Μενού

«Ερχόμουν με φόρα από το μείον άπειρο!»: Ο Ρένος Χαραλαμπίδης πίσω από τις ταινίες του

renos xaralampidis
Τζίνα Σκανδάμη
  • Α-
  • Α+

Είναι το 2005 και ο Ρένος Χαραλαμπίδης έχει αφήσει πίσω του την ταινία «Φτηνά Τσιγάρα» που κυνηγήθηκε από τους κριτικούς και μάλλον δεν «έσκισε» στα ταμεία.

Συμβαίνουν τόσα εκείνη την εποχή στα ελληνικά media, ακόμα η τηλεόραση δοξάζει και δοξάζεται, ακόμα το lifestyle των περιοδικών δημιουργεί χάρτινους γίγαντες, εξυψώνει φελλούς, ενώ το Ίντερνετ απειλεί το χαρτί της εφημερίδας, την ίδια την ύπαρξη της μουσικής ως δισκογραφία, ίσως ακόμα και το σινεμά.

Οι συνειδητά τρελοί και αυτοί που αντιστέκονται στις μόδες και δεν ταιριάζουν στα glamorous «παρέακια» ίσως και να είναι έξτρα εκπαιδευμένοι στο να αντέχουν, να επιβιώνουν.

Το 2005 ο Ρένος Χαραλαμπίδης βγάζει τη νέα του ταινία, την «Καρδιά του Κτήνους». Προς το τέλος, μια μητέρα μιλάει μέσα στις σκέψεις του πρωταγωνιστή, του Στέφανου Τζουτζέ (Τζουτζές, άκου όνομα...). Τα λόγια της μοιάζουν να απευθύνονται σε κάθε τρελό παιδί εκεί έξω, που δεν ξέρει αν καίγεται απ' τα όνειρα του ή αν του χαρίζουν μια ανομολόγητη υπερδύναμη. 

Γεννήθηκες κάτω από τυχερό αστέρι παίδι μου,

Η σημερινή σου ατυχία είναι η αυριανή σου τύχη.

Αγάπησε τον εαυτό σου για να μπορείς να αγαπήσεις και τους άλλους.

Κι όμως δεν είναι η «Καρδιά του Κτήνους» η κυρίαρχη αφορμή για να συναντήσω τον Ρένο Χαραλαμπίδη αν και έχει προηγηθεί μια προβολή της σε κεντρικό σινεμά της Αθήνας, παρουσία του μυθικού Γιώργου Βουλτζάτη («ΑΣΦΑΛΩΣ»...), του Μάνου Βακούση (που απήγγειλε ποιήμα του Σαίξπηρ), του Σπύρου Μπιμπίλα και πολλών ακόμα επώνυμων και ανώνυμων φίλων του σινεμά του. Σήμερα μιλάμε γι' αυτό που τα ξεκίνησε όλα, για την ταινία No Budget Story που γεννήθηκε πριν από 30 χρόνια.

Μέσα δεκαετίας του 1990, θυμάμαι τον εαυτό μου να βλέπει στα κρυφά ελληνικές ταινίες με τους γονείς μου. Ο Τσαλαπετεινός του Γουάιομινγκ, το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού, Τέλος Εποχής. Θλίψη και μελαγχολία και σουρεαλιστικές εικόνες. Και ξαφνικά βγαίνεις εσύ και κάνεις μια ταινία για τις ζωές των απλών ανθρώπων, ένα No Budget Story, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μια ταινία που μας κάνει να γελάσουμε, απενοχοποιημένα. 

Τι ωραία που το τοποθετείς! Στο ξεκίνημα μου ήμουν σαν ένας μετεωρίτης που είχε έρθει από το σύμπαν του κινηματογράφου, για να χτυπήσει το ελληνικό σινεμά με το No Budget Story, που γυρίστηκε το 1996 και προβλήθηκε τον χειμώνα του 1997. Όντως εγώ έκανα κωμωδίες, ρομαντικές κωμωδίες, μια έννοια που στο ελληνικό σινεμά σχεδόν δεν υπάρχει. 

renos-haralampidis
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
renos haralampidis
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

Καθόλου δεν υπάρχει, θες να πεις.

(Γνέφει θετικά). Το No Budget τι είναι; Ρομαντική κωμωδία. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι... (αναρωτιέται)

Μέσα της δεκαετίας του '90, λοιπόν, πού βρίσκεσαι Ρένο Χαραλαμπίδη και τι κάνεις;

Είμαι ένας ηθοποιός που παίζει σε μικροπράγματα, που κάνει ρολάκια, δεν έχω πάει σε δραματική σχολή. Προσπαθώ να βιοποριστώ από την υποκριτική.

Εμφανίζεσαι και στην Ανατομία Ενός Εγκλήματος.

Ναι, εμφανίζομαι στην Ανατομία Ενός Εγκλήματος, οριακά ως κομπάρσος. Kαι όχι μόνο.

renos xaralampidis
"Τολμηρές Ιστορίες - Νύχτα Γιορτής" (1994)

...ως «Ειρηναίος Χαραλαμπίδης» σε ορισμένες, σε άλλες ως «Ρένος».

Ξεκινάω με το «Ειρηναίος» ναι και μετά το άφησα ως Ρένος και το ξέχασα έτσι. Εκείνη την εποχή συμμετέχω και σε ταινίες μικρού μήκους, οι οποίες δεν τα πάνε και ιδιαίτερα καλά στα Φεστιβάλ, ούτε της Δράμας ούτε πουθενά. Αλλά κατά παράξενο τρόπο τραβάνε το ενδιαφέρον. 

Και ξαφνικά λες θα κάνω ταινία μεγάλου μήκους στο σινεμά, τι θράσος!

Όχι, λέω θα κάνω ταινία μικρού μήκους με την οποία θα πάω στο Φεστιβάλ Δράμας, η οποία θα είναι επαναστατική κωμωδία... και - ξέρεις τότε, υπήρχε ο φασισμός του φιλμ, δεν μπορούσες να γυρίσεις ταινία σε βίντεο, όλες οι ταινίες έπρεπε να έχουν γυριστεί σε φιλμ. Οι μόνοι που είχαν δυνατότητα να αγοράσουν φιλμ ήταν οι αρκετά εύποροι και οι αρκετά δικτυωμένοι στο σύστημα, το κράτος, τα βραβεία, το φεστιβάλ. Εγώ ήμουν ο γιος ενός εργάτη από τον Έβρο, ερχόμουν με φόρα από το μείον άπειρο!

Δεν μπορούσα όμως να περιμένω να περάσω από επιτροπές, Κέντρο Κινηματογράφου, από τέτοια, σοβιετικού τύπου πράγματα, για να κάνω μια ταινία. Αποφασίζω να υπερκεράσω αυτή την γραμμή και κάνω το εξής: παίρνω από το εμπόριο ένα καμεράκι Hi8 για αναλογικό βίντεο. Γυρίζω μια μικρού μήκους ταινία, το «Καταρχήν δε με λένε Γκούφυ» στην τουαλέτα ενός μπαρ.

Κατόπιν μόνος μου τραβάω από μια οθόνη σε 16mm και πηγαίνω στο Φεστιβάλ Δράμας. Για την ταινία αυτή πήρα τιμητική μνεία! Τους φάνηκε τόσο τρελό και ελεύθερο! Είναι στο YouTube, αποκτά το κοινό της σιγά-σιγά. 

Και ξαφνικά εμφανίζομαι στο Φεστιβάλ Δράμας ως ηθοποιός-σκηνοθέτης. Δεν υπήρχε κάτι τέτοιο νομίζω, ίσως ο Αλέξης Δαμιανός, αργότερα και ο Τάκης Σπυριδάκης που έκανε τον «Κήπο του Θεού». Και ερασιτέχνης, έκανα ταινία, όχι με beta, που ήταν κάπως προς το επαγγελματικό, αλλά hi8, ερασιτεχνικό βίντεο. 

Τότε λοιπόν αποφασίζω να γράψω τον προσωπικό μου μύθο, τότε λέω «σινεμά ή θάνατος».

Το '94 λοιπόν, μπαίνει ο σπόρος για το No Budget Story.

To '94 έκανα την πρώτη μου, πολύ μικρή επιτυχία, που ήταν για μένα το πράσινο φώς για να βάλω μπρος για μια ταινία μεγάλου μήκους. Ξεκίνησα γυρίσματα, πάλι με hi8 τον Δεκέμβριο του `95 για το "Νο Βudget", αλλά τότε μου ήρθε μια υπέροχη υπόσχεση, από έναν παραγωγό που είχε πει ότι τον είχα συγκινήσει με την απόπειρα μου και ήθελε να μου δώσει καλύτερο εξοπλισμό. Αυτός ο άνθρωπος, μου έδωσε digital beta. Σταματάω λοιπόν τότε το γύρισμα και βάζω πλώρη για μια πιο ολοκληρωμένη παραγωγή τον Αύγουστο του 1996. Και γιατί τότε, γιατί τότε είναι άδεια η πόλη και η παραγωγή μπορεί να προχωρήσει πιο γρήγορα, για να έχουν χρόνο οι εθελοντές, οι φίλοι μου, που ήρθαν να δουλέψουν αφιλοκερδώς, όπως ο Δημήτρης Μπιρμπίλης, τότε βοηθός σκηνοθέτη, σήμερα παραγωγός στο Χόλιγουντ.

Και κάπως έτσι φτάνουμε τον Αύγουστο του 1995 με μια εξαιρετική ομάδα νέων δημιουργών, μεταξύ αυτών ο Δημήτρης Μπιρμπίλης αλλά και ο Δημήτρης Κορδελάς, ως διευθυντής φωτογραφίας και με τους εθελοντές φίλους μου - ηθοποιούς, που όχι μόνο έπαιξαν, αλλά έφεραν και ζαμπονοτυρόπιτες! Και με τη γειτονιά, τους άνθρώπους που έμεναν κοντά στο πατρικό μου να κάνει τα πάντα για να μας βοηθήσει στο γύρισμα. Γιάννης Μποσταντζόγλου, Γιώργος Βουλτζάτης πρώτη εμφάνιση, Δήμητρα Παπαδήμα, Βάνα Πεφάνη και φυσικά ο Δημήτρης Βογιατζής που κοιμήθηκε και από τη γειτονιά έπαιξε η κυρία Νίτσα Ζορμπά που επίσης δε ζει πια. Και πολλοί άλλοι, όπως ο Κώστας Ξυκομινός.

Το καταπληκτικό είναι πως ενώ όλη η πιάτσα με θεωρούσε νούμερο, κάποιοι όμως πιστέψαν μέχρι θανάτου. Τότε, σκηνοθέτης του ομιλούντος κινηματογράφου ηλικίας 25 ετών, δεν υπήρχε. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είμαι ο νεότερος σκηνοθέτης του ομιλούντως κινηματογράφου στην Ελλάδα, τον 20ο αιώνα, Υπήρξε φυσικά και ο Ορέστης Λάσκος με το «Δάφνις και Χλόη» και αργότερα ο Νίκος Κούνδουρος, που ξεκίνησε το σινεμά στα 26 του. 

Και ξεκινάτε λοιπόν τα γυρίσματα για την ταινία, με μια πιο επαγγελματική παραγωγή.

renos xaralampidis
Σκηνή από το No Budget Story

Καταστροφή ήταν τα γυρίσματα. Ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Σκέψου ότι είχαμε όρντινο γυρισμάτων στις 8, εγώ πήγαινα όμως από τις 6 για να δώσω τα λίγα λεφτά που είχα στο φορτηγό που έφερνε τα φώτα, να ξεφορτώσω τα μηχανήματα, για να προλάβω να έρθουν οι υπόλοιποι και να αρχίσουμε να παίζουμε. Ήμουν όλα τότε. Έπαιζα, έγραφα, έκανα ντιλ για να κλείσουμε χώρους, (παρακάλαγα κόσμο δηλαδή), τα έκανα όλα. Και στο τέλος που εφευγαν όλοι, έπρεπε να ξαναφορτώσω τα μηχανήματα. 

Άθλος ακουγεται.

Να σου πω κάτι, τώρα που με βλέπω και έχω παίξει έστω, σωστά, με εντυπωσιάζει η νιότη. Πόσο δύναμη είχα. Το πνεύμα ήταν εκεί και πανέτοιμο να παίξει.

Σε μια παραγωγή που ήταν όλα από την τσέπη σου.

Μόνο από την τσέπη μου. Ο εξοπλισμός από χορηγίες, οι φίλοι μου είχαν έρθει να βοηθήσουν εθελοντικά και οι γονείς μου μαγείρευαν για όλους μας.

Απλά, αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι τράβαγα ψηφιακό βίντεο. Το ότι μετά εγώ αποφασίζω να μεταφέρω το ψηφιακό βίντεο σε φιλμ, με κατατάσει στο μεγάλο κάζο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης! Τουλάχιστον μέχρι και την ημέρα της προβολής της ταινίας. 

Γιατί κάζο;

Γιατί Κάζο! Ήταν αδιανόητο να έρθει κάποιος από το πουθενά και να δειγματίσει μια ταινία. Με ποιο δικαίωμα; Με τι λεφτά; Θα νομίζαν ότι είμαι εκατομμυριούχος. Το κάζο ερχόταν και από ανθρώπους του ελληνικού σινεμά, που έλεγαν ότι δεν είναι δυνατόν το transfer από βίντεο σε φιλμ να είναι επιτυχημένο. Δεν θα μπορούσε ποτέ το βίντεο να προβληθεί στην μεγάλη οθόνη. Ακατάληπτα όλα αυτά για έναν σημερινό κινηματογραφιστή. Αλλά έτσι σκέφτονταν σήμερα. 

Ο μόνος που έεδειξε μια φιλική διάθεση προς τη δουλειά μου, ήταν ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος! Τον είχα πετύχει στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, του είχα δώσει ένα VHS, με κοιτάει, μου κλείνει το μάτι και μου λέει «τι κάνεις καλιτέχνη;» με χαμόγελο. Ο Αγγελόπουλος!

Οριακά σε θεωρούσαν ότι έκανες βιντεοκασέτες.

Τι οριακά, αυτό έκανα. Αλλά είχα το θράσος να πάρω μια οθόνη 35 mm και να τραβήξω την εικόνα σε φιλμ, ασπρόμαυρο. Και να το βγάλω στην μεγάλη οθόνη. 

Τι λένε οι κριτικοί της εποχής;

Χωρίζονται σε δύο κομμάτια, πριν και μετά την προβολή. Πριν, με αντιμετωπίζουν ως ένα γραφικό. Ήμουν άλλωστε 26 χρονών, ακόμα και σήμερα είσαι πολύ νέος για να κάνεις ταινία. Όμως, επειδή ήμουν λίγο επιθετικός, τραβάω το ενδιαφέρον κάποιων δημοσιογράφων. Τους λέω ότι μπορεί να έκανα την ταινία μου με αυτόν τον "απαγορευμένο" τρόπο, αλλα΄με την τεχνική μου έχω εξασφαλίσει τις καλύτερες ερμηνείες των ηθοποιών μου, έχουμε κάνει πάρα πολλές λήψεις!

Ή ότι μόνταρα σε βίντεο και κατάφερα να διαμορφώσω κάποια απλα εφέ,όπως slow motion. Το να κάνεις τότε, slow motion εφε σε φιλμ, ήθελες ένα κάρο λεφτά. Μπορεί να έχω χάσει την εικόνα, αλλά έχω κερδίσει τους ηθοποιός, μέχρι και τον ήχο. Νομίζω είναι η τελευταία μονοφωνική ταινία του ελληνικού σινεμά. Σαν να ακούς δίσκο από φορητό πικάπ.

ρένος χαραλαμπίδης
Τζίνα Σκανδάμη

Ίσως γ' αυτό σου βγάζει τόση ζεστασία η ταινία. 

Βέβαια κάνω και το λάθος να μην είμαι δημοσιοσχεσίστας, δηλαδή στη συνέντευξη Τύπου ξεκινάω λέγοντας, ΑΝΤΙΟ ΠΑΛΙΕ ΚΟΣΜΕ. Ε δεν το λες αυτό, όταν είσαι νέος, στο ξεκίνημα σου. Ούτε τότε το έλεγες, ούτε τώρα.  Είχε προηγηθεί πάντως, μια δημοσιογραφική προβολή της ταινίας, με λιγοστούς δημοσιογράφους,οκτώ το πρωί, που εκεί βγαίνει μια βρώμα, ότι κάτι γίνεται εδώ, ότι παίζει κάτι παράξενο μ' αυτόν τον τύπο, κάτι ενδιαφέρον.

Κάνω παρένθεση εδώ, πως τότε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν πλήρως επικεντρωμένο στο ελληνικό σινεμά. Ήταν μια εβδομάδα, αφιερωμένη κατά κύριο λόγο στους Έλληνες δημιουργούς Σήμερα που είναι διεθνές,είναι - ας μου επιτραπεί η έκφραση και ας με συγχωρέσει ο υπέροχος Ορέστης Ανδρεαδάκης - ένα δεύτεροκλασάτο φεστιβάλ, ή έστω ένα φεστιβάλ που δεν είναι κι από τα πρώτα. Πρόλαβα ακριβώς το τέλος, πριν γίνει διεθνές.

Κι έρχεται λοιπόν η στιγμή της πρες κόνφερανς, όπου εκεί αισθάνομαι την ανάγκη να πώ την αλήθεια μου. Πρώτα, δεν θέλω τα λεφτά σας (σε μια εποχή που το σινεμά ήταν υπόθεση εκατομμυριούχων, λόγω του ακριβού φιλμ), δεύτερον, δεν θέλω την έγκριση σας, το αν θεωρείτε αν είναι καλό ή όχι και δεν θέλω τα πτυχία σας. 

Νοέμβρη του 1997 λοιπόν, μπαίνω στην αίθουσα της πρώτης προβολής ως νούμερο και βγαίνω ως νούμερο ένα! Η ταινία τελειώνει με παραλήρημα χειροκροτήματος. Θυμάμαι τον Τάκη Σπυριδάκη να πέφτει στην αγκαλιά μου και να μου λέει «σ' ευχαριστούμε συνέχισε!». Σιωπηλοί οι δεινόσαυροι που είχαν έρθει να κράξουν, ο συγχωρεμένος ο Γιώργος ο Τζιώτζιος μου φέρνει μια χαρτοπετσέτα και μου λέει γελώντας, «υπόγραψε μου εδώ!»

Εν τω μεταξύ εγώ, δεν ήξερα για τα πνευματικά δικαίωματα, έβαλα στην ταινία ό,τι μουσική ήθελα. Έβαλα Τομ Γουέιτς και άλλα τέτοια. Με πλησιάζε μετά ένας άνθρωπος, μου λέει «άκου, εγώ είμαι η ΑΕΠΙ, θα μπορούσα να σε πάω στα δικαστήρια, άσε με να σε κεράσω ένα μπουκαλάκι καλύτερα». Πίνουμε ένα κρασί, μου λέει «μπράβο, έκανες εξαιρετική δουλειά, επειδή καταλαβαίνω ότι η ταινία σου δεν θα κόψει εισιτήρια, πάρε από εμάς μια βεβαίωση ότι θα μας χρωστάς μόνο αν κάνεις εμπορική επιτυχία».

Και πραγματικά η ταινία δεν έκανε εισιτήρια, παίχτηκε σε φεστιβάλ και όταν έφτασε η στιγμή να την ανεβάσω στο YouTube, τότε φυσικά, δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω παράνομα την μουσική. Κι έγραψα μουσική από την αρχή, με την οποία η ταινία προβλήθηκε ξανά στα σινεμά, πρόσφατα! Και τώρα πια υπάρχει και στο YouTube και στο Cinobo, με νέα μουσική. 

Θυμάμαι τον εαυτό μου, μετά από εκείνη την προβολή να περπατά μόνος στον Θερμαικό και το μυαλό μου πήγαινε στον ήρωα του Τζον Τραβόλτα στο «Πυρετός το Σαββατόβραδο» που του έλεγαν «τι θες να κάνεις τώρα που τα κατάφερες» κι έλεγε «να περπατήσω μόνος μου στη Νέα Υόρκη».

Την άλη μέρα έπεσαν πάνω μου δημοσιογράφοι, χαμός, ακόμα και το περιοδικό Variety έγραψε έναν ύμνο για την ταινία. 

renos xaralampidis
Το δημοσίευμα του περιοδικού Variety.

Κάνω το γύρο του κόσμου με φεστιβάλ για το No Budget. Στη Νέα Υόρκη είχα την τύχη να γνωρίσω τον ηθοποιό Σέιμουρ Κασέλ, που είχε συνεργαστεί με τον Τζον Κασσαβέτη. Ο Κασέλ λάτρευε την ταινία μου, είχε πρωταγωνιστήσει και στην ταινία "In The Soup" (μαζί με Στιβ Μπουσέμι, Τζένιφερ Μπιλς) η οποία με επηρεάσε αρκετά στη δημιουργία του No Budget. Ο Σέιμορ τότε, με προτρέπει να κάνω μια ταινία για τη ζωή μου, να εμπνευστώ από εμένα.

Τι ακούς, τι διαβάζεις εκείνη την εποχή, τι παρακολουθείς;

Είμαι στο σύμπαν του Τομ Γούέιτς τότε, διαβάζω μπιτ ποιητές, Ελύτη και Καβάφη, από ελληνική μουσική ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Το ασπρόμαυρο, «κακό» σινεμά του Κέβιν Σμιθ;

Αυτό ήταν που κατάφερε να «ξεκομπλάρει» πολλούς κινηματογραφιστές της γενιάς μου, που δεν διανοούνταν να γυρίσουν αυτή την κακή εικόνα που είχε βγάλει ο Κέβιν Σμίθ στο "Clerks". Σκέψου ότι δεν υπήρχε Ίντερνετ τότε, για να τα ανακαλύψεις αυτά έπρεπε να ψάξεις πολύ. Θυμάμαι κατέβαινα στην Αθήνα και αγόραζα τους New York Times για να μάθω τέτοιες εξελίξεις.

Όμως τον Αύγουστο του 1998, που με καλούν στο Tribeca Film Festival για να δουν την ταινία μου,  σε μια χρονιά που δίνουν το παρόν όλοι οι φερέλπιδες δημιουργοί του ανεξάρτητου κινηματογράφου, καταλαβάινω ότι έχω πετύχει κάτι σημαντικό, ότι είμαι κοντά σε αυτούς τους πολύ ταλαντούχους ανθρώπους.

Ποιους γνωρίζεις εκεί;

Έρχεται ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο για λίγο θυμάμαι, μου σφίγγει το χέρι και μου λέει «καλή τύχη!». Ο Σέϊμουρ Κασέλ είναι εκεί και αναπτύσσουμε μια φιλική σχέση, έρχομαι κοντά με την οικογένεια του Τζον Κασαβέτη μέσω των (διευθυντή φωτογραφίας) Phaedon Papamichael Jr (αργότερα καλλιτεχνικός διευθυντής της «Καρδιάς του Κτήνους) και Sr. 

Όταν γυρίζω πίσω, αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα. Πρέπει να βιοποριστώ! Μου χτυπάει την πόρτα ως σκηνοθέτη, η διαφήμιση. Λέω όχι. Ίσως και να ήταν λάθος, νόμιζα πως θα μου πάρει κάτι από την καλλιτεχνική μου ψυχή. Ο Γιώργος Λάνθιμος απέδειξε πως είχα κάνει λάθος. Τέλοσπάντων, στρέφομαι στο να παίξω. Μου σκάνε οι πιο φτηνές προτάσεις, τρικάμερα σίριαλ σε πλατώ. Παίζω σε κάτι παραγωγές, «Σοφία Ορθή» μαζί με τον Απόστολο Γκλέτσο, όχι αυτό ήταν πριν το No Budget. Βρίσκω λοιπόν, το «Κάτι Τρέχει Με Τους Δίπλα» και βγάζω κάποια χρήματα. Και για καλή μου τύχη, έρχεται αυτή η εταιρεία, η Bad Movies και αναλαμβάνει το σενάριο μου, τα «Φτηνά Τσιγάρα». Δεν νοηείτω να βγει μια ταινία που στα τελευταία τρία λεπτά έχει απαγγελία ποιήματος. Όλοι οι script doctors θα σου πουν ότι αυτό είναι λάθος. Κι όμως αυτοί το ήθελαν. 

Κι έρχονται λοιπόν τα "Φτηνά Τσιγάρα". Το πρωί έπαιζα τον Καλημέρη, το βράδυ γύριζα την ταινία. 

Αλλά κάνεις μια ταινία για τη ζωή σου, όπως είχε πει ο Σέιμουρ Κασέλ.

Ναι (παύση).... το λέω και στους νέους κινηματογραφιστές καμιά φορά. Νομίζεις ότι κάνεις μια ταινία για τη ζωή σου. Όντως κάνεις; Εγώ σκέψου ότι στο ξεκίνημα μου έβαλε τη γειτονιά, τους γονείς μου μέσα στην ταινία. 

Και συγνώμη για την παρένθεση, αλλά ο Γιώργος Βουλτζάτης πήρε Κρατικό Βραβείο Β' Πρωταγωνιστικού Ρόλου για το Νο Budget και εγώ το αντίστοιχο βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη. Η ταινία βέβαια, που πάτωσε στα φεστιβάλ, στις αίθουσες και στις κριτικές ήταν τα Φτηνά Τσιγάρα! Μια ταινία που παίζεται μέχρι σήμερα, που έχει γίνει viral στα social media, που μεταφέρθηκε στη Λυρική, αν ανοίξεις σήμερα το Αθηνόραμα, έχει δύο αστεράκια!

Επίσης, υπάρχουν σάιτ που έκαναν τον απολογισμό της 25ετίας του ελληνικού σινεμά και δεν έχουν μέσα τα Φτηνά Τσιγάρα!

Το έχω δει το δημοσίευμα.

Ας γράψουν ό,τι θέλουν. Εγώ ξέρω ότι τα  Φτηνά Τσιγάρα παίζουν κάθε καλοκαίρι και γεμίζουν τα σινεμά και η Λυρική Σκηνή για πρώτη φορά στην ιστορία της ανέβασε έργο βασισμένο σε ελληνική κινηματογραφική ταινία! Αυτό που θέλω να επισημάνω είναι πως όταν λες ότι θα γράψεις τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της 25ετίας, δεν μπορείς να κάνεις ότι τα Φτηνά Τσιγάρα δεν υπήρξαν, να μην βάλεις έστω μια υποσημείωση, η ταινία γυρίστηκε το 1999 και το 2001 προβλήθηκε.

Και μετά από μια ταινία για τη ζωή σου, κάνεις ταινία βασισμένη σε μυθιστόρημα.

Έκανα λοιπόν μια ρομαντική κομεντί σε μια εποχή που κανείς δεν έκανε ρομαντικές κωμωδίες. Και φτάνουμε στα 00ς και όλοι θέλουν να κάνουν κωμωδίες! Eίναι λοιπόν μια εποχή που τα Φτηνά Τσιγάρα έχουν πια αποτύχει εμπορικά, νιώθω πως έχω τελειώσει στο σινεμά.  Αλλά την ίδια στιγμή διαπιστώνω σιγά σιγά πως έχω βρει απήχηση ως ηθοποιός. 

Έρχεται και το «Βότκα Πορτοκάλι» που παίζουμε μαζί στην τηλεόραση με τον Βουλτζάτη και γίνεται χαμός. Και κάνω λοιπόν μια ταινία, την «Καρδιά του Κτήνους», η οποία ξαφνικά, παίρνει καλές κριτικές. Η ταινία παίζεται ακόμα στις αίθουσες. Μετά πήραν τα πράγματα μια σειρά. 

Είναι μια πιο «συμβατικά» γυρισμένη ταινία.

Ίσως ναι, αλλά άμα την δεις ξανά, με αυτό το fuji film το χοντρόκοκο με το οποίο γυρίστηκε, στα πλαίσια της επικράτησης του Α.Ι και της ψηφιακής επανάστασης, είναι σαν να έρχεται από άλλο κόσμο! Αν είχα δηλαδή, καλό φιλμ, ίσως να μην έβγαινε το ίδιο αποτέλεσμα. 

Πώς ένιωσε ο Τατσόπουλος όταν είδε την ταινία;

Τη λάτρεψε. Είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του, τουτέστιν πήρα ένα κομμάτι του βιβλίου του και όχι ολόκληρο. Είναι υπέροχος συνεργάτης και υπέροχος άνθρωπος. 

Και φτάνουμε σε μια ταινία που δεν έχει κερδίσει ακόμα το στοίχημα με το χρόνο...

Μιλάς για τον Νυχτερινό Εκφωνητή;

Όχι, για τα 4 Μαύρα Κουστούμια

Α, αυτή ήταν μια ταινία που έκανα όταν οι γονείς μου έμπαιναν στα 80 του χρόνια, γιατί άρχισα να διαπραγματεύομαι με το Τέλος. 

Ήταν το δικό σου Reservoir Dogs;

Λες να ήταν; Κι όμως αντί να μου δώσει το εύσημο ενός δεξιοτέχνη σκηνοθέτη, η ταινία αυτή προσπεράστηκε. Και καλά έκανε, δεν πάθαμε κάτι. 

Πέρυσι παρ'όλα αυτά έγινε μια προβολή των Κουστουμιών και έγινε λαϊκή πανήγυρη, πιστεύω θα βρει κι αυτή η ταινία το δρόμο της. Είναι μια ταινία που έχει στιγμές ελαφρότητας, θλίψης και μεγαλείου.

Πώς κάνεις casting Ρένο; Υπάρχει αυτή η έννοια στις ταινίες σου;

Casting είναι για μένα οι άνθρωποι που ξέρω και με ξέρουν. Οι ταινίες μου είναι αυτοαναφορικές, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Έχει χρειαστεί να πείσεις κάποιον για να συνεργαστεί μαζί σου;

Έχω παρακαλέσει. Όχι πρωταγωνιστή, δεύτερους ρόλους,  Γιατί δεν με πίστευανε. Και ύστερα αμφισβητούσαν κι αυτό που κάναμε. Εντάξει, δικαίωμα τους. Κι όμως σήμερα, 30 χρόνια μετά, μιλάμε για το "No Budget Story".

Kαι φτάνουμε σήμερα, στον Νυχτερινό Εκφωνητή

Κι εδώ έρχεται η μεγάλη έκπληξη! Σήμερα λίγο πριν βρεθούμε, ένας φαν της ταινίας μου έστειλε μια εικόνα της, που την είχε χτυπήσει τατουάζ. Είναι το πρώτο που βλέπω για τον «Εκφωνητή», για τα «Τσιγάρα» έχω δει τουλαχιστον 30. Η ταινία αυτή λοιπόν προβάλλεται πρώτη φορά πρόπερσι και κάνει εμπορική επιτυχία, πέρυσι ξανά και διαγράφει αξιοπρεπή πορεία και πρόσφατα έμαθα θα ξαναβγει στα σινεμά το καλοκαίρι του 2026! Κι αρχίζει λοιπόν ο «Νυχτερινός Εκφωνητής» να κερδίζει τη μάχη με το χρόνο...

haralampidis
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

Αντί Επιλόγου

Περπατήσαμε με τον Ρένο Χαραλαμπίδη στα στενά γύρω από την πλατεία Ομονοίας, εκεί όπου κάποτε είχε γυριστεί μέρος του "No Budget Story". Βρήκαμε απειροελάχιστα σημεία που θύμιζαν κάτι από εκείνη την εποχή. Η πόλη είχε αλλάξει, δεν ήταν πια η τρομακτική, σκοτεινή Αθήνα των 90s. Οι άνθρωποί της όμως;

Αμφιβάλλω. 

Είδα τον Ρένο να χάνεται με την βέσπα του στο πλήθος των αυτοκινήτων, των μηχανών, των τουριστικών λεωφορείων.

Στο μυαλό μου ήρθαν οι παρακάτω στίχοι και η σχετική εικόνα.

 Ραντίζω το δρόμο με το αγίασμα του αίματός μου

τα λουλούδια στα πεζοδρόμια ασπάζονται τα ράκη των ρούχων μου

ο ήλιος θα χορέψει χιλιάδες φορές σαν τη κόρη του Ηρώδη γύρω από την υδρόγειο

- το κεφάλι του βαπτιστή όταν τελειώσει ο χορός των ετών μου,

ο χορός της παραχωρημένης ζωής μου θα μείνει πίσω μια ατέλειωτη σειρά από κηλίδες αίματος

ως το κατώφλι του πατρικού μου σπιτιού λερωμένος από το χώμα του τάφου μου

θα συρθώ έξω από το χαντάκι του θανάτου και ανεβάζοντας της φωνής μου τον τόνο θα πω :

Για άκου εδώ κύριε θεέ δεν πλήττεις άραγε χωμένος εκεί μέσα στον πολτό των σύννεφων να κάνεις κάθε μέρα γάμους και βαφτήσια ?

ας παίξουμε γαϊτανάκι γύρω από το δέντρο της γνώσης, της αρετής και της κακίας με άλλα λόγια,

Εσύ ! Εσύ ο πανταχού παρών θα γεμίσεις τις ψωμιέρες και ο Άγιος Πέτρος σέρνωντας το χορό θα αναστενάξει σα θυμηθεί τα νίατα του θα γεμίσουμε Εύες και πάλι τον παράδεισο,

Πες το κι έγινε ! Απόψε κιόλας θα πάω στο μπουλεβάρδο Tverskoy και θα φέρω τα ομορφότερα κορίτσια που είδες ποτέ

Κουνάς τα καλοχτενισμένα μαλλιά σου; Κουνάς το κεφάλι σου και με αποδοκιμάζεις απο εκεί πάνω;

Σιωπή.., το σύμπαν κοιμάται έχοντας ακουμπήσει πάνω στο πέπλο του το τεράστιο αυτί του γεμάτο από τα τσιμπούρια των άστρων

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι - Σύννεφα Με Παντελόνια - Μέρος 4ο

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.