στοιχείο για την εταιρεία Ars Augusta στο Görlitz της Γερμανίας.
Έχει παρουσιάσει σε πρώτες εκτελέσεις έργα νέων συνθετών, όπως το έργο για σόλο πιάνο Three Night Figments του συνθέτη και κιθαρίστα Κωνσταντίνου Μαργαρίτη.
Τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει, μαζί με τη σοπράνο Meiling Joy, το ντούο DaMe, το οποίο παρουσιάζει διασκευές γνωστών τζαζ και κλασικών τραγουδιών.
Παράλληλα, διδάσκει πιάνο, συνοδεία τραγουδιού και χορού, ενώ έχει ασχοληθεί με τη μουσικοθεραπεία και τη μουσικοφυσιολογία. Είναι υπότροφος της Ένωσης Richard Wagner στη Γερμανία.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.