Ο περισσότερος κόσμος μιλάει για τη νύχτα της Θεσσαλονίκης. Όσοι γνωρίζουν πραγματικά όμως την πόλη, ξέρουν ότι τίποτα δεν συγκρίνεται με τις ανοιξιάτικες μέρες της. Εκείνοι που την εγκατέλειψαν για να ξεφύγουν από τα «όρια» της, ίσως ακόμα να ψάχνουν να βρουν χαραμάδες του δικού της ήλιου, πίσω από ψηλότερα ταβάνια.
Ο Σταύρος Κιουτσιούκης διατηρεί μια ερωτική σχέση ζωής με την Θεσσαλονίκη και την άνοιξη. Όταν μάλιστα οι τρεις τους συντονίζονται σε μέρες σαν κι αυτές, το μυαλό ανθίζει και δημιουργεί ερωτικές ιστορίες εμπνευσμένες από την αγαπημένη του εποχή.
Συναντηθήκαμε στο Στόρι της Ολύμπου, στο στέκι του. Επιλέξαμε μπύρα αντί για καφέ και περάσαμε παρέα τις επόμενες ώρες να συζητάμε για τον έρωτα, την άνοιξη, την γυναικεία σεξουαλικότητα, την Θεσσαλονίκη και πάλι για τον έρωτα. Αιωρείται άλλωστε πάνω από τις περισσότερες θεματικές, ως κοινός παρονομαστής.

«Στη ζωή πάντα είμαι ερωτευμένος, αλλά οι μορφές που βάζω στα σκίτσα μου είναι διάφορες, γιατί δεν χρειάζεται να φυλακίζω τη σκέψη μου σε ένα πρόσωπο. Η δική μου δρακουλίτσα, για κάποιον άλλον, μπορεί να είναι μια κοκκινομάλλα. Η αρχική εικόνα είναι απλώς πρόσωπα, το ζητούμενο είναι να δούμε πίσω από αυτή. Ο έρωτας του καθενός είναι διαφορετικός», εξηγεί ο Σταύρος.
«Πιστεύω ότι μπορείς να ερωτευτείς κάποιον χωρίς να τον ακούσεις καν να μιλάει. Μπορείς, βέβαια, και να τον ξερωτευτείς μόλις τον ακούσεις να μιλάει. Νομίζω ότι όλη μου η δουλειά έχει εμπνευστεί από τα συναισθήματά μου για γυναίκες, αλλά δεν είναι προσωποποιημένα απαραίτητα. Υπάρχουν αναφορές, αλλά δεν είναι ερωτικές εξομολογήσεις. Τα μόνα πραγματικά είναι οι σκηνές οργίων» λέει γελώντας και μιλάει για την σημασία του να παραμένεις αληθινός και ειλικρινής όταν εκφράζεσαι μέσα από την τέχνη σου.

«Προσπαθώ να απελευθερώνω όσα δεν μπορούσα να πω παλιότερα. Κι όσο το κάνω, φαίνεται να νιώθουν άνετα και οι άνθρωποι γύρω μου. Όλο αυτό ξεκίνησε πριν χρόνια με τα ποδολαγνικά σκίτσα, δεν συζητούσε κανείς για την ποδολαγνία τότε. Εγώ την συζητούσα με κάποιους παιδικούς φίλους, 25 χρόνια πριν. Όταν άρχισα να το λέω, έλεγα ότι είναι ο δικός μου φετιχισμός, ας τον αναφέρω, θα υπάρχουν άλλοι 10. Στην πορεία ανακάλυπτα ότι είναι πολλοί παραπάνω από 10, που το είχαμε φυλακισμένο μέσα μας. Δε μπορώ να σκιτσάρω φετιχισμούς που δεν είναι στο δικό μου σύμπαν, γιατί θα πω ψέματα».
Στα εφηβικά χρόνια, υπήρχαν κάποιες αδυναμίες στην επικοινωνία, ιδίως με το άλλο φύλο. Παράλληλα όμως, έβγαιναν στην επιφάνεια και τα πιο δυνατά σημεία στον χαρακτήρα του Σταύρου. Ένα από αυτά, ήταν ξεκάθαρα το να λέει ιστορίες.
«Μέσα από αυτή τη διαδικασία έχτισα την ικανότητα της επικοινωνίας. Άρχισα να εκφράζω την άποψή μου για τον έρωτα και να εμβαθύνω σε δεύτερη ανάγνωση. Είδα ότι ο λόγος μου είναι το δυνατό μου σημείο. Όταν το κατάλαβα, την έπεσα στο κορίτσι που μου άρεσε, έφαγα τα μούτρα μου και συνέχισα την προσπάθεια.
Ο κάθε άνθρωπος μέσα από τη ζωή και τις εμπειρίες του χτίζει τον τρόπο που επικοινωνεί με το περιβάλλον του. Ο δικός μου ακροβατεί μεταξύ φανταστικού και πραγματικότητας. Εννοείται ότι κάθε φορά που έχω ερωτευτεί στη ζωή μου, έχω πλάσει μια ιστορία, που είναι λίγο κόμικ, λίγο αφήγηση και πάνω σε αυτή χτίζω την επικοινωνία μου. Πάντα έχω την τάση να δω το αύριο, την επόμενη σελίδα».

Το αύριο ενός έρωτα που δεν έρχεται ποτέ μπορεί να είναι σκληρό, αλλά αρκετά συχνά μετατρέπεται σε δεξαμενή έμπνευσης για έναν καλλιτέχνη.
«Σε βάζει στη διαδικασία να μιλήσεις όπως θα μιλούσες στον έρωτά σου και να του εκδηλώσεις τα συναισθήματά σου. Ο παραλήπτης μπορεί να μην είναι πλέον ένα πρόσωπο αλλά το κοινό, που θα βρει εκεί μια ταύτιση. Όλοι έχουμε περάσει μέσα από αυτά. Είτε ένας έρωτας ευοδωθεί είτε όχι, μας αφήνει κάτι. Ένα από τα πράγματα που δίνει σε έναν καλλιτέχνη είναι το έργο του.
Υπάρχουν σκίτσα με πόνο. Αλλά με λύτρωναν κι εμένα. Μου δίνει τη δυνατότητα, αντί να είμαι με δυο φίλους στο μπαρ και να τους λέω τι συνέβη (που ευτυχώς την έχω), να μπορώ να το πω πιο ανοιχτά, να επικοινωνήσω την κατάστασή μου, το τι με στεναχώρησε ή με έκανε να χαρώ. Ποιος δεν έχει πονέσει από τον έρωτα;», αναρωτιέται και πίνει μια γουλιά μπύρα.

Το Inbox του Σταύρου είναι γεμάτο με ομόρφα λόγια για τα σκίτσα του. Ενίοτε και με περίεργες εικόνες. Τα πιο σημαντικά μηνύματα όμως, έρχονται από θηλυκότητες που είδαν τον καθρέφτη τους μέσα από σκίτσα σχετικά με την γυναικεία σεξουαλικότητα, μια κουβέντα που σε αρκετά σπίτια ακόμα παραμένει άγνωστη μέχρι και σήμερα.
«Υπάρχει ένα στοιχείο γύρω από το ερωτικό που έχει ανοίξει αυτή την πόρτα. Είναι ο γυναικείος αυνανισμός, η απόλαυση, η ηδονή της γυναίκας είτε στο σεξ είτε στον αυνανισμό. Η γενιά μου δε μπορούσε να το αντιληφθεί, το ανακάλυψα στα 22 μου, γιατί νομίζαμε ότι είναι αντρικό κεκτημένο. Όταν το ανακάλυψα και άρχισα να κάνω ερωτικά κόμικς, αποφάσισα ότι ήθελα να το εντάξω.
«Είναι πολύ απελευθερωτικό να βλέπουμε τη γυναικεία ηδονή. Να πάψει αυτή η αίσθηση ότι ο άντρας απολαμβάνει και η γυναίκα είναι απλώς ένα αντικείμενο για να απολαύσει ο άντρας. Και μάλιστα η γυναίκα όχι απλώς απολαμβάνει, αλλά μπορεί να απολαύσει και μόνη της τις ηδονές της. Αυτό είναι το στοιχείο που εκτιμούν οι γυναίκες στη δουλειά μου. Τις δείχνω απελευθερωμένες, να εκφράζουν τις ηδονές και τις επιθυμίες τους, χωρίς να είναι στερεοτυπικές στα σκίτσα, με οποιαδήποτε εμφάνιση, απολαμβάνουν όλα όσα θέλουν να απολαμβάνουν».
Τα πρώτα ερωτικά κόμικς του Σταύρου Κιουτσιούκη γεννήθηκαν στην αποθήκη ενός φαρμακείου σε ένα μικρό χωριό της Καβάλας. Αυτό ήταν και το δικό του φάρμακο στο λίγο άρρωστο πέρασμα του από τον φαρμακευτικό κλάδο. Μια διαδρομή δέκα έτων που άφησε πίσω της κάποιες ιστορίες, κάπως αστεία τραγικές, ή τραγικά αστείες.
«Μου αρέσει η χημεία σαν επιστήμη, αλλά το επαγγελματικό κομμάτι δε με έπειθε. Όταν δούλευα ως υπάλληλος, εντάξει. Όταν όμως άνοιξα δικό μου φαρμακείο, μεγάλο λάθος, ένιωσα πολύ σύντομα ότι κάτι δεν πάει καλά. Ήρθε μετά και η κλωτσιά της κρίσης το 2012 και κατάλαβα ότι δε μπορούσα να το στηρίξω. Όλα αυτά συνέβαιναν στην Αρεθούσα, πάνω από τη Ρεντίνα στη Θεσσαλονίκη.
Περνούσα πολύ δύσκολα ψυχολογικά. Εν τω μεταξύ, οι περισσότεροι που δεν έχουν εμπειρία λένε ότι εντάξει, ένα χωριό με γέρους είναι, θα έχεις πελατεία. Αυτό που δεν σκέφτονται όμως είναι ότι μια επιχείρηση θέλει κόσμο για να λειτουργεί. Και οι γέροι, πεθαίνουν. Μου φάνηκε σαν οιωνός ότι έπρεπε να φύγω. Μια σκληρή πραγματικότητα, αλλά έτσι ήταν».

Εκείνη την περίοδο, τα κόμικς ήταν παρελθόν. Για να γίνουν όμως το παρόν και το μέλλον του, χρειάστηκε μια συγκυρία. «Όταν άνοιξα το φαρμακείο είπα στον φίλο μου και εκδότη Πάνο Κρητικό ότι σταματάω επειδή είναι αδύνατο να κάνω κόμικς τη στιγμή που έχω ανοίξει μια επιχείρηση. Μετά από δέκα λεπτά κουβέντας μου είπε αυθόρμητα "γιατί δεν κάνεις μια ερωτική ιστορία, μια τσόντα;". Του λέω βρε καλέ μου άνθρωπε, δεν ξανακάνω, ήρθα για τη μπύρα στο φεστιβάλ. Μετά από δέκα μέρες είχα ήδη στο μυαλό μου την πρώτη ιστορία. Ήταν αναπόφευκτο, έπαιζε στο μυαλό μου, χρειαζόμουν έναν φίλο μου να μου πει απλώς κάν'το.
Η πρώτη ιστορία λεγόταν ο δεξιοτέχνης, είχε πάει πολύ καλά, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ερωτικά κόμικς. Υπήρξαν κάποια τη δεκαετία του '80, στα τέλη της και στα 90s κάποια ιταλικά. Ήταν παρθένο το έδαφος, δε μπορούσα να φανταστώ ότι θα αγαπηθεί τόσο πολύ και τόσο γρήγορα.
Δε μπορούσα να το αποφύγω. Οτιδήποτε μου συνέβαινε ήθελα να το πω μέσα από τα κόμικς, είναι ο δικός μου τρόπος έκφρασης. Δεν εξομολογούμαι έρωτες, αλλά εξομολογούμαι το ότι είμαι ερωτευμένος. Και να πάψεις να είσαι ερωτευμένος, το πολύ σε έξι μήνες θα είναι άνοιξη, άρα δε μπορείς να το αποφύγεις, πάλι ερωτευμένος θα είσαι».

Άνοιξη, καλοκαίρι και πάλι άνοιξη. Είναι η εποχή του και έχει λόγους για αυτό.
«Με εμπνέει πολύ η άνοιξη και με βοηθάει. Είμαι άνθρωπος της ζέστης, του καλού καιρού, δε μ’ αρέσει ο χειμώνας. Με βαραίνει και με δυσκολεύει. Είμαι σκουτεράς και έχω ανάγκη τον καλό καιρό για να κυκλοφορώ. Το καλοκαίρι και την άνοιξη σα να απελευθερώνονται τα συναισθήματα όλων των ανθρώπων. Κυλάει και η δουλειά μου πιο εύκολα».
Ακριβώς απέναντι μας, είναι παρκαρισμένη η βέσπα του, ένας από τους έρωτες του.
«Η πρώτη επαφή ήταν με την βέσπα του γιου της νονάς μου. Ηλικιακά άρχισαν οι φίλοι μου να έχουν παπάκια και ήθελα κι εγώ ένα δίκυκλο, από μια συγκυρία ήρθε μια βέσπα και κλείδωσε εκεί. Συνδυάστηκε και με τις μουσικές που ανακάλυπτα τότε, 60s garage κι όλα αυτά, συνδέθηκε όλη η κουλτούρα, έγινε μανία, είμαι συλλέκτης. Έχουμε να μαυσωλείο κάπου στην πόλη που βάζουμε τα βεσπακάκια μας. Ζωή να έχουν.
Το περασμένο καλοκαίρι πήγαμε Βαλκάνια με τη σύντροφό μου, με εκείνη τη βέσπα (σ.σ. Ήταν παρκαρισμένη εκεί δίπλα): Αλβανία, Μαυροβούνιο, Σερβία, Βόρεια Μακεδονία και πίσω. 9 μέρες, ήταν οι διακοπές μας. Ήταν εμπειρία. Το είχαμε βαφτίσει τα Κιλκίς των Βαλκανίων γιατί πηγαίναμε σε μικρές, ασημάντες πόλεις που δεν είχαν τίποτα το τουριστικό να δείξουν. Θα παρεξηγηθεί κανένας Κιλκισιώτης, αλλά δεν πειράζει. Στην πόλη γίνονται πράγματα, απλώς δεν έχει πολύ κόσμο».

Σε χρόνο ενεστώτα πλέον, ο Σταύρος μπορεί και ζει πλέον από το χόμπι του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σταματάει να δουλεύει. Ο ίδιος άνθρωπος που εξυπηρετούσε γέρους στην Αρεθούσα, τα κατάφερε.
«Δεν ισχύει φυσικά ότι δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις ούτε μια μέρα. Κάνεις και υποχωρήσεις, αλλά γενικά νιώθω ότι έφτιαξα μια ζωή όπως τη θέλω επαγγελματικά σε ένα επαγγελμα που υπάρχει και δεν υπάρχει. Πριν 10 χρόνια ήταν αδύνατο, τώρα κάποιοι λίγοι, μαξ 20, ζούμε από αυτό. Πρέπει να κάνεις παραγγελίες, commissions, merch», λέει ο Σταύρος και εξηγεί επίσης τον λογο που απέχει πλέον λίγο από την κοινωνικοπολιτική θεματολογία.
«Ο λόγος που το έκοψα είναι ότι υπάρχει ένα επάγγελμα από μόνο του και λέγεται πολιτική γελοιογραφία και κάποιοι άνθρωποι πληρώνονται για αυτό. Νιώθω σαν να πηγαίνω δίπλα στους μανάβηδες της λαϊκής και να πουλάω ντομάτες μόνος μου. Με κάποια σκίτσα θα την πω την άποψή μου απλώς δεν θέλω να μπαίνω στα χωράφια των ανθρώπων αυτών. Καλύτερα ας διαχωρίσουμε τον τρόπο που ο καθένας από εμάς δουλεύει», εξηγεί και περνάει στις νεκρολογίες.

«Έχω υπάρξει και εγώ μοιρολογήτρα, έχω κάνει σκίτσα και μετά λέω ότι δεν προσφέρει κάτι, απλώς λέω δημόσια ότι εγώ τον εκτιμούσα. Έχω μια δυσκολία να εξαργυρώνεται και ο θάνατος κάποιου ανθρώπου. Είχα κάνει ένα σκίτσο από το “Ας περιμένουν οι γυναίκες” και μου έλεγαν κάνε τσάντες και μπλούζες. Λέω μισό λεπτό, απλώς μου αρέσει η ταινία, δεν θα βγάλω λεφτά από την δουλειά κάποιου άλλου. Πάντως έβγαλα κάτι λίγες τσάντες για το γαμώτο».
Επιστρέφουμε την συζήτηση πίσω στον έρωτα και συγκεκριμένα στο μηχανισμό του που λειτουργεί ως όχημα στην τέχνη για να μιλήσεις και για τον ίδιο καθώς και για άλλα πράγματα.
«Το πιο ιντριγκαδόρικο σε κάθε έρωτα είναι η προσπάθεια να τον εκδηλωθεί. Σε όλους μου τους έρωτες είχα πάντα την αγωνία για το πώς να τον εκδηλώσω χωρίς να φανώ αδέξιος, πώς να δείξω το ενδιαφέρον μου και στον τωρινό μου έρωτα το ζητούμενο ήταν να μην είμαι χοντροκομμένος, πώς να τα καταφέρω να πω “είμαι ερωτευμένος μαζί σου” χωρίς να είναι αυτό το πιο τρομακτικό πράγμα που άκουσε στη ζωή της. Ακόμα κι αν κάποιες φορές γίνεις άβολος, θα εκτιμηθεί μετά, γιατί ο έρωτας έχει τη μαγεία της αδεξιότητας. Το πρώτο μου ερωτικό μου κόμικ ήταν ο δεξιοτέχνης, αλλά το όχημα μου στον έρωτα ήταν η αδεξιότητα».
Η ώρα περνάει και έχουμε αρχίσει λίγο να κρυώνουμε. Κρατήσαμε όμως, την καλύτερη συζήτηση για το τέλος. Θεσσαλονίκη.
«Η πόλη αυτή είναι ένας έρωτας. Όπως οι έρωτες είναι μια δίνη που σε καταπίνει και εσύ θέλεις να της δίνεις πράγματα και να την τροφοδοτείς, γιατί αν τους εγκαταλείψεις την άλλη μέρα δεν έχουν αξία, έτσι είναι και η Θεσσαλονίκη. Έχω χίλιους καλούς λόγους να φύγω και να πάω στην Αθήνα, το μόνο που με προβληματίζει αν πάω στην Αθήνα είναι ότι δεν θα είμαι στη Θεσσαλονίκη. Θα έχω εγκαταλείψει έναν έρωτα.
Έχω δει φίλους που έφτασαν σε ένα ταβάνι δημιουργικά εδώ, να κατεβαίνουν στην Αθήνα και να έχουν ένα νέο ταβάνι πολύ υψηλότερο. Είναι μια πραγματικότητα. Υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες και περισσότερος κόσμος που θα ενδιαφερθεί για αυτό που κάνεις. Αλλά καλό είναι να μην αφήνεις έναν έρωτα για κάτι που θα είναι φαινομενικά καλύτερο.
Η Θεσσαλονίκη είναι σαν το καμπάρι, το καμπάρι είναι το ποτό μου, είτε το μισείς είτε το λατρεύεις. Αν το κόψεις, θα σου λείψει πάρα πολύ. Για αυτό το πίνεις συντηρητικά για να μη χρειαστεί να το κόψεις».
Κι αν έχεις πιει το βράδυ, την επόμενη μέρα πίνεις καμπάρι για να στρώσεις, τον ρωτάω.
«Ε, ναι. (Γέλια) Μα ήμουν και φαρμακοποιός, εξηγείται και επιστημονικά. Αρχικά το έχει εξηγήσει και ο λαός μας λέγοντας ότι «άλογο που σε έριξε, ξανά καβάλησε το». Λαϊκή ρήση. Στην επιστήμη λέγεται «σύνδρομο της ακεταλδεΰδης». Χρειάζεσαι μετά από hangover καλό αλκοόλ, όχι απαραίτητα καμπάρι, ώστε να καλύψει τον μεταβολισμό του κακού αλκοόλ, της μεθανόλης, σε ακεταλδεΰδη. Και όντως, γίνεσαι καλύτερα. Είναι οκ να συνερχόσαι με αλκοόλ, αλλά σε λογικά επίπεδα. Εντάξει, και με πορτοκάλι και ντεπόν γίνεται η δουλειά αλλά οκέι».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.