Υπάρχει ένας μικρός, άγραφος, δημοσιογραφικός «νόμος». Οι καλές συνεντεύξεις, αυτές που δίνουν πράγματα σε όλα τα μέρη (δημοσιογράφο, συνεντευξιαζόμενο, αναγνώστη), είναι αυτές που «βγάζουν» τίτλο χωρίς αυτός να είναι προϊόν πίεσης.
Στη συνέντευξη που θα διαβάσετε στη συνέχεια, όχι απλά βγήκε «άκοπα – αβάδιστα», αλλά προέκυψε και μόλις στην τρίτη ερώτηση.
Στις 12 Σεπτεμβρίου 2026, στο Ανοιχτό Θέατρο Χιλιομοδίου «Ειρήνη Παπά», θα γίνει αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος. Αυτοί που «έφυγαν» και «άνοιξαν τα φτερά τους», επιστρέφουν εκεί που (περίπου) ξεκίνησαν όλα.
Οι 1000mods, ένα συγκρότημα που προφανώς δεν χρειάζεται συστάσεις, διοργανώνουν το πρώτο Chiliomodi Rock Fest και ο κιθαρίστας τους, ο Γιώργος, μίλησε στο Reader και μας εξηγεί πώς βλέπει η μπάντα το νέο αυτό μουσικό ραντεβού με όσους αγαπούν τη μουσική της.
Επιβιβαζόμαστε στο Super Van Vacation και ξεκινάμε…
Μετά από τόσες περιοδείες σχεδόν σε όλο τον κόσμο, πώς νιώθετε που το μεγαλύτερο ίσως στοίχημα αυτής της χρονιάς δεν είναι σε κάποια μεγάλη πόλη του εξωτερικού, σε κάποιο μεγάλο φεστιβάλ αλλά στο Χιλιομόδι;
«Δεν ξέρω αν θα το έβαζα ακριβώς σε αυτή την ιεραρχία, ότι δηλαδή το Χιλιομόδι είναι ένα μεγαλύτερο ή σημαντικότερο στοίχημα από μια περιοδεία στην άλλη άκρη του κόσμου ή από ένα μεγάλο φεστιβάλ στο εξωτερικό. Για μένα δεν λειτουργεί ακριβώς έτσι. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να βάλω αυτές τις εμπειρίες σε μια ζυγαριά και να αποφασίσω ποια έχει μεγαλύτερη αξία.
Για παράδειγμα, κάναμε μια ολόκληρη ευρωπαϊκή περιοδεία με τους Clutch. Για εμάς αυτό ήταν μια τεράστια εμπειρία. Μιλάμε για μια μπάντα με την οποία έχουμε μεγαλώσει, που αποτελεί επιρροή μας και με μουσικούς που εκτιμούμε και θαυμάζουμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Δεν μπορώ λοιπόν μετά να γυρίσω και να πω ότι αυτό είχε μικρότερη σημασία επειδή τώρα παίζουμε στο Χιλιομόδι. Θα ήταν σαν να μειώνω και την ίδια την εμπειρία και όλα όσα ζήσαμε για να φτάσουμε μέχρι εδώ.
Και δεν χρειάζεται καν να είναι κάτι τόσο μεγάλο. Μπορεί να είναι ένα live στο Wrocław της Πολωνίας, σε ένα μαγαζί διακοσίων ατόμων, μέσα στο καλοκαίρι, χωρίς εξαερισμό, να λιώνουμε όλοι από τη ζέστη και παρ’ όλα αυτά να είμαστε εκεί και να δίνουμε ό,τι έχουμε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή. Και αυτό μπορεί να μείνει μέσα σου ως μια μοναδική εμπειρία. (επώδυνη αλλά και σούπερ έντονη και βιωματικά και ψυχικά και σωματικά)
Όπως διαφορετικό βάρος έχει το να παίζεις στο Birmingham, σε έναν τόπο άμεσα συνδεδεμένο με μπάντες και μουσικές με τις οποίες μεγαλώσαμε, διαφορετικό το να βρίσκεσαι στη Μελβούρνη ή στην Τασμανία, διαφορετικό στη Νέα Υόρκη, διαφορετικό στο Μεξικό απ το Σιατλ η το LA. Όλα αυτά έχουν τη δική τους ιστορικότητα, τη δική τους στιγμή και τη δική τους σημασία.
Κάπως έτσι βλέπω συνολικά και την πορεία της μπάντας. Σαν ένα μωσαϊκό που φτιάχνεται συνεχώς. Κάθε περιοδεία, κάθε πόλη, κάθε μικρό ή μεγάλο live προσθέτει ένα ακόμα κομμάτι και τελικά όλα μαζί συνθέτουν αυτή την ιστορία».

Άρα και το Χιλιομόδι είναι μέρος αυτού του μωσαϊκού;
«Ναι, θέλουμε να αποτελέσει ένα πολύ ιδιαίτερο κομμάτι αυτού του μωσαϊκού. Προφανώς έχει ένα ειδικό συναισθηματικό βάρος, γιατί εκεί υπάρχουν οι άνθρωποί μας, οι αναμνήσεις μας, ένα μέρος της ιστορίας μας και πράγματα που προϋπήρχαν ακόμα και της ίδιας της μπάντας. Αλλά δεν θέλω να το τοποθετήσω πάνω από όλα τα υπόλοιπα. Θέλω να το τοποθετήσω δίπλα τους.
Και ίσως αυτό να έχει τελικά μεγαλύτερη αξία: μετά από όλα αυτά τα ταξίδια και όλα αυτά τα χρόνια, να μπορείς να προσθέσεις στο ίδιο μωσαϊκό και κάτι που συμβαίνει εκεί απ’ όπου, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ξεκίνησαν πολλά πράγματα για εμάς».
Τι είναι το Chiliomodi Rock Fest; Φεστιβάλ ή μια προσωπική επιστροφή στις ρίζες σας; Τι πραγματικά συμβολίζει αυτό το άκρως συναισθηματικό «γυρίζουμε σπίτι»;
«Το ''γυρίζουμε σπίτι'' είναι μια ωραία φράση, αλλά για μένα ίσως είναι λίγο πιο σύνθετη απ’ όσο ακούγεται. Γιατί μετά από τόσα χρόνια, τι ακριβώς σημαίνει «σπίτι»; Και κυρίως, τι σημαίνει επιστρέφω;
Προφανώς το Χιλιομόδι είναι ένας τόπος με τον οποίο έχουμε μια πολύ προσωπική σχέση. Είναι οι φίλοι μας, οι οικογένειές μας, αναμνήσεις, τα πρώτα live, άνθρωποι και καταστάσεις που υπήρχαν πολύ πριν οι 1000mods γίνουν αυτό που είναι σήμερα. Υπάρχει λοιπόν μια συναισθηματική σύνδεση που δεν χρειάζεται ούτε να την κατασκευασουμε ούτε να την υπερτονίσουμε. Υπάρχει από μόνη της.
Από την άλλη, ένα τεράστιο κομμάτι της ταυτότητας αυτής της μπάντας δημιουργήθηκε ακριβώς φεύγοντας από εκεί. Στο Περιγιάλι, στην Κόρινθο, αργότερα στην Αθήνα, μέσα στα van, στα clubs, στις περιοδείες, στις χώρες που ταξιδέψαμε και κυρίως μέσα από τους ανθρώπους που συναντήσαμε όλα αυτά τα χρόνια. Κατά μία έννοια, για να μπορέσεις κάποτε να επιστρέψεις, πρέπει πρώτα να έχεις φύγει.
Γι’ αυτό και δεν βλέπω την επιστροφή με τη στενή, νοσταλγική έννοια του «πάμε πίσω στις ρίζες μας». Δεν μπορείς πραγματικά να επιστρέψεις εκεί απ’ όπου έφυγες, γιατί στο μεταξύ έχει αλλάξει ο τόπος, αλλά κυρίως έχεις αλλάξει εσύ. Έχεις ταξιδέψει, έχεις αποκτήσει εμπειρίες, έχεις γνωρίσει ανθρώπους, έχεις αποτύχει και πετύχει, έχεις αναθεωρήσει πράγματα και έχεις διαμορφώσει έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπεις τον κόσμο.
Οπότε με ενδιαφέρει περισσότερο αυτή η έννοια της επιστροφής: όχι ως επιστροφή προς τα πίσω, αλλά ως μια επανασύνδεση με κάτι γνώριμο από ένα τελείως διαφορετικό σημείο της ζωής σου. Επιστρέφεις στον ίδιο τόπο, κουβαλώντας όμως μαζί σου όλα όσα συνέβησαν στο ενδιάμεσο.
Και κάπως έτσι βλέπω και το Chiliomodi Rock Fest. Δεν θέλουμε να αναπαραστήσουμε κάτι που υπήρχε κάποτε, ούτε να κάνουμε μια γιορτή νοσταλγίας. Θέλουμε, χρησιμοποιώντας όσα μάθαμε και όσα ζήσαμε όλα αυτά τα χρόνια, να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο εκεί.
Οπότε το ''γυρίζουμε σπίτι'' για μένα δεν σημαίνει ότι γυρίζουμε πίσω. Σημαίνει ότι επιστρέφουμε σε έναν γνώριμο τόπο, αλλά από ένα τελείως διαφορετικό σημείο της ζωής μας».
«Να μη διαλέγουμε συνεχώς το σίγουρο, το safe»
Το line-up πώς προέκυψε; Με το βλέμμα σε μια μεγάλη οικογενειακή γιορτή της σκηνής ή ένα «εμπορικό» φεστιβάλ που θα φέρει κόσμο στον τόπο σας;
«Κοίτα, για το πρώτο, γιατί αν ήταν το δεύτερο, μάλλον ούτε εμείς οι ίδιοι θα παίζαμε. [γέλια]
Οπότε όχι, δεν ξεκινήσαμε καν με τη λογική να φτιάξουμε ένα «εμπορικό» φεστιβάλ. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του για εμάς. Ούτε θέλαμε να καθίσουμε μετά με ένα χαρτί και να υπολογίσουμε ποιες μπάντες πρέπει να βάλουμε για να πουλήσουμε περισσότερα εισιτήρια. Στο τέλος της ημέρας, αυτοί που είναι να έρθουν θα έρθουν - και είμαστε απολύτως ΟΚ με αυτό.
Προφανώς θέλουμε να έρθει κόσμος. Θέλουμε όλο αυτό να λειτουργήσει, να είναι βιώσιμο και, ιδανικά, να αφήσει και κάτι στην περιοχή. Δεν είμαστε εκτός πραγματικότητας. Υπάρχει και μια πρακτική πλευρά σε οποιαδήποτε τέτοια διοργάνωση. Αλλά άλλο η βιωσιμότητα και άλλο να μετατρέπεις την εμπορικότητα σε κριτήριο για το τι αξίζει να ανέβει στη σκηνή. Και, τουλάχιστον για εμάς, αυτό δεν είναι το νόημα ενός φεστιβάλ.
Για μένα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα είναι ακριβώς το αντίθετο: να έρθει κάποιος και να ανακαλύψει κάτι που δεν γνώριζε. Να ακούσει μια καινούργια μπάντα, έναν διαφορετικό ήχο, κάτι φρέσκο που ενδεχομένως δεν θα επέλεγε μόνος του να ακούσει. Να του δώσει όμως χώρο και χρόνο, να προσπαθήσει να το καταλάβει και, ακόμα κι αν τελικά δεν του αρέσει, να του έχει τουλάχιστον κινήσει την περιέργεια.
Και νομίζω ότι εκεί βρίσκεται ένα από τα στοιχήματα όλης αυτής της ιστορίας: να μπορούμε πού και πού να βγαίνουμε από το comfort zone μας. Να μη διαλέγουμε συνεχώς το σίγουρο, το safe, αυτό που ήδη γνωρίζουμε ότι μας αρέσει. Γιατί δυστυχώς αυτό το βλέπεις αρκετά συχνά και στα φεστιβάλ. Υπάρχει πολλές φορές η ανάγκη για κάτι πιο εύπεπτο, πιο mainstream, πιο εμπορικό ή απλώς πιο εύκολα αναγνωρίσιμο, ώστε να ξέρεις εκ των προτέρων περίπου και τι αντίδραση θα πάρεις.
Εμένα όμως με ενδιαφέρει και το αντίθετο. Γιατί πολλές φορές η ουσία κρύβεται ακριβώς στο άγνωστο, λίγο πριν αυτό αποκαλυφθεί. Σε εκείνη τη μικρή στιγμή που βρίσκεσαι απέναντι σε κάτι χωρίς να έχεις αποφασίσει ακόμα τι είναι και τι σημαίνει για σένα. Κι αν το δεις λίγο ευρύτερα, ίσως κάπως έτσι δημιουργούμε γενικότερα νόημα στη ζωή μας: όχι μόνο επιβεβαιώνοντας διαρκώς αυτά που ήδη γνωρίζουμε, αλλά εκθέτοντας τον εαυτό μας και σε πράγματα που δεν έχουμε ακόμα αποκωδικοποιήσει. Το νόημα δεν βρίσκεται πάντα έτοιμο μπροστά σου· πολλές φορές προκύπτει από τη συνάντηση και από την ίδια την εμπειρία».
Άρα, να φανταστώ, κάπως έτσι προέκυψε και το line-up;
«Ακριβώς! Οι Drunk Jackals είναι άνθρωποι που γνωρίζουμε σχεδόν since day one, από την Κόρινθο, από τα πρώτα μας live, ακόμα από την εποχή που όλοι παίζαμε σε διαφορετικές μπάντες. Είναι από τους πρώτους ανθρώπους που μας στήριξαν πραγματικά και είδαν κάτι σε εμάς πολύ πριν πάρει η μπάντα την πορεία που πήρε.
Για τους Frenzee νομίζω πλέον δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Υπάρχει μια πολύ στενή σχέση, μουσικά και προσωπικά, και έχουμε μοιραστεί πάρα πολλά μαζί σε πολυ μικρο χρονικο σχετικα διαστημα.

Και μετά έχεις τους Grim Rhythm από τη Μελβούρνη, μια νεότερη μπάντα που γνωρίσαμε μέσα από τους Frenzee. Μας άρεσε πολύ αυτό που κάνουν και υπάρχει πλέον σύνδεση και μέσω της Ouga Booga. Και αυτό είναι ακριβώς ένα παράδειγμα αυτού που λέω: κάτι νέο έρχεται μπροστά σου, του δίνεις χώρο, δημιουργείται μια σχέση και ξαφνικά βρίσκεται να ταξιδεύει από την άλλη άκρη του κόσμου για να παίξει στο Χιλιομόδι.
Και βέβαια υπάρχουν οι Sadhus, όπου εκεί η ιστορία πηγαίνει αρκετά πίσω. Μιλάμε για ανθρώπους που ήταν από τους πρώτους που γνωρίσαμε και μας βοήθησαν ουσιαστικά, σε μια εποχή που όλοι παίζαμε ακόμα σε διάφορες μπάντες και ψάχναμε τι ακριβώς θέλουμε να κάνουμε. Ήταν και μια τελείως διαφορετική εποχή για τη μουσική: ραδιοφωνικοί σταθμοί, blogs, forums, MySpace, ανταλλαγή μουσικής και πληροφορίας με έναν πολύ πιο DIY τρόπο. Μέσα από όλο αυτό δημιουργήθηκαν σχέσεις που τελικά άντεξαν πολύ περισσότερο από τα ίδια τα μέσα που τις γέννησαν.
Και κάπου μέσα στην ίδια ιστορία συναντάς τους NoiseLust, τους Last Rizla, τα Smoking Sessions και ένα σωρό άλλα εγχειρήματα και σκηνικά όμορφα , με ανθρώπους που έπαιζαν ή συνεχίζουν να παίζουν σε διαφορετικές μπάντες, συναντιούνται, απομακρύνονται και ξανασυναντιούνται μέσα στα χρόνια. Αυτό μου αρέσει πολύ, γιατί τελικά μια σκηνή δεν είναι μια σειρά από ονόματα πάνω σε ένα poster. Είναι ένα δίκτυο ανθρώπων. Άνθρωποι που παίζουν μαζί, φτιάχνουν άλλες μπάντες, βοηθούν ο ένας τον άλλον, ανταλλάσσουν μουσικές και ιδέες και κάποια στιγμή, είκοσι χρόνια μετά, μπορεί να βρεθούν ξανά πάνω ή γύρω από την ίδια σκηνή κυριολεκτικά μιλώντας.

Οπότε, αν το δεις συνολικά, το line-up κουβαλάει λίγο απ’ όλα: Κόρινθο, Αττική, Σχίνο, Μελβούρνη και Αυστραλία, Χιλιομόδι, Κροατία και Σερβία και τα λοιπά, παλιές φιλίες και καινούργιες γνωριμίες, το label, διαφορετικές γενιές και διαφορετικές στιγμές της διαδρομής μας. Έχει ανθρώπους που ήταν εκεί σχεδόν από την αρχή και ανθρώπους που γνωρίσαμε στην άλλη άκρη του κόσμου πολλά χρόνια αργότερα.
Δεν είναι λοιπόν απλώς μια «οικογενειακή γιορτή», αλλά ούτε και ένα προϊόν σχεδιασμένο με βάση το τι θεωρείται ασφαλές εμπορικά. Είναι περισσότερο μια συνάντηση όλων αυτών των διαφορετικών διαδρομών.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ενδιαφέρον στοίχημα: να έρθεις για κάτι που γνωρίζεις και να φύγεις έχοντας ανακαλύψει κάτι που δεν ήξερες ότι έψαχνες».
«Δεν υπήρχε από την άρχη κάποιο master plan που απλώς το εκτελούσαμε»
Αν μπορούσατε να γυρίσετε πίσω στον χρόνο και να συναντήσετε τους 1000mods των πρώτων προβών στο Χιλιομόδι, τι θα τους λέγατε βλέποντας ότι μια μέρα θα διοργανώνουν το δικό τους φεστιβάλ στον ίδιο τόπο;
«Καταρχάς, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, οι πρώτες πρόβες των 1000mods όπως τους γνωρίσαμε στη συνέχεια δεν έγιναν ακριβώς στο Χιλιομόδι. Υπήρξαν προηγούμενα line-ups, άλλες μπάντες, διαφορετικοί άνθρωποι, πρόβες στο Χιλιομόδι, και στη συνέχεια το line-up που διαμορφώθηκε το 2006 έκανε τις πρόβες του κυρίως στο Περιγιάλι και αργότερα στην Κόρινθο. Αλλά καταλαβαίνω προφανώς το νόημα της ερώτησης.
Και μάλλον, αν μπορούσα πραγματικά να γυρίσω πίσω, δεν θα τους έλεγα τίποτα. Ή, για να είμαι ειλικρινής, αν εμφανιζόταν κάποιος τότε και μας έλεγε όλα όσα θα ακολουθούσαν, πιθανότατα θα γελούσαμε και δεν θα παίρναμε στα σοβαρά ούτε τα μισά από αυτά που θα ακούγαμε.
Γιατί όλα αυτά ήρθαν πολύ πιο οργανικά. Ένα βήμα τη φορά. Στις πολύ πρώιμες εποχές το ζητούμενο ήταν «να παίξουμε ένα live έξω από το χωριό». Μετά να παίξουμε κάπου στην ευρύτερη Κορινθία, όπως και έγινε. Μετά Αθήνα. Μετά Θεσσαλονίκη. Κάποια στιγμή λες «να κάνουμε και μερικές ημερομηνίες μαζί», μετά αυτό γίνεται ένα μικρό tour, μετά ένα μεγαλύτερο tour και πάει λέγοντας.
Είναι μια αλληλουχία από μικρά βήματα που, χωρίς απαραίτητα να το αντιλαμβάνεσαι εκείνη τη στιγμή, αρχίζουν σιγά σιγά να χτίζουν κάτι. Και νομίζω ότι έχει σημασία αυτό, γιατί όταν κοιτάζεις μια διαδρομή ανάποδα υπάρχει πάντα ο πειρασμός να της αποδώσεις μια συνοχή που τότε δεν υπήρχε. Σαν να υπήρχε εξαρχής κάποιο master plan και απλώς το εκτελούσαμε. Δεν υπήρχε. Υπήρχε το επόμενο live, η επόμενη πρόβα, η επόμενη ιδέα και η επιθυμία να δούμε μέχρι πού μπορεί να πάει όλο αυτό.
Γι’ αυτό και δεν θα ήθελα να πάω πίσω και να πω σε εκείνα τα παιδιά «ξέρετε, σε κάποια χρόνια θα έχετε ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, θα έχετε παίξει σε Αμερική, Αυστραλία, Ευρώπη, με μπάντες που τώρα ακούτε στους δίσκους σας, και κάποια στιγμή θα επιστρέψετε εδώ και θα στήσετε το δικό σας φεστιβάλ». Πέρα από το γεγονός ότι μάλλον θα γελούσαν, ίσως θα τους στερούσα και κάτι πολύ σημαντικό: την αβεβαιότητα της ίδιας της διαδρομής.
Γιατί ένα μεγάλο μέρος της ομορφιάς όλου αυτού ήταν ακριβώς ότι δεν ξέραμε τι ακολουθεί. Δεν γνωρίζαμε πού θα καταλήξει, ούτε καν αν θα καταλήξει κάπου. Κάναμε αυτό που μας άρεσε και κάθε μικρό βήμα άνοιγε, αν ήμασταν τυχεροί και δουλεύαμε αρκετά, τη δυνατότητα για το επόμενο».
Ναι αλλά δεν μπορώ να πιστέψω πως κάτι τέτοιο δεν υπήρχε μέσα στο μυαλό σας. Σίγουρα υπήρχε έστω κάπου.. πίσω πίσω.
Για να είμαι ειλικρινής, η ιδέα να στήσουμε κάποτε κάτι δικό μας, υπήρχε από πολύ παλιά. Θυμάμαι με τα παιδιά, πριν ακόμα οι 1000mods αποκτήσουν αυτή τη δυναμική και αυτό το εκτόπισμα, να ψαχνόμαστε για το πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα δικό μας live ή ένα μικρό φεστιβάλ. Κάποια στιγμή λέγαμε ξανά στο Χιλιομόδι, κάποια άλλη φορά κοντά στο Περιγιάλι, μετά στην Κόρινθο. Αλλάζαμε locations, ιδέες, σενάρια. Η ανάγκη όμως υπήρχε.
Και νομίζω ότι αυτό έχει ενδιαφέρον, γιατί ίσως σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου οι 1000mods δεν είχαν κάνει τίποτα από όλα όσα τελικά έκαναν, πάλι κάπου θα βρισκόμασταν να ψαχνόμαστε να στήσουμε ένα live, ένα φεστιβάλ, μια συναυλία ή κάτι αντίστοιχο. Γιατί πίσω από αυτό υπάρχει κάτι που προϋπήρχε της επαγγελματικής πορείας της μπάντας: η ανάγκη να εξωτερικεύσουμε τη δική μας μουσική περιέργεια και αισθητική. Να φέρουμε και να γνωρίσουμε μπάντες που μας αρέσουν, να μοιραστούμε μουσικές που θεωρούμε ενδιαφέρουσες και να δημιουργήσουμε έναν χώρο όπου μπορούν να συναντηθούν άνθρωποι και ιδέες.
Οπότε ίσως τελικά αυτό να έλεγα στους τότε εαυτούς μας: τίποτα. Θα τους άφηνα να κάνουν την πρόβα τους, να κάνουν τα λάθη τους, να τσακώνονται για τις μαλακίες που τσακωνόμασταν τότε και να σκέφτονται απλώς πού θα παίξουν το επόμενο live.
Γιατί αν ήξερες από την αρχή πού θα σε πάει μια διαδρομή, ίσως να έχανε ένα μέρος από το νόημά της. Το ενδιαφέρον ήταν ακριβώς ότι κάθε φορά βλέπαμε μόνο το επόμενο βήμα - και τελικά, χωρίς να το καταλάβουμε, αυτά τα μικρά βήματα έγιναν μια ολόκληρη διαδρομή».

Υπήρξε κάποια στιγμή στην πορεία σας που σκεφτήκατε "αν φτάσουμε μέχρι εδώ, θα πρέπει κάποτε να δώσουμε κάτι πίσω στον τόπο μας";
«Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ με όρους χρέους ή ανταπόδοσης. Δηλαδή ότι φτάσαμε κάπου ως μπάντα και τώρα «χρωστάμε» κάτι στον τόπο και πρέπει να επιστρέψουμε για να το ξεπληρώσουμε. Δεν νομίζω ότι λειτουργούν έτσι αυτά τα πράγματα.
Και, για να το δω και από την άλλη πλευρά, θεωρώ ότι αυτή η σχέση έχει ήδη προσφέρει πράγματα και προς τις δύο κατευθύνσεις όλα αυτά τα χρόνια. Έχουμε κάνει αρκετά, με διαφορετικούς τρόπους, και ακόμα και το ίδιο το όνομα της μπάντας έχει συνδέσει το Χιλιομόδι με ανθρώπους που ενδεχομένως δεν θα γνώριζαν ποτέ πού βρίσκεται. Το βλέπουμε και τώρα: άνθρωποι από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας, ακόμα και από το εξωτερικό, μας έχουν ήδη πει ότι θέλουν να έρθουν στο Χιλιομόδι γι’ αυτό το φεστιβάλ. Και αυτό από μόνο του δημιουργεί μια κίνηση γύρω από έναν τόπο, που υπό άλλες συνθήκες πιθανότατα δεν θα υπήρχε».
Οκ! Άρα εσένα τι είναι αυτό που σε ενδιαφέρει περισσότερο μέσα απ’ όλο αυτό;
«Εμένα με ενδιαφέρει η ίδια η ουσία του τι συμβαίνει. Τα πράγματα και τα φαινόμενα που μπορούν να δημιουργηθούν γύρω από ένα φεστιβάλ και, πόσο μάλλον, γύρω από ένα φεστιβάλ λίγο πιο underground, με ήχους που δεν είναι απαραίτητα οικείοι στα αυτιά όλων.
Γιατί εκεί υπάρχει πάλι αυτό το άνοιγμα προς κάτι διαφορετικό που λέγαμε και προηγουμένως. Μπορεί ένα παιδί από το Χιλιομόδι, την Κόρινθο ή οπουδήποτε από την ευρύτερη περιοχή να βρεθεί εκεί χωρίς να γνωρίζει τις μισές μπάντες. Να ακούσει κάτι που δεν θα έβαζε ποτέ μόνο του να ακούσει, να γνωρίσει ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα συναντούσε, να δει μια μπάντα που έχει έρθει από τη Μελβούρνη να παίζει λίγα χιλιόμετρα από το σπίτι του.
Και για μένα ίσως εκεί να κρύβεται η μεγαλύτερη επιτυχία. Στο να μπορέσεις να ανάψεις μια μικρή σπίθα, να ξυπνήσεις τη θέληση ενός ανθρώπου - μικρού ή μεγάλου, δεν έχει τόση σημασία - να ψάξει, να ακούσει, να μάθει, να δημιουργήσει. Ακόμα και να φτιάξει μια μπάντα. Να αντιληφθεί απλώς ότι υπάρχει και αυτή η οδός, ότι υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος έκφρασης και δημιουργίας που μέχρι εκείνη τη στιγμή μπορεί να μην είχε περάσει καν από το μυαλό του.
Και προφανώς αυτό αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία όταν μιλάμε για νεότερους ανθρώπους. Γιατί πολλές φορές αρκεί ένα ερέθισμα την κατάλληλη στιγμή για να ανοίξει μπροστά σου ένας ολόκληρος καινούργιος κόσμος.
Και μιας και μιλάμε γι’ αυτό, θα ήθελα να σταθώ και σε κάτι άλλο, γιατί η σχέση μας με τον τόπο και τους ανθρώπους εκεί δεν εμφανίστηκε ξαφνικά μαζί με το φεστιβάλ. Εδώ και κάποια χρόνια είχαμε συζητήσει με τον φίλο μου τον Γιώργο Σ. (Φλο) την ιδέα να κάνουμε κάτι μαζί με τις τοπικές ομάδες και τις ακαδημίες, συγκεκριμένα με τα παιδικά και εφηβικά τμήματα ποδοσφαίρου. Πέρσι, με τη συνδρομή όλων των ανθρώπων εκεί που ασχολούνται ενεργά με την τοπική κοινότητα, καταφέραμε τελικά να το κάνουμε πράξη.
Φτιάξαμε τις εμφανίσεις των παιδιών με το λογότυπο της μπάντας και, όσο απλό κι αν ακούγεται, ήταν πραγματικά πολύ όμορφο να βλέπεις δύο εντελώς διαφορετικές ομάδες ανθρώπων να συντονίζονται για να δημιουργήσουν κάτι για τα παιδιά και τους νέους της περιοχής. Η δική μας ομάδα συνεργάστηκε με τους ανθρώπους εκεί, ο γραφίστας και παλιος συνεργατης μας, ο Στόλης, έκανε ένα εξαιρετικό στήσιμο στις φανέλες και τελικά βγήκε ένα αποτέλεσμα για το οποίο προσωπικά είμαι πολύ περήφανος.
Και δεν το αναφέρω σαν κάποιο σπουδαίο κοινωνικό έργο - κάθε άλλο. Το αναφέρω ακριβώς επειδή για μένα είναι ένα μικρό αλλά πολύ πραγματικό παράδειγμα του πώς αντιλαμβάνομαι αυτή τη σχέση. Υπάρχει επικοινωνία, υπάρχουν φιλίες, υπάρχουν άνθρωποι που δραστηριοποιούνται και κάνουν πράγματα στον τόπο και, όταν οι διαφορετικοί αυτοί κόσμοι μπορούν να συναντηθούν και να δημιουργήσουν κάτι όμορφο μαζί, το κάνουν. Χωρίς να χρειάζεται μετά να το βαφτίσουμε «προσφορά» ή να του δώσουμε κάποιο βαρύτερο νόημα απ’ αυτό που πραγματικά έχει.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά πιο σημαντικό από το «δίνουμε κάτι πίσω». Γιατί αυτή η έκφραση εμπεριέχει λίγο και μια λογική ευεργέτη που δεν με εκφράζει καθόλου. Δεν ερχόμαστε ως κάποιοι που έφυγαν, πέτυχαν και τώρα επιστρέφουν για να προσφέρουν στους υπόλοιπους. Κι εμείς υπήρξαμε μέρος ενός τέτοιου κύκλου.
Κάποιος κάποτε μας έδωσε χώρο να παίξουμε όταν δεν μας ήξερε κανείς. Κάποιος διοργάνωσε ένα live, κάποιος είχε έναν ραδιοφωνικό σταθμό, ένα blog ή ένα forum, κάποιος μας φιλοξένησε, κάποιος μας άκουσε, κάποιος μας σύστησε σε κάποιον άλλο. Έτσι δημιουργούνται οι σκηνές και, τελικά, έτσι δημιουργούνται και οι κοινότητες.
Οπότε δεν το βλέπω τόσο ως «give back», αλλά περισσότερο ως keep it moving. Να συνεχίζεται αυτή η κίνηση. Να δημιουργείς κι εσύ, όταν μπορείς, τις συνθήκες ώστε να συμβεί κάτι επόμενο, χωρίς να γνωρίζεις απαραίτητα ποιο θα είναι αυτό.
Και αν μέσα από όλο αυτό ένας άνθρωπος φύγει με την περιέργεια να ψάξει κάτι περισσότερο, να ακούσει μια μπάντα που δεν ήξερε, να πιάσει μια κιθάρα ή τύμπανα, να φτιάξει κάτι δικό του ή απλώς να αντιληφθεί ότι υπάρχει κι ένας άλλος δρόμος που μπορεί να ακολουθήσει, για μένα αυτό είναι ήδη μια τεράστια επιτυχία».
Τι πιστεύετε ότι λείπει από τις συναυλίες στην Ελλάδα και τι θα θέλατε να πετύχει το Chiliomodi Rock Fest τα επόμενα χρόνια;
«Καταρχάς, δεν ξέρω αν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να πω τι «λείπει» από τις συναυλίες στην Ελλάδα, γιατί, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, λόγω του πολύ απαιτητικού προγράμματος που έχουμε όλα αυτά τα χρόνια, δεν έχω επουδενί τη δυνατότητα να βρίσκομαι παντού ή να παρακολουθώ από κοντά όσα πράγματα συμβαίνουν. Το μεγαλύτερο μέρος της εμπειρίας που έχω πλέον από συναυλίες και φεστιβάλ - λίγο από Ελλάδα αλλά κυρίως στο εξωτερικό- προέρχεται αναπόφευκτα από αυτά στα οποία συμμετέχουμε εμείς οι ίδιοι ως μπάντα.
Άρα θα ήταν λίγο παράλογο από τη δική μου πλευρά να εμφανιστώ ως κάποιος που έχει μια συνολική εικόνα και να αρχίσω να αποφασίζω τι λείπει, τι περισσεύει, τι γίνεται σωστά και τι λάθος. Δεν έχω ούτε την παντογνωσία ούτε κάποια απόλυτη αλήθεια πάνω σε αυτό και, για να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι την έχει κανείς.
Και θα ήταν επίσης άδικο απέναντι στους ανθρώπους που προσπαθούν καθημερινά να κάνουν πράγματα. Στο τέλος ο καθένας κάνει τη δική του προσπάθεια και δίνει αυτό που μπορεί, μέσα από τον χαρακτήρα του, την αισθητική του και τα δικά του ταυτοτικά χαρακτηριστικά. Και αυτά δεν δημιουργούνται στο κενό. Έχουν άμεση σχέση με τις εμπειρίες, τα βιώματα, τις μουσικές με τις οποίες μεγάλωσε ο καθένας, τους ανθρώπους που συνάντησε και τελικά με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τι σημαίνει μια συναυλία ή ένα φεστιβάλ.
Και βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, ούτε στο Chiliomodi Rock Fest υπάρχει κάποιο «εμείς» με την έννοια ότι τέσσερις - πέντε άνθρωποι αποφασίζουν και κάνουν τα πάντα. Έχουμε κι εμείς πολλαπλές ιδιότητες μέσα σε όλο αυτό - είμαστε μουσικοί, αλλά ταυτόχρονα εμπλεκόμαστε στην οργάνωση, στο label, στην παραγωγή και σε ένα σωρό διαφορετικά πράγματα. Και όσο περισσότερο μπαίνεις σε αυτή τη διαδικασία, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι ότι τίποτα από αυτά δεν μπορεί να γίνει από έναν άνθρωπο ή από μία μπάντα.
Πίσω από το φεστιβάλ υπάρχει ήδη ένα ολόκληρο δίκτυο ανθρώπων. Συνεργάτες από τον δικό μας κύκλο στην Ελλάδα, αλλά και σταθεροί συνεργάτες μας από το εξωτερικό - από τη Γερμανία, την Κροατία και τη Σερβία μέχρι τις χώρες της Βαλτικής -, άνθρωποι με τους οποίους δουλεύουμε τα τελευταία χρόνια και οι οποίοι, εδώ και περίπου έναν χρόνο που έχει αρχίσει να παίρνει πιο συγκεκριμένη μορφή όλο αυτό, έχουν συνδράμει ουσιαστικά στην προσπάθεια. Μας έχουν δώσει ιδέες, τεχνογνωσία και διαφορετικές οπτικές, ο καθένας μέσα από τη δική του εμπειρία από διαφορετικές χώρες, σκηνές και διοργανώσεις.
Παράλληλα υπάρχουν άνθρωποι από το πολύ στενό μας περιβάλλον που έχουν μπει στη διαδικασία και βοηθούν πραγματικά, αλλά και άνθρωποι από την ίδια την τοπική κοινωνία του Χιλιομοδίου, που γνωρίζουν τον τόπο και τις ιδιαιτερότητές του και χωρίς τους οποίους πολλά πράγματα απλώς δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν.
Και θέλω να το τονίσω αυτό γιατί, όσο εύκολο είναι να βλέπεις ένα όνομα πάνω σε μια αφίσα και να λες «το φεστιβάλ των 1000mods», στην πραγματικότητα πίσω από αυτό υπάρχει ένα ολόκληρο πλέγμα ανθρώπων, σχέσεων, εμπειρίας και δουλειάς. Χωρίς όλους αυτούς δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί τίποτα. Τόσο απλά.
Οπότε δεν θα ήθελα να σταθώ απέναντι σε όλο αυτό και να πω «αυτό λείπει και αυτό πρέπει να αλλάξει». Μπορώ περισσότερο να σου πω τι θα ήθελα εγώ να βλέπω, με βάση αυτά που έχω ζήσει και αυτά που προσωπικά με ενδιαφέρουν».
Ας γίνει έτσι, λοιπόν. Τι θα ήθελες εσύ να βλέπεις με βάση αυτά που έχεις ζήσει;
«Ίσως θα έλεγα μεγαλύτερη διάθεση για ρίσκο και περισσότερη περιέργεια. Line-ups που να μην είναι απολύτως προβλέψιμα, διαφορετικοί ήχοι που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζουν ότι δεν έχουν καμία δουλειά να βρίσκονται στην ίδια σκηνή, νέες μπάντες δίπλα σε πιο καθιερωμένες και καλλιτέχνες που δεν χρειάζεται πρώτα να έχουν αποδείξει την εμπορική τους αξία για να τους δοθεί χώρος.
Γιατί όταν πηγαίνεις συνεχώς στο σίγουρο, υπάρχει ο κίνδυνος κάποια στιγμή να δημιουργήσεις έναν κλειστό κύκλο: το κοινό ακούει αυτά που ήδη γνωρίζει, οι διοργανωτές προσφέρουν αυτά που γνωρίζουν ότι θέλει το κοινό και τελικά ο ένας επιβεβαιώνει διαρκώς τον άλλον. Δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό από μόνο του, αλλά προσωπικά βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρον αυτό που μπορεί να διαταράξει λίγο αυτή την ασφάλεια».
Όταν λες πιο «ανοιχτά» πράγματα τι ακριβώς εννοείς; Μουσικά ας πούμε;
«Δεν εννοώ μόνο μουσικά. Θα ήθελα να μην πηγαίνει απαραίτητα ο κόσμος σε ένα φεστιβάλ αποκλειστικά για να δει έναν συγκεκριμένο καλλιτέχνη ή μια μπάντα και μετά να φύγει. Να πηγαίνει και για τον ίδιο τον τόπο, τη φύση, τον χώρο, την ενέργεια που δημιουργείται εκεί. Να περιπλανηθεί, να κάτσει, να κάνει ίσως κάποια άλλη δράση, να αφεθεί λίγο στη φύση και να γνωρίσει ανθρώπους. Πάντα βέβαια με σεβασμό σε αυτή - το τονίζω, γιατί υπάρχει πυκνό δάσος δίπλα και, ειδικά με το θέμα των πυρκαγιών, χρειάζεται προσοχή και υπευθυνότητα. Να ακούσει κάτι που δεν είχε προγραμματίσει να ακούσει και ίσως τελικά να μείνει περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζε.
Γιατί για μένα ένα φεστιβάλ δεν είναι απλώς ένα timetable με μπάντες. Είναι μια ολόκληρη συνθήκη που δημιουργείται προσωρινά και μετά εξαφανίζεται. Για κάποιες ώρες συναντιούνται σε έναν συγκεκριμένο τόπο άνθρωποι, μουσικές, διαφορετικές ενέργειες και βιώματα που μπορεί να μην ξανασυναντηθούν ποτέ ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Και ακριβώς γι’ αυτό έχει αξία να είσαι πραγματικά μέσα σε αυτή τη συνθήκη όσο συμβαίνει.
Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, έχουμε και αυτή την περίεργη ανάγκη να καταγράφουμε σχεδόν τα πάντα. Πολλές φορές μοιάζει σαν να μην αρκεί πλέον να είσαι κάπου· πρέπει ταυτόχρονα να αποδεικνύεις ότι ήσουν εκεί. Να τραβήξεις το τραγούδι, το story, εσένα μπροστά από τη σκηνή. Δεν το λέω ηθικολογικά - όλοι το κάνουμε σε έναν βαθμό. Αλλά κάποια στιγμή η αναπαράσταση της εμπειρίας αρχίζει να ανταγωνίζεται την ίδια την εμπειρία.
Και ειδικά η μουσική, για μένα, χρειάζεται λίγο χρόνο για να μπεις μέσα της. Έχει κάτι σχεδόν τελετουργικό όλο αυτό: η αναμονή, ο χώρος, οι άνθρωποι γύρω σου, η ένταση πριν ξεκινήσει μια μπάντα, ο ήχος, το σώμα σου μέσα σε όλο αυτό. Αν κάθε λίγο βγαίνεις από τη στιγμή για να την καταγράψεις, κάπως χάνεται ένα μέρος της. Είσαι εκεί, αλλά ταυτόχρονα παρατηρείς τον εαυτό σου να είναι εκεί. Και αυτό θα ήθελα, αν συνεχιστεί το Chiliomodi Rock Fest, να μη χαθεί στην πορεία».
Και στο μετά; Στα επόμενα χρόνια;
«Δεν ξέρω αν θέλω να μιλήσω από τώρα για «τα επόμενα χρόνια», γιατί πρώτα πρέπει να κάνουμε το πρώτο και να δούμε τι ακριβώς δημιουργήσαμε. Σίγουρα όμως δεν θα ήθελα η εξέλιξή του να μετριέται αποκλειστικά με αριθμούς. Φέτος τόσα άτομα, του χρόνου τα διπλάσια, μετά μεγαλύτερο stage, μεγαλύτερο όνομα, μεγαλύτερος headliner. Το μεγαλύτερο δεν σημαίνει αναγκαστικά και καλύτερο.
Θα με ενδιέφερε πολύ περισσότερο να αποκτήσει τη δική του ταυτότητα. Και όχι να πούμε εμείς στον κόσμο πώς πρέπει να βιώσει κάτι - αυτό θα ήταν το ακριβώς αντίθετο από όσα λέω -, αλλά να δημιουργήσουμε μια συνθήκη αρκετά ενδιαφέρουσα ώστε να θέλει από μόνος του να αφεθεί λίγο σε αυτή. Να έρθει για μια μπάντα και να μείνει για κάτι άλλο. Να ανακαλύψει έναν ήχο, έναν άνθρωπο, ένα σημείο του χώρου που δεν περίμενε. Ή, ακόμα καλύτερα, κάποια στιγμή να έρθει χωρίς να γνωρίζει καν όλες τις μπάντες που παίζουν.
Να μπορεί να βλέπει το όνομα Chiliomodi Rock Fest και να υπάρχει μια εμπιστοσύνη ότι κάτι ενδιαφέρον θα συμβεί εκεί. Όχι απαραίτητα κάτι που θα του αρέσει όλο, αλλά κάτι που θα του δημιουργήσει ένα ερέθισμα, θα του κινήσει την περιέργεια ή θα τον βγάλει έστω για λίγο από αυτό που ήδη γνωρίζει.
Αν κάποτε φτάσουμε στο σημείο κάποιος να λέει «θα πάω στο Chiliomodi, δεν ξέρω ακριβώς ποιος παίζει, αλλά θέλω να δω τι θα συμβεί εκεί», τότε για μένα θα έχουμε πετύχει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από το να έχουμε απλώς έναν μεγάλο headliner.
Γιατί τότε το φεστιβάλ δεν θα είναι απλώς η αφίσα του. Θα είναι ο τόπος, η μουσική, οι άνθρωποι και όλα αυτά που μπορούν να συμβούν μεταξύ τους για λίγες ώρες. Και για μένα, κάπου εκεί βρίσκεται η ουσία».
Αν υποθέσουμε ότι κάποιος που θα έρθει στο φεστιβάλ, βλέπει φως και μπαίνει χωρίς να γνωρίζει τίποτα για τους 1000mods. Ποιο είναι το ένα συναίσθημα με το οποίο θα θέλατε να φύγει από εκεί;
«Αυτός που περιγράφεις θα φύγει σίγουρα έντρομος και θα έχει ήδη κλείσει ραντεβού με ΩΡΛ. [γέλια]
Πέρα από την πλάκα, δεν ξέρω αν θα ήθελα να του υποδείξω εγώ ποιο πρέπει να είναι αυτό το συναίσθημα. Θα ήταν και λίγο αντιφατικό με όλα όσα έλεγα προηγουμένως. Δεν χρειάζεται να φύγει απαραίτητα ενθουσιασμένος, ούτε να του αρέσουν όλες οι μπάντες. Μπορεί κάτι να τον ξενίσει, κάτι άλλο να μην το καταλάβει καθόλου και κάτι τρίτο να τον χτυπήσει εκεί που δεν το περίμενε.
Μπορεί να είναι μια παύση, μια κραυγή, μια δυναμική, μια ένταση. Μπορεί να είναι αυτή η κάπως χειμαρρώδης, διονυσιακή υπέρβαση που μπορεί να δημιουργήσει η ζωντανή μουσική και η ενταση και ο ιδιοσυντονισμός, όταν για λίγο σταματάς να παρατηρείς τον εαυτό σου και απλώς συμμετέχεις σε αυτό που συμβαίνει. Μπορεί όμως να είναι και κάτι πολύ πιο ήσυχο, μια μικρή στιγμή που για κάποιον ανεξήγητο λόγο μένει μαζί σου μετά.
Και μπορεί φυσικά να μη του δώσει και τίποτα. Και αυτό είναι απολύτως θεμιτό και πραγματικά λογικό. Δεν υπάρχει καμία υποχρέωση να συγκινηθείς, να συνδεθείς ή να βρεις κάποιο βαθύτερο νόημα σε κάθε εμπειρία. Μερικές φορές κάτι απλώς δεν σε αφορά, δεν είναι η στιγμή σου ή δεν μιλάει τη δική σου γλώσσα. Και αυτό είναι μέρος του παιχνιδιού.
Αν όμως έπρεπε οπωσδήποτε να διαλέξω κάτι, ίσως θα έλεγα την περιέργεια. Να φύγει έχοντας μέσα του έστω μια μικρή απορία: ''Τι ήταν αυτό που άκουσα; Ποιοι ήταν αυτοί; Τι άλλο υπάρχει γύρω από αυτή τη μουσική;''. Γιατί η περιέργεια έχει συνέχεια. Δεν τελειώνει μαζί με το τελευταίο τραγούδι.
Ίσως τελικά να μη με ενδιαφέρει τόσο με ποιο συναίσθημα θα φύγει, όσο να υπάρχει έστω η πιθανότητα μιας μικρής μετατόπισης. Όχι με κάποια βαρύγδουπη έννοια ότι ένα φεστιβάλ θα του αλλάξει τη ζωή. Μπορεί να είναι μια άλλη μπάντα, ένας άνθρωπος που γνώρισε εκεί, μια κουβέντα, ο ίδιος ο χώρος, ένας ήχος ή κάτι που εκείνη τη στιγμή δεν μπορεί καν να προσδιορίσει.
Δεν μπορείς άλλωστε να σχεδιάσεις εκ των προτέρων τι θα πάρει ο καθένας από μια εμπειρία. Μπορείς μόνο να δημιουργήσεις τις συνθήκες ώστε κάτι να έχει την πιθανότητα να συμβεί.
Οπότε, αν πρέπει να πω μία λέξη: περιέργεια. Αν πρέπει να πω περισσότερες: ένταση, έκπληξη, μια μικρή υπέρβαση. Ή και απολύτως τίποτα. Όλα μέσα είναι.
Και, ιδανικά, με την ακοή του ακόμα σε λειτουργία.και ανευ καποιων ανεπιθύμητων πονοκεφάλων [γέλια]».
«Θα ήθελα, αν το φεστιβάλ επιβιώσει, να το κάνει χωρίς να χάσει τον λόγο που δημιουργήθηκε»
Ας υποθέσουμε πάλι ότι βρισκόμαστε δέκα χρόνια μετά. Ποια θα ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία για εσάς; Να έχει γίνει το Chiliomodi Rock Fest ένας διεθνής θεσμός ή να διατηρήσει για πάντα τον χαρακτήρα μιας μεγάλης παρέας που μαζεύεται κάθε χρόνο στο ίδιο μέρος;
Μήπως το έχεις πιστέψει λίγο παραπάνω σε σχέση με εμάς; [γέλια] Δέκα χρόνια μετά, διεθνής θεσμός... κάτσε να κάνουμε πρώτα το πρώτο! Τι «θεσμός», μωρέ; φοβάμαι! [γέλια] αστειεύομαι και εκτιμώ όπως το λες, αλλά…
Ας γίνει πρώτα αυτό που έχουμε μπροστά μας, να δούμε τι είναι, πώς θα λειτουργήσει, τι θα αφήσει και μετά βλέπουμε. Δέκα χρόνια είναι τεράστιο διάστημα και εδώ ακόμα προσπαθούμε να κάνουμε όσο καλύτερα μπορούμε αυτό που πρόκειται να συμβεί τώρα.
Και γενικότερα έχω έναν μικρό προβληματισμό με αυτή την ανάγκη που έχουμε πολλές φορές, πριν καν συμβεί κάτι, να πρέπει αμέσως να αποφασίσουμε τι θα γίνει μετά. Να γίνει το πρώτο, μετά μεγαλύτερο, μετά διεθνές, μετά θεσμός, μετά κάτι ακόμα. Σαν αυτό που υπάρχει τώρα να μην είναι ποτέ αρκετό από μόνο του και να χρειάζεται διαρκώς να μετασχηματίζεται σε κάτι μεγαλύτερο για να αποκτήσει αξία.
Εγώ θα έλεγα να μείνουμε λίγο σε αυτό που πρόκειται να συμβεί τώρα. Σήμερα, αύριο, σε αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Γιατί τα πράγματα αλλάζουν, κινούνται, ρέουν και πολλές φορές καταλήγουν σε τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις από αυτές που είχες φανταστεί. Και πρέπει να είμαστε ανοιχτοί και έτοιμοι και γι’ αυτό. Δεν χρειάζεται να υποθηκεύσουμε το μέλλον προκαθορίζοντας από τώρα τι μορφή πρέπει να πάρει κάτι που δεν έχει ακόμα καν συμβεί.
Να το κάνουμε όσο καλύτερα μπορούμε, να το ζήσουμε και μετά να δούμε τι δημιούργησε, τι λειτούργησε, τι δεν λειτούργησε και κυρίως προς τα πού μπορεί να πάει. Δεν χρειάζεται να πιέζουμε κάθε πράγμα να γίνει με το ζόρι κάτι άλλο πριν καν καταλάβουμε τι πραγματικά είναι.
Και στην τελική, ας γίνει αυτό το φεστιβάλ και ας μην ξαναγίνει ποτέ. Υπάρχει και αυτή η πιθανότητα και πρέπει να είμαστε ΟΚ και με αυτή. Δεν σημαίνει ότι απέτυχε επειδή δεν επαναλήφθηκε. Μπορεί κάτι να υπάρξει μία φορά, να δημιουργήσει ό,τι είχε να δημιουργήσει, να αφήσει τις εμπειρίες, τις σχέσεις και τις αναμνήσεις του και να τελειώσει εκεί. Δεν χρειάζεται οτιδήποτε όμορφο συμβαίνει να αποκτά υποχρεωτικά διάρκεια για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Υπάρχει και μια αξία στην αποδοχή ότι κάποια πράγματα μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ήταν - και τίποτα περισσότερο.
Τώρα, αν παίξουμε το παιχνίδι της ερώτησης και μεταφερθούμε πράγματι δέκα χρόνια μπροστά, δεν ξέρω αν αυτά τα δύο που βάζεις είναι αναγκαστικά αντίθετα. Ένα φεστιβάλ μπορεί να αποκτήσει διεθνή χαρακτήρα και ταυτόχρονα να διατηρήσει κάτι από την αμεσότητα και την ανθρώπινη κλίμακα με την οποία ξεκίνησε. Και επίσης δεν ξέρω αν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η λέξη «θεσμός».
Για μένα μεγαλύτερη επιτυχία θα ήταν, αν εξακολουθεί να υπάρχει τότε, να έχει καταφέρει να επιβιώσει χωρίς να χάσει τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκε».
Και τι σημαίνει για σένα το «να έχει επιβιώσει»;
«Δεν σημαίνει απαραίτητα να έχει γίνει μεγαλύτερο. Μπορεί να έχει 2.000 ανθρώπους, μπορεί 10.000, μπορεί να έχει αλλάξει μορφή, μπορεί να έχει μετακινηθεί μουσικά, μπορεί ακόμα και να μη συμμετέχουμε εμείς με τον ίδιο τρόπο.
Μάλιστα, θα είχε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον να έχει αποκτήσει κάποια στιγμή μια δική του ζωή που να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τους 1000mods.
Αν σε δέκα χρόνια υπάρχουν νεότεροι άνθρωποι από την περιοχή ή από οπουδήποτε αλλού που έχουν μπει μέσα σε αυτό, το έχουν αλλάξει, έχουν φέρει άλλες μουσικές, άλλες ιδέες, άλλους τρόπους σκέψης και ενδεχομένως μας έχουν πει κιόλας «κάντε λίγο στην άκρη τώρα», αυτό για μένα θα ήταν μάλλον ένδειξη επιτυχίας. [γέλια]
Γιατί διαφορετικά υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να προσπαθείς να συντηρήσεις τεχνητά την εικόνα της «παρέας που ξεκίνησε κάτι». Και η παρέα από μόνη της δεν είναι αξία αν κάποια στιγμή μετατραπεί σε έναν κλειστό κύκλο που αναπαράγει συνεχώς τον εαυτό του.
Για μένα κάτι παραμένει ζωντανό όχι επειδή καταφέρνει να μένει ίδιο, αλλά επειδή μπορεί να αλλάζει χωρίς να χάνει απαραίτητα τον πυρήνα του. Να δέχεται καινούργιους ανθρώπους, να μετασχηματίζεται, να δημιουργεί πράγματα που εμείς σήμερα ούτε μπορούμε ούτε χρειάζεται να προβλέψουμε.
Οπότε αν με ρωτάς τι θα ήθελα να δω σε δέκα χρόνια, δεν θα σου έλεγα ούτε «έναν διεθνή θεσμό» ούτε «την ίδια μεγάλη παρέα». Θα ήθελα, αν υπάρχει ακόμα, να δω κάτι ζωντανό.
Κάτι που μπορεί να ξεκίνησε από εμάς αλλά δεν χρειάζεται να μας ανήκει για πάντα. Που μπορεί να έχει μεγαλώσει, να έχει μικρύνει, να έχει αλλάξει εντελώς μορφή, αλλά εξακολουθεί να δημιουργεί συναντήσεις, μουσικές, περιέργεια και καινούργιες διαδρομές.
Και αν σε δέκα χρόνια μας έχει ξεπεράσει με έναν τρόπο που σήμερα δεν μπορούμε καν να φανταστούμε, τότε μάλλον κάτι κάναμε σωστά.
Αλλά μέχρι τότε... ας καταφέρουμε πρώτα να κάνουμε το πρώτο. [γέλια]».
Ένα μήνυμα στους αναγνώστες του Reader που πιθανότατα θα έχουν βάλει στο πρόγραμμα να έρθουν στο φεστιβάλ ή ακόμα σκέφτονται το αν αξίζει τον κόπο να κάνουν αυτό το ταξίδι
«Να συνεχίσουν να διαβάζουν, να ενημερώνονται και να στηρίζουν την ανεξάρτητη ενημέρωση. Είμαι κι εγώ αναγνώστης και χαίρομαι που υπάρχουν μέσα που εξακολουθούν να δίνουν χώρο σε διαφορετικές φωνές και πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας.
Θα χαρούμε πολύ να έρθουν στο φεστιβάλ και να συμμετέχουν σε όλο αυτό. Πιστεύω ότι θα είναι μια όμορφη και κάπως διαφορετική εμπειρία. Και όσοι ακόμα το σκέφτονται, αν τους κινεί έστω λίγο την περιέργεια, θα χαρούμε να τους δούμε εκεί.
Να είστε καλά και σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο και τη συνέντευξη».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.