Μενού

«Ο Βασιλιάς»: Η προφορική ιστορία ενός αριστουργήματος του ελληνικού σινεμά

o vasilias
IMDB
  • Α-
  • Α+

Στην εισαγωγή της ταινίας «Ο Βασιλιάς» του Νίκου Γραμματικού, ακούμε τις παρακάτω ατάκες από τον Βαγγέλη Φαρμακόρη (Βαγγέλης Μουρίκης), κατά τις πρώτες ώρες της ζωής του μετά τη φυλακή. Έχει μόλις συναντήσει έναν παλιό φίλο. Εκείνος τον ρωτάει.

- Σήμερα βγήκες

Και ο Βαγγέλης απαντά γελώντας:

- Σήμέρα μπαίνω!

Λίγα λεπτά αργότερα και αφού έχει συναντήσει κάποια πρόσωπα ύποπτα, που μάλλον δεν θα ήθελε ποτέ να έχει γνωρίσει, ο Βαγγέλης βρίσκει τη μητέρα του (Άννα Βαγενά). Την προειδοποιεί πως δεν θα μείνει. Μόνο τα πράγματα του ήθελε να πάρει. 

Ο Βαγγέλης θέλει να γυρίσει στο χωριό του, να «αναστήσει» το σπίτι που είχε εκεί, να ξεχάσει το παρελθόν του με τα ναρκωτικά. Να φτιάξει τη ζωή του από την αρχή. Θα τα καταφέρει;

Η ταινία «Ο Βασιλιάς» του Νίκου Γραμματικού, προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 28 Φεβρουαρίου 2003 και σύμφωνα με τα λιγοστά στοιχεία που υπάρχουν γι' αυτήν online, έκοψε περίπου 2.000 εισιτήρια. Απέσπασε βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και στο αντίστοιχο του Καΐρου. 

Σήμερα, κάτι λιγότερο από 25 χρόνια αργότερα, η ταινία έχει γνωρίσει μια νέα φήμη. Δεν της αξίζει ο χαρακτηρισμός καλτ, ίσως και να είναι ένα ρέκβιεμ για την Ελλάδα της Αλλαγής, της «πράσινης» ευμάρειας που κόπηκε ακαριαία.

Ζητήσαμε από ορισμένους εκ των συντελεστών της ταινίας να μας μιλήσουν γι' αυτή. Για την δημιουργική διαδικασία που την έφερε από ένα απόκομμα εφημερίδας στο κινηματογραφικό πανί, για τις δυσκολίες της παραγωγής της, για τις υπερβολικά ρεαλιστικές αποτυπώσεις της ελληνικής επαρχίας που μας έδειξε. Και φυσικά, για τα στοιχήματα με το χρόνο που δεν χρειάστηκε να βάλει. 

Μας μιλούν:

Νίκος Γραμματικός (σκηνοθέτης/σεναριογράφος)

Λιλέτ Μπόταση (παραγωγός)

Θανάσης Παπακωνσταντίνου (μουσικοσυνθέτης)

Βαγγέλης Μουρίκης (ηθοποιός/συγγραφέας/παραγωγός)

Από το χαρτί στην οθόνη

Νίκος Γραμματικός: «Κάποια στιγμή, '90κάτι ήταν, είχα πατήσει κάτι αποκόμματα εφημερίδων με το παπούτσι μου. Την έχω αυτή τη συνήθεια, να κρατάω αποκόμματα εφημερίδων στη συλλογή μου που μου λένε κάτι αξιοσημείωτο, τώρα το κάνω και με τα links του ίντερνετ καμιά φορά. Ήταν λοιπόν ένα απόκομμα, το μόνο που δεν είχε κολλήσει στην μπότα του παπουτσιού μου. Γύρισα και το κοίταξα. Ήταν μια ιστορία για ένα έγκλημα σε ένα χωριό. Το κράτησα. Ένιωσα πως αυτή η ιστορία είχε κάτι που μπορούσε να γίνει ταινία».

Λιλέτ Μπόταση: «Ήταν η δεύτερη ταινία της εταιρείας μας (Inkas Film), μετά το "Polaroid" του Άγγελου Φραντζή (1997). Ήταν αρκετά δύσκολο εκείνη την εποχή να βρει κοινό μια ταινία σαν αυτή, που μιλούσε για τη διαφορετικότητα. Επίσης ήταν δύσκολο να παραχθεί. Γυρίσαμε σε φιλμ, όχι ψηφιακά όπως γίνονται σήμερα ταινίες. Πήγαμε σε αρκετές τοποθεσίες στην επαρχία. 

Βαγγέλης Μουρίκης: «Με πλησίασαν οι δύο Νίκοι (Γραμματικός και Παναγιωτόπουλος, οι δύο σεναριογράφοι της ταινίας) και μου μίλησαν για πρώτη φορά για την ταινία. Είχαν κάνει μια προεργασία, είχε γραφτεί ένα ντραφτ. Μου μίλησαν πρώτη φορά για έναν τύπο λίγο σαμουράι, λίγο καουμπόι, έναν άνθρωπο σε μια δύσκολη υπαρξιακή αναζήτηση».

Νίκος Γραμματικός: «Είχα διαβάσει το έργο του Ρενέ Ζιράρ για τον αποδιοπομπαίο τράγο και το εξιλαστήριο θύμα. Μια αντίστοιχη έννοια στην Αρχαία Ελλάδα ήταν ο Φαρμακός, αυτός που κουβαλάει το φαρμάκι και η πόλη τον εξορίζει, τον θανατώνει για να εξαγνιστεί. Ο ήρωας μας λοιπόν, λέγεται Βαγγέλης Φαρμακώρης, έχει το φαρμάκι μέσα του. Ταυτόχρονα, Φαρμακώρης είναι όνομα και στην πατρίδα μου, στη Σαλαμίνα».

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: «Αγαπώ αυτή την ταινία πάρα πολύ και χαίρομαι πραγματικά που μου ζητήθηκε να γράψω μουσική από τον Νίκο Γραμματικό. Ήταν όπως, θυμάμαι, αρκετά ιδιόρρυθμος ο τρόπος που με είχαν πλησιάσει για να μου ζητήσουν να συνθέσω. Είχαν δει το εξώφυλλο του δίσκου "Βραχνός Προφήτης" και τους είχε κάνει κάποια εντύπωση εκείνο το πρόσωπο που φαινόταν, σαν να είχε κάποια ομοιότητα με τους χαρακτήρες. 

Παρά το γεγονός ότι δεν μου αρέσει η κινηματογραφική μουσική, δεν είναι κάτι που νιώθω πώς ξέρω να το κάνω, τους έστειλα κάποια μουσικά θέματα. Δεν ακολούθησα τη λογική της κινηματογραφικής σύνθεσης που δημιουργούν ένα, κεντρικό μουσικό θέμα. Τελικά, ο Γραμματικός ζήτησε να τα χρησιμοποιήσει όλα τα θέματα που του είχα στείλει. Κι ας ήταν γραμμένα πρόχειρα, πολύ πρόχειρα». 

«Σπάσαμε τρία αυτοκίνητα»

Νίκος Γραμματικός: «Όταν κάνω μια ταινία, τα κάνω όλα μαζί, γράφω και κάνω πρόβες, και ρεπεράζ. Μου είναι πολύ σημαντικό να δω αν αυτό που γράφει μπορεί να μου το δώσει η ζωή, αν υπάρχει εκεί έξω. Ήταν λοιπόν πολύ σημαντικό να βρούμε την ταινία εκεί έξω, να βρούμε τους χώρους, τις τοποθεσίες που θα ταίριαζαν στην ιστορία μας. Κάναμε ταξίδια με τον Βαγγέλη Μουρίκη, πάρα πολλά. Γυρίσαμε την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα. Καταλήξαμε στα χωριά Πέρσαινα και Συκάμινο Ορωπού».

Βαγγέλης Μουρίκης: «Ήρθε ο Νίκος και μου λέει "έχω αυτή την ιδέα, αυτή την προσέγγιση" και ξεκινήσαμε ταξίδια να βρούμε τους χώρους για να γυριστεί. Όλοι οι χώροι που βλέπαμε στην ελληνική επαρχία μας δίνανε κάτι. Όσο γραφόταν όμως το σενάριο, το ρακόρ εξελισσόταν, γινόταν πιο απαιτητικό για εμάς. Στο τέλος, όταν είχαμε την οριστική εκδοχή του σεναρίου, η ταινία πια, είχε διαλέξει το χώρο της»

ΝΓ: «Αργότερα, έπεσα κάποια στιγμή στο 13ο ντραφτ που είχαμε γράψει για την ταινία. Ήταν από τα αρχικά, φαντάσου».

ΒΜ: «Ήμασταν στον Ωρωπό θυμάμαι με τον Νίκο και προσπαθούσαμε να κινηθούμε με το αμάξι σε κάτι κακοτράχαλους δρόμους. Οι ντόπιοι έβαζαν στοίχημα πότε θα το σπάσουμε. Σπάσαμε τρία αυτοκίνητα τελικά. Δεν έγινε και τίποτα, ήμασταν μαθημένοι σε τέτοια πράγματα. Οι ντόπιοι γελάγανε βέβαια».

Καθυστερήσεις

ΝΓ: «Η ταινία ήταν να γυριστεί το 2001, αλλά το Εθνικό Κέντρο Κινηματογράφο δεν εκταμίευσε χρήματα τότε. Ήταν μια αναποδιά αυτό. Αλλά στο τέλος μας βγήκε σε καλό, είχαμε περισσότερο χρόνο για πρόβες, για ρεπεράζ, για γυρίσματα».

ΛΜ: «Είχε αλλάξει ο πρόεδρος στο Εθνικό Κέντρο Κινηματογράφου και είχαν παγώσει κάποιες χρηματοδοτήσεις. 

ΒΜ: «Δεν μας πείραξε η αναβολή, είχαμε το σκοπό μας εμείς, την αποστολή μας».

Χαρακτήρες

o vasilias
Μπάμπης Γιωτόπουλος, Γιάννης Ζουγανέλης, Adrian Frieling. | ΙMDB

Ν.Γ: «Η ταινία χτίστηκε πάνω στον Μουρίκη και τον Χατζησάββα. Ήρθε και ο Τάσος Νούσιας που είχαμε κάνει μαζί τους «Απόντες» (1996) και ο Γιάννης Ζουγανέλης, ένας καλλιτέχνης-ερμηνευτικό πολυεργαλείο. Έκανα casting για τους γυναικείους ρόλους».

ΒΜ: «Ο ρόλος του Γιάννη (Ζουγανέλη) ήταν εκεί έξω, τους βλέπαμε στα χωριά τέτοιους τύπους, που κινούνταν γρήγορα στα στενά. Ο Χατζησάββας πέρα από μεγάλος άνθρωπος και σπουδαίος ηθοποιός, εδώ έπαιξε έναν φοβερό χαρακτήρα, τελείως ανοίκειο με την ανθρωπογεωγραφία του χωριού. Περιφέρει μια στολή, για να έχει το σεβασμό και την πειθαρχία τους, αν και στην πραγματικότητα δεν είναι δικός τους, δεν τους ανήκει. 

Για μένα όμως, ο χαρακτήρας που έκανε την ταινία βαθιά πολιτική, που την απογείωσε ήταν αυτός του καφετζή (Μπάμπης Γιωτόπουλος) και του γιου του (Τάσος Νούσιας). Η ταινία με αυτούς τους δύο έγινε πολιτική και μπορώ σου πω ξέφυγε από την ελληνική πραγματικότητα, έδειξε ένα νέο τύπο ανθρώπου, ενός σκληρού ατομικιστή, που συγκρούεται με τον κόσμο».

Η σύγκρουση

ο βασιλιας
Μηνάς Χατζησάββας (Πέτρος - αστυνομικός) | IMDB

ΝΓ: «Ακόμα και στη χωροταξία της η ταινία περιέχει τη σύγκρουση, βλέπεις το υπέροχο φυσικό τοπίο από τη μια και ύστερα τους γεωργούς που έχουν πάρει τις παχυλές επιδοτήσεις και τις έχουν κάνει καγιέν και τζίπ. Αυτούς που πάνε στα δάση και τα καίνε και χτίζουν αυθαίρετα. Ο χαρακτήρας του Ζουγανέλη ήταν μια προβολή αυτών των ανθρώπων. 

Τότε στα ταξίδια μας με τον Βαγγέλη, αυτά που λένε τώρα για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τα βλέπαμε στους ανθρώπους της επαρχίας. Δεν είχαμε ιδέα για τα σκάνδαλα κι όλα αυτά που λένε τώρα. Ταξιδεύαμε στην επαρχία και λέγαμε στους φίλους μας ότι κάτι κακό έρχεται, ότι η Ελλάδα θα πάθει καταστροφή σε λίγα χρόνια. Γελάγανε μαζί μας.

Ακούμε για σκάνδαλα συνεχώς από το 1989 και έπειτα, το κύτταρο του μέσου Έλληνα έχει πια αλλοιωθεί».

Η προβολή της ταινίας

ΒΜ: «Δεν την είδαμε ποτέ την ταινία ολοκληρωμένη. Κάποια στιγμή στην Καβάλα θυμάμαι, είδαμε κάποια καρέ από φιλμ 16 χιλιοστών που είχε ετοιμάσει ο σπουδαίος κύριος Δασκαλοθανάσης (διευθυντής φωτογραφίας), που έκανε την κινηματογράφηση του "Βασιλιά" και είπαμε "ω ρε μάγκα τι ωραία εικόνα βγάλαμε».

ΝΓ: «Δεν βλέπω ποτέ τις ταινίες μου αφού τις γυρίσω. Μπορεί να βρω λάθη, πράγματα που δεν μου αρέσουν, οτιδήποτε τέτοιο.  Αυτό που μου έχει μείνει βέβαια, ήταν εκείνες οι βραβεύσεις και οι γιορτές που μας καλούσανε στην επαρχία και μας έλεγαν καλά λόγια και όλα αυτά. Έβλεπα εκεί διάφορες μορφές, διάφορους τύπους ίδιους σχεδόν με αυτούς τους χαρακτήρες που είχαμε βάλει στην ταινία»

Το στοίχημα με το χρόνο

ΒΜ: «Η ταινία προβλήθηκε λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες (2003), πρέπει να έκοψε τότε, 500 εισιτήρια, όχι παραπάνω»

ΛΜ: «Κατέβηκε σε λιγότερο από μήνα η ταινία. Αρκετά σύντομά. Αλλά αυτό δεν έχει τόση σημασία. Η ταινία προβλήθηκε σε φεστιβάλ της Γερμανίας και του Καϊρού, σε αγορές που κατάλαβαν αμέσως πόσο σημαντική ήταν. Ο «Βασιλιοάς» βρήκε το κοινό του στο πέρασμα του χρόνου και συνεχίζει να το ανανεώνει. Μας τη ζητάνε τη ταινία πολύ συχνά σε προβολές (όπως αυτές που διοργανώνει η ομάδα Midnight Express του δημοσιογράφου Άκη Καπράνου). Μας την έχουν ζητήσει και για προβολή σε φυλακές. Το δεχτήκαμε αμέσως εννοείται, με πολύ μεγάλη χαρά».

ΝΓ: «Ο Βασιλιάς κατέβηκε από τα σινεμά μετά από δύο εβδομάδες προβολών, ίσως και τρεις. Σίγουρα δεν έκλεισε μήνα»

ΒΜ: «Μιλούσαμε για μια μεγάλη καταστροφή σε μια εποχή που περιμέναμε να γίνουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, που το κλίμα στη χώρα μας ήταν τελείως αντίθετο. Πώς να κόψει εισιτήρια η ταινιά λοιπόν;».

ΝΓ: «Και σήμερα, περισσότερο από 20 χρόνια μετά, την βλέπουν οι πιτσιρικάδες στο Ίντερνετ και μιλάνε γι' αυτή και από στόμα σε στόμα η ταινία αποκτά διαρκώς νέο κοινό. Όχι μόνο άντεξε στο χρόνο η ταινία, αλλά πέτυχε τη μεγαλύτερη νίκη».

ΒΜ: «Η ταινία κέρδισε το στοίχημα του χρόνου, δεν χρειάστηκε καν να μπει στο ρινγκ για να παλέψει για να παραμείνει σημερινή. Ο "Βασιλιάς" νίκησε το χρόνο».

ΛΜ: «Με ρωτάει και σήμερα κόσμος «έκανες τον Βασιλιά, αλήθεια;». Είμαι πολύ περήφανη γι αυτή την ταινία».

ΘΠ: «Όπως ανέφερα και προηγουμένως, δεν είχα ιδιαίτερα στενή σχέση με την κινηματογραφική μουσική. Πίστευα πως όταν κάτι έχει πλαίσιο, αποδυναμώνει το τελικό αποτέλεσμα της μουσικής. Στην πορεία διαπίστωσα πως ίσως και αυτό να είναι καλό. Δεν κυκλοφόρησα ποτέ την μουσική της ταινίας και δεν θα το κάνω, όχι γιατί δεν είναι καλή, κυρίως γιατί αυτό που μπήκε στην ταινία ήταν κάτι που γράφτηκε πρόχειρα, αυθόρμητα.

Πάντως, κατά καιρούς ορισμένα από τα θέματα που έγραψα για την ταινία, τα μετέγραψε σε δίσκους μου. Ένα από αυτά βρίσκεται στο album «Διάφανος».

Πρόκειται για το κομμάτι "Βασιλιάς"».

Επίλογος

Αν υποθέσουμε πως η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, της πασοκικής «Αλλαγής» ήταν φωτογραφικό φιλμ, αυτό ήταν το «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες» του Σταύρου Τσιώλη. Το αρνητικό αυτού του φιλμ, ήταν «ο Βασιλιάς» του Νίκου Γραμματικού. 

o vasilias
IMDB

«Όλοι τους πέσαν πάνω του, όλοι μαζί κι αυτός μονάχος»

(μια από τις τελευταίες ατάκες της ταινίας, από την ηθοποιό Βιβή Κόκκα)

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.